Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Δημοτική γλώσσα και λαϊκή ψυχή

ΜΙΚΡΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Δίπλα στην οδό Σ… στην Αθήνα, κατά τη νοτιοδυτική άκρη τῆς πόλης, συνέβη, μια από αυτές τις ημέρες, ν᾽ ακούσω βρισιές στον δρόμο για την εξής αφορμή. Μικρό παιδάκι, τριών ἢ τεσσάρων ετών, είχε γλιστρήσει και πέσει με τα μούτρα στο μαρμάρινο κατώφλι, στην εξώπορτα μιας κατοικίας. Είχε κτυπήσει τη μύτη και το μέτωπο, φώναζε και έκλαιγε, μη μπορώντας να σηκωθεί. Εγώ που έτυχε να περνάω από εκείνο τον δρόμο, έσκυψα και ανασήκωσα το παιδάκι.

Την ίδια στιγμή κατέρχεται σαν δρομέας, η υπηρέτρια της κατοικίας που άκουσε τις φωνές. Άμα με είδε εκεί, παρότι πρώτη φορά με έβλεπε, μ᾽ έβαλε μπροστά, και με ντρόπιασε με  πολλή θρασύτητα, επειδή νόμισε ότι εγώ είχα κάνει κακό στο παιδάκι, και γι’ αυτό έκλαιγε. Το μικρό αυτό συμβάν, ανάξιο να θυμηθεί ίσως κανείς, αν και αρκετά διδακτικό, μου θύμισε έν’ άλλο, το οποίο μου είχε συμβεί πριν από χρόνια στην πατρίδα μου.
Κάτω, στην παραθαλάσσια αγορά, γύρω στην ώρα του δείπνου, τα καφενεία, τα καπηλειά και τα μπακάλικα έλαμπαν κατάφωτα, και η ανθρώπινη κυψέλη, του ναυτικού και εργατικού κόσμου, τα θορυβούσε με την φλυαρία της. Καθένας ψώνιζε για το σπίτι, ἢ έπαιρνε «τ᾽ ορεκτικό του» και αργοπορούσε με τους φίλους, ούτε του έκανε καρδιά να ξεκολλήσει. Πολλοὶ «δευτέρωναν» ἢ και «τρίτωναν» το ντόπιο ρακί ἢ τη μαστίχα. Ἡ ώρα εκείνη ήταν ἡ αμφιλύκη μέσα στην ψυχή, ἡ η αναψυχή πριν από τη μεσημεριανή χαλάρωση, η ανατολή του άστρου του απογεύματος πριν την αστροφεγγιά. Ήταν Νοέμβριος μήνας, νότιοι άνεμοι έπνεαν, ζεστή και υγρή άλμη ιωδίου επικρατούσε. Μακριά γραμμή από μικρά καΐκια, μπρατσέρες και κότερα, έδιναν ζωή στην προκυμαία. Λίγο παραμέσα, πέντε ἢ έξι σκούνες και δύο ἢ τρία μπρίκια στόλιζαν το λιμάνι. Άλλα είχαν δέσει ήδη την πρύμνη με σκοπό να παραχειμάσουν, άλλα ετοιμάζονταν ακόμη για χειμερινά ταξίδια.
Λίγα φαναράκια, σαν λαμπυρίδες, έκαιαν μετέωρα πάνω στην κουβέρτα, και τ’ άστρα από ψηλά επάνω κατοπτρίζονταν φωσφορίζοντας με φιδίσια κίνηση στα κύματα. Που και που ακουγόταν βραχνό το γαύγισμα του καραβόσκυλου, που ερεθιζόταν από το πλατάγισμα των κουπιών από τη βάρκα που παράπλεε στο σκοτάδι, και η αποθαλασσιά, με όλη τη γαλήνη της, φλοίσβιζε νυσταλέα στις πρύμνες και τα πλευρά των πλοίων, ἢ έπληττε τα κράσπεδα τῆς προκυμαίας.
Εκεί, στο καπηλειό του Χαρκούμπα, συνάντησα το απόγευμα εκείνο τον παλιό μου φίλο Ιάκωβο Λ… Είχα δειπνήσει νωρίς, και έπειτα αμέσως βγήκα. Περπατούσα αργά, έξω από τα μαγαζιά, και κοίταζα μέσα.
Μου άρεσε να βλέπω, να περιεργάζομαι τις διάφορες παρέες και να μην εισέρχομαι, αν και επόμενο ήταν να κατασταλάξω κάπου, για να πιώ ένα ποτηράκι ξανθού μοσχάτου κρασιού του τόπου. Ὁ Ιάκωβος ήταν μόνος· πριν από λίγο τον είχε αφήσει, όπως φαίνεται, ἡ συντροφιά του, κι αυτός αργοπορούσε ακόμα· δεν αποφάσιζε εύκολα να μαζευτεί στο σπίτι.
Εκείνος κοίταζε προς τα έξω, εγώ προς τα μέσα· τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Δύσκολα μπορεί κάποιος ν᾽ αποφύγει τη διασταύρωση αυτή των βλεμμάτων ἢ και ν᾽ αποστρέψει το βλέμμα, ίσως διότι το μάτι έχει μαγνήτη, όπως λένε. Ούτε μπορεί κανείς να κάνει «τον αδιάφορο», διότι ὁ φίλος τότε θυμώνει. Όποτε, έτσι ἢ αλλιώς, πιάνεται κανείς στα βράγχια.
Ο Ιάκωβος με φώναξε, εγώ μπήκα. Πάραυτα εκείνος παρήγγειλε να μας φέρουν ποτά, εγώ αποποιήθηκα, προφασιζόμενος ὅτι έπασχα, κι έκανα δίαιτα. Δεν την έκανα διότι ήμουν πότης αδιάλλακτος· ομολόγησα παραπάνω, ότι ήταν πιθανό να πιώ. Εάν βρισκόμουν μόνος, σε ευχάριστη ερημιά και άνεση, ἢ αν εύρισκα τον φίλο μου νηφάλιο, θα έπινα ένα ἢ δύο μικρά ποτήρια. Αλλ’ είδα, με το πρώτο βλέμμα, ότι ο Ιάκωβος ήταν πολύ μεθυσμένος, και γι’ αυτό αρνήθηκα να πιώ.
Άρχισα να νουθετώ τον φτωχό Λ… με  τις φορτικές εκείνες νουθεσίες, αν και ήμουν κατά τρία έτη νεότερός του. Ίσως ερμήνευα κακώς τον στίχο του Μέγα Προφήτη: «Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα… υπέρ πάντας τους διδάσκοντάς με συνήκα…» Το εμπόρευμα είναι τόσον φθηνό, ώστε και οι πιο φιλάργυροι γέροντες αυτό και μόνο σπαταλούν! Εγώ είχα προσλάβει στην νεότητά μου ήδη το γεροντικό τούτο ιδίωμα, να συμβουλεύω τους άλλους· και συγχρόνως συνήθιζα να μη δέχομαι συμβουλές από κανένα. Αργότερα εννόησα ὅτι δεν έπρεπε να συμβουλεύω κανέναν άλλο, παρά μόνο τον εαυτό μου. Ήξερα τα κατ᾽ αυτόν. Η σύζυγός του ήταν ογδόου βαθμού συγγενής μου, ἢ τριτεξαδέλφη. Την είχε νυμφευθεί από έρωτα. Ήταν ναυτικός, «μερακλής», πολύ καλοκαμωμένος· είχε ωραία μαύρα μάτια, μελιχρός, δηλαδή ροδοκόκκινος, και ταυτόχρονα ωχρός γύρω από τα μάγουλα και τους κροτάφους. Εκείνη ήταν ωραία και λεπτοφτιαγμένη νέα. Ήσαν οι δυο τους ταιριασμένο ανδρόγυνο. Αυτός είχε πέσει στο ελάττωμα του μεθυσιού. Ήταν αισθηματίας, και αγαπούσε τη γυναίκα του με αληθινό έρωτα. Έπινε πολύ. Ήξερε ὅτι δεν έκανε καλά, αλλά δεν μπορούσε να το κόψει. Κάθε βράδυ λησμονούσε τις συμβουλές και τις καλές εμπνεύσεις του πρωινού.
Ταξίδευε, τον περισσότερο καιρό, με τα καράβια. Ήταν από οικογένεια εμποροπλοιάρχων. Πλοίαρχος ήταν ὁ μακαρίτης πατέρας του, και οι τρεις μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν ιδιόκτητα πλοία. Αυτός όμως πήγαινε ως απλός ναύτης, κατά προτίμηση, με τα ξένα. Δεν μπορούσε να «κάνει χωριό» με τους αδελφούς του, ακριβώς διότι κι εκείνοι τίποτ’ άλλο δεν του έδιναν, παρά συμβουλές ― ίσως και διότι εκείνοι, ομομήτριοι μεταξύ τους, ήσαν ετεροθαλείς προς αυτόν. Γι᾽ αυτόν η χήρα που επιζούσε ήταν μάννα, για εκείνους ήταν μητρυιά. Γι᾽ αυτόν μητρυιὰ ήταν η θάλασσα, για εκείνους έδειχνε, προς το παρόν, μητρική φιλοστοργία. Και η ψυχή του Ιακώβου πολύ διαυγής, αλλά και εύκολα θολωμένη, γινόταν τρικυμιώδης, όπως η θάλασσα, στην οποία αρμένιζε.

Ο επίλογος των νουθεσιών μου προς τον Ιάκωβο, συνοπτικά, θα είχε έτσι:

― Και τι κάθεσαι τώρα; Δεν πας στο σπίτι; Έφαγες; Δεν έφαγες! (ὁ φίλος μου κούνησε το κεφάλι, σχεδόν ανάπνευσε). Δεν μαζώνεσαι και συ, επιτέλους;… Εκείν᾽ η χριστιανή δεν έχει ψυχή, που σε καρτερεί τόσες ώρες στο σπίτι;… Τα παιδάκια σου που περιμένουν πότε να φανεί ὁ πατέρας… ως που να τα καταβάλει ἡ νύστα, ν᾽ αποκοιμηθούν.

Μου φάνηκε πως είδα δάκρυα να στέκονται στα ματόκλαδά του. Ξαφνικά:

― Πάμε, μου είπε.

Σηκώθηκα να τον προπέμψω για λίγα βήματα κι βγήκαμε. Είδα ότι ὁ Ιάκωβος παραπατούσε λίγο στον δρόμο. Μ᾽ έπιασε, μου έσφιξε τον βραχίονα και μου σφύριξε:

― Πάμε ως το σπίτι!

Λίγα βήματα παραπάνω, άρχιζε ένα «καλντερίμι» παλιό, λιθόστρωτο πέρα-πέρα, ολισθηρό και ανηφορικό. Τούτο οδηγούσε προς ένα στενό, δεξιά, και μερικές δεκάδες βημάτων πέρα από το στενό ήταν η κατοικία του Ιακώβου Λ…

Ο φίλος, με όλο το μεθύσι του, είχε κάποια υστεροβουλία, απαιτώντας να τον συνοδεύσω μέχρι την κατοικία του. Εγώ, βλέποντας ὅτι παρέπαιε, δυσπιστώντας προς το λιθόστρωτο, το ανηφορικό, στο χείλος του οποίου γκρεμός ανοιγόταν προς τη θάλασσα, θεώρησα χρέος μου να τον προπέμψω έως τη σκάλα της κατοικίας, σκάλα πέτρινη, εξωτερική, κ᾽ εκεί να τον αποχαιρετήσω και να φύγω. Αλλ᾽ όταν φθάσαμε μπροστά στη σκάλα, εκείνος απαίτησε να ανεβώ μαζί του στην κατοικία.
Εγώ είπα «καληνύχτα», δοκίμασα ν᾽ αποσπαστώ, να ξεκολλήσω από την περίπτυξη του βραχίονά του και να τραπώ σε φυγή. Εκείνος επέμενε. Έκανε δε αρκετό θόρυβο, ώστε το άγρυπνο αυτί της Σινιορίτσας, της γυναίκας του, η οποία, παραμονεύοντας τον σύζυγο πότε θα φανεί ως άστρο της νύχτας, ως αποσπερίτης ἢ ως εωσφόρος, έτεινε τις ακοές προς κάθε θόρυβο της οδού, μας άκουσε, και η νεαρή γυναίκα βγήκε στο κεφαλόσκαλο, στο «χαγιάτι».
Όπως κατανόησα ύστερα, ὁ Ιάκωβος επέμενε ν᾽ ανεβώ μαζί του, διότι, με όλο το μεθύσι του, ήξερε ποιά σκηνή τον περίμενε στο σπίτι, αν πήγαινε μοναχός του και έλπιζε ν᾽ αποφύγει τη «μπόρα», αν ήμουν κι εγώ μαζί. Δεν την απέφυγε, αλλά τη μοιράστηκε μαζί μου.
Ανέβηκα μαζί του, συρμένος απ᾽ αυτόν, με ή χωρίς τη θέλησή μου. Άλλωστε ἡ Σινιορίτσα είχε βγει έξω κρατώντας ένα μικρό λυχνάρι. Ήταν ωραία στο μισοσκόταδο, με όλο το κατσουφιασμένο και συννεφιασμένο μούτρο της, λευκοφορεμένη και ελκυστική. Όπως στις μικρές τεχνητές λίμνες, τις στέρνες και τους λάκκους των υδάτων, που βρίσκονται μέσα σε κήπους και άλση, παρουσιάζει μικροσκοπική τρικυμία ο σφοδρός άνεμος, ζαρώνοντας την επιφάνεια του νερού, τέτοια χαριτωμένη τρικυμία παρουσίαζε τη στιγμή εκείνη το ωραίο λεπτοκαμωμένο πρόσωπο τῆς Σινιορίτσας.
Εγώ νόμισα, αμέσως αφότου με είδε, ὅτι όφειλα να της πω απλώς μία «καλησπέρα», να δικαιολογήσω την παρουσία μου, και πάραυτα να φύγω.

―Άργησε λιγάκι ὁ Γιάκωβος, ψέλλισα με αμηχανία. Τώρα τον βρήκα μοναχό στου Χαρκούμπα, και του λέω: Γιατί αργείς να πας στο σπίτι;

Εκείνη αμέσως με διέκοψε, χωρίς να δείξει, ὅτι δίνει προσοχή στην απολογία μου, και  απευθυνόμενη με οργή προς τον σύζυγό της:

―Ως πότε θα φέρεσ᾽ έτσι, σκυλί μαύρο;… Δεν έχεις νου στο κεφάλι σου, δεν έχεις έννοια στο μυαλό σου, δεν έχεις αίσθημα στα στήθια σου;… Δεν συλλογιέσαι που έχεις παιδιά… κοιμούνται νηστικά να σε περιμένουν, πότε να έλθεις… Δεν το χόρτασες πια, το έρμο;… Όλο να μπεκροπίνεις με τους φίλους σου… που σου θέλουν λες πολύ το καλό σου. «Κολλήθηκε η ψυχή σου πίσω τους», και δεν μπορείς να κάνεις μια ώρα χωρίς αυτούς…

Αυτό ήταν μόνον το προοίμιο· φαινόταν ότι είχε να πει και άλλα. Με αγριοκοίταξε εμένα μιά, όταν είπε για τους φίλους του συζύγου της, που «κολλήθηκε η ψυχή του πίσω τους».

Εγώ έδραξα τη στιγμή, που ήθελε να πάρει την αναπνοή της, για να πω δύο λέξεις, και πάραυτα να γίνω άφαντος, το ταχύτερο.

― Μα, αν εννοείς κι εμένα, κυρά μου… Καληνύχτα σας!

Μόλις είχα αρχίσει, και ευθύς μεταμελήθηκα, διότι δοκίμασα να πω κάτι τι· οπότε είπα απότομα «Καληνύχτα σας», κι επειδή ὁ Ιάκωβος, άναυδος καθώς ήταν, μου είχε αφήσει ελεύθερο τον βραχίονα, στράφηκα, και κατέβηκα πηδώντας τρία-τρία τα λευκά ασβεστωμένα σκαλοπάτια.

Απομακρύνθηκα αναλογιζόμενος ένα σωρό πράγματα, τα οποία φούσκωναν μέσα μου σαν κύμα. Οίκτιρα τον Ιάκωβο, όσο και τη νεαρή σύζυγό του. Έλεγα: Πως ένας νέος αγαθός, ευθύς στην ψυχή, δύναται να κυριευτεί από ολέθριο ελάττωμα· αγαπώντας θερμά, και όμως ανίκανος να γίνεται χρήσιμος στους αγαπωμένους· άξιος αυτός αγάπης, και όμως να γίνεται αντιπαθητικός σαν από το ελάττωμά του!… Πως μπορεί αν και τόσον καλός ν᾽ αδικεί τον εαυτό του, αδικώντας τους οικείους του, και να χάσει το παν, χάνοντας τον εαυτό του!
Έπειτα πάλι, άφηνα τον Ιάκωβο, κι επέστρεφα σε ότι με αφορά. Βέβαια, ἡ τριτεξαδέλφη μου είχε άδικο να με συμπεριλάβει στον αφορισμό, τον κατά των «φίλων» του συζύγου της. Και όμως είναι δυνατό να είχε και δίκαιο! Αυτή τη φορά δεν είχα πιεί μαζί του· άλλοτε όμως ίσως το είχα κάνει, αν και ουδέποτε υπήρξα διδάσκαλος του ελαττώματος προς αυτόν, μάλλον ίσως εκείνος προς εμένα…
Αφ᾽ ετέρου, όπως και για τη μικρή περίπτωση του παιδιού, που έπεσε με το στόμα επάνω στη μαρμάρινη οδό, δεν έπρεπε να συναγάγει κάποιος απαισιόδοξα το συμπέρασμα, ότι δεν πρέπει να βοηθάει κάποιος τον πλησίον, διότι άδικα βρίσθηκε κάποιος από έναν αμαθή ἢ επιπόλαιο ή φθονερό· αλλ᾽ οφείλει κάποιος να σκύβει, ν᾽ ανασηκώνει τα πεσμένα παιδάκια, και αν ανάξια πρόκειται να βριστεί, όπως και ο Χριστός που σήκωσε αυτόν που έπεσε, «τω βόθρῳ επικλιθείς απτώτως».
Τέλος, το γενικό συμπέρασμα μου φαινόταν να είναι το θεόπνευστο εκείνο ρήμα, ὅτι «ἐν ἄλλοις πταίομεν, ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα».

(1903)

Ρητά

«Αυτό πουλάκι μ᾿, δεν είναι πράμα που θα κρυφτεί. Έχεις ψαλίδι για να κόψεις τις γλώσσες όλων των κοριτσιών; ... Και να τις κόψεις, πουλάκι μ᾿, άλλες θα φυτρώσουνε. Μια θα κόφτεις, δύο, τρεις, τέσσαρες θα βγαίνουνε... Δεν έχουν παιδεμὸ των γυναικών οι γλώσσες...»

Αλ. Παπαδιαμάντη “Της δασκάλας τα μάγια” 

Σημείωση:

Οι αληθινοί λογοτέχνες πιστεύω πως δεν χρειάζονται γλωσσική "μάσκα" (εννοώ την καθαρεύουσα) για να αποστασιοποιηθούν από τα καθημερινά γεγονότα, εφόσον η ψυχή τους παραμένει λαϊκή. Μεταφέροντας στη δημοτική γλώσσα αυτό το διήγημα και εκφράζοντας έτσι, με πιο γνήσιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θεωρώ πως δίνω ένα παράδειγμα "αποκατάστασης της αλήθειας"  σε ότι αφορά την προσφορά ενός καλού ανθρώπου στην ελληνική λογοτεχνία και κοινωνία.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Πηγή:

https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/343-03-52-mikra-psyxoloxia-1903