Ανασυνθέτοντας τον τίτλο του άρθρου: «Η διάλυση της σχολικής τάξης» (όχι «τάξεως;»)
Ορισμένοι άνθρωποι που
κουράστηκαν να αμφισβητούν την κατάσταση στην ελληνική εκπαίδευση, όπως εσείς, κύριε
Θεοδωρόπουλε, συμμορφώθηκαν με την κρατούσα κατάσταση και βρήκαν ασφάλεια και
σταθερότητα στην ακαδημαϊκή τους καριέρα. Σας εκφράζει το απόσπασμα του Διονύση
Σαββόπουλου (προ κουρέματος): «τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο
σπίτι….»). Το «τα καλύτερα» μην το πάρετε «τοις μετρητοίς»΄ φιλοφρόνηση είναι!
Έτυχε να γνωρίσω και τον κύριο Μπουρντιέ σε μια διάλεξή του στο Γαλλικό Ινστιτούτο και τον κύριο Ράλλη σε μια επίσκεψή του στην πολυκατοικία μας όπου επισκέφθηκε έναν φίλο του εφοπλιστή, στην υπηρεσία του οποίου εργαζόμουν. Ο πρώτος, ένας χαμογελαστός, ανοιχτόμυαλος και δημοκρατικός διανοούμενος και ο δεύτερος ένας δημοκρατικός άνθρωπος που δεν προσαρμόστηκε στην πολιτική πρακτική που υιοθετούσε το κόμμα του, αλλά ακολούθησε τις προσωπικές του ηθικές αρχές και την οικογενειακή αγωγή του. Εισήγαγε τη δημοτική στην νεοελληνική εκπαίδευση και μπράβο του, ακολουθώντας την παράδοση υπουργών παιδείας όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και γραμματέων του ίδιου υπουργείου, όπως ήταν ο Ευάγγελος Παπανούτσος. Τότε στις υπουργικές θέσεις καίριων υπουργείων, όπως αυτά της Παιδείας και της Υγείας, έμπαιναν προσωπικότητες και όχι τα παιδιά των μεγάλων τζακιών, τα αποπαίδια των ακροδεξιών κομμάτων ή τα κομματόσκυλα. Η καθαρεύουσα ήταν μια κατασκευασμένη, ερμαφρόδιτη γλώσσα (ούτε δημοτική ούτε αρχαία). Θυμάμαι πως η γλώσσα αυτή (η καθαρεύουσα) με εμπόδιζε να σκεφτώ και να εκφραστώ. Η εφαρμογή της δημοτικής, που συνέπεσε με τη μετάβασή μου από το γυμνάσιο στο λύκειο, συνέβαλε ώστε ένας μαθητής του 14 (στην Έκθεση) να γίνει, μετά από τους τρεις μήνες των καλοκαιρινών διακοπών, ένας μαθητής του 18!
Ο κύριος Ράλλης που παρέδιδε μαθήματα συμπεριφοράς και σεβόταν κάθε πολίτη ΄έκανε μια ελαφρά υπόκλιση, όταν του άνοιξα την πόρτα της εισόδου για να περάσει!!! Και δεν ήταν ο μοναδικός, είχε περάσει και ο κύριος Τζανετάκης με την ίδια υποδειγματική συμπεριφορά.
Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι «λάθος
αποδέκτες;»
Δεν είναι οι μεγάλες πολιτικές και ακαδημαϊκές
φυσιογνωμίες που αναφέρονται στο άρθρο του κυρίου Θεοδωρόπουλου ΄είναι οι
καθημερινοί άνθρωποι -εμείς. Οι γονείς που παραμελούν την ανατροφή των παιδιών
-κατάκοποι από τον αγώνα για την επιβίωση ή οι αδιάφοροι μέσοι και μεγάλοι
αστοί που έχουν λύσει το οικονομικό τους πρόβλημα και αναζητούν προσωπικό χρόνο
διασκέδασης για να δώσουν νόημα στη βαρετή ζωή τους. Σε αυτές τις αντιφατικές
κατηγορίες γονέων τα παιδιά είναι πρόβλημα ή εμπόδιο, αντίστοιχα. Το παιδί που
ζει και παίζει διαρκώς με ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι, με ένα τσιγάρο στο στόμα, που κοινονικοποιείται
στην καφετέρια ή το γήπεδο και δεν έχει πατήσει σε ένα μουσείο (εκτός από τις ομαδικές
επισκέψεις του σχολείου), σε μια βιβλιοθήκη ή σε μια πολιτιστική εκδήλωση, δεν
μπορεί να αμφισβητεί τίποτε και κανέναν πέρα από τον οπαδό της αντίπαλης
ομάδας. Οι δάσκαλοι που δεν έχουν αναπτύξει ένα σαφές και λειτουργικό μοντέλο ανθρωπιστικής
διδασκαλίας, δεν είναι δύσκολο να παρασυρθούν σε φορείς και μεταπράτες εντολών
από τη διοίκηση ώστε «να βγει η ύλη» και να «περάσει κι αυτή η χρονιά». Το
εκπαιδευτικό «όραμα» απαιτεί παιδευτικό κόπο από τον διδάσκοντα, γνώση και
ανοιχτό μυαλό. Ο δάσκαλος είναι πρώτα λειτουργός και μετά δημόσιος υπάλληλος
και γραφιάς. Το παιδί που μεγαλώνει σαν ένα αυτοφυές φυτό, δεν θα μάθει ποτέ να
συμβιώνει με τους συμμαθητές του, να σέβεται τους άλλους ομόφυλους ή ετερόφυλους,
παιδιά, νέους ή ηλικιωμένους. Ο δάσκαλος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον γονέα,
στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού αλλά μόνο να τον συμπληρώσει (αν προηγουμένως ο
γονέας έχει προετοιμάσει «το έδαφος»). Το πανεπιστήμιο μπορεί να αναπτύξει την
πολιτική αγωγή και τον πολιτισμό και οι πολιτικοί φορείς να παραδώσουν στην
κοινωνία έναν ολοκληρωμένο πολίτη.
Αν δεν έχει προϋπάρξει η σωστή
διαπαιδαγώγηση και η σχολική καθοδήγηση, το παιδί θα γίνει ένα περιορισμένο από
το κοινωνικό πλαίσιο αγρίμι που αντιλαμβάνεται την επιθετικότητά του ως δύναμη
και την έλλειψη αγωγής ως απελευθέρωση από τους κοινωνικούς κανόνες. Τότε
φτάνουμε στη διάλυση της σχολικής τάξης.
Ένα αγρίμι δεν πειθαρχεί με τη
βία μιας αυταρχικής εκπαίδευσης. Αν επιχειρηθεί κάτι τέτοιο, θα δούμε και στην
Ελλάδα φαινόμενα ομαδικής βίας και μαθητές με όπλα να εισβάλλουν σε σχολεία και
να σκοτώνουν αδιακρίτως όποιον βρουν μπροστά τους, όπως βλέπουμε συχνά να
συμβαίνει στο εξωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση το σχολείο δεν
είναι στρατός, να απαιτεί πειθαρχία και να σέβεται την ιεραρχία ως κάτι ιερό
και απαράβατο, σχεδόν θεοποιημένο. Ο δάσκαλος δεν είναι ανώτερος, αυθεντία ή
θεόσταλτος προφήτης που γνωρίζει τα πάντα, ενώ οι μαθητές του δεν γνωρίζουν τίποτε
και γι’ αυτό οφείλουν να τον φοβούνται και -εξ αυτού- να τον σέβονται. Ο κύριος
Τσουκαλάς είναι διεθνώς αναγνωρισμένος «δάσκαλος» της Κοινωνιολογίας και του
Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.
Το δασκαλοκεντρικό σύστημα
εκπαίδευσης είναι ξεπερασμένο και αναχρονιστικό (τελεία και παύλα). Το
μαθητοκεντρικό σύστημα εκπαίδευσης θα είναι το εκπαιδευτικό σύστημα του
μέλλοντος εσαεί. Η Φινλανδία γιατί έχει, άραγε, το καλύτερο σύστημα εκπαίδευσης
στον κόσμο;
Σπούδασα σε Αγγλόφωνο Κολέγιο ψυχολογία
και τα περισσότερο αγαπημένα μου μαθήματα ήταν η κοινωνιολογία και η κοινωνική ψυχολογία.
Θεωρώ την κοινωνιολογία βασικό μάθημα για όλες τις σχολές της εκπαίδευσης και
ειδικότερα την κοινωνιολογία και την ψυχολογία του πολιτισμού. Ευτύχησα -και
στο Κολέγιο και στο Ε.Α.Π. όπου συνέχισα τις σπουδές μου- να έχω καθηγητές και
καθηγήτριες που, υπηρετώντας την προσωπική τους ηθική, ακολουθούσαν το μαθητοκεντρικό
σύστημα διδασκαλίας, αγνοώντας διακριτικές παραινέσεις «να γίνουν πιο αυστηροί».
Στη διάρκεια των σπουδών μου τόσο η δική μου εικόνα, όσο και των διδασκόντων δεν άλλαξε. Η δική σας εικόνα τι θα έλεγε, σημειολογικά, σήμερα, σε κάποιον αμερόληπτο θεατή, κύριε Τάκη Θεοδωρόπουλε;
Γιώργος Χατζηαποστόλου
Πηγή: https://www.kathimerini.gr/author/takis-theodoropoylos/





