Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ένας "ενεργός αναγνώστης" ευχαριστεί....

 



Αν ήθελα να μιλήσω ελεύθερα -όπως πάντα μιλούσε ο συγγραφέας- θα έλεγα και θα έγραφα αυτά που θα ακολουθήσουν.
Νομίζω πως ο Νίκος Καζαντζάκης θέλει -και, με αυτό το βιβλίο του- να πει "Ευχαριστώ" στη ζωή γιατί την αντιλαμβάνεται, την απολαμβάνει, τη ζει ' η ζωή δεν του φέρεται με ανάλογη ευαισθησία ' τον πονάει τις νύχτες και τον κρατάει ξάγρυπνο τις αυγές.
Είναι η ζωή για τον συγγραφέα το "αλώνι' που ο άνθρωπος κοσκινίζει τους καρπούς του, όπου "εκεί που ο διάβολος όργωσε τη γη, έρχεται ο Θεός και ρίχνει τον σπόρο του για να καρπίσει".
Γύρισε σ'όλο τον κόσμο ο πασίγνωστος Κρητικός και συγκέντρωσε σκέψεις, έννοιες, συμπεριφορές, σπαράγματα πολιτισμών, κομμάτια θρησκευτικών τοτέμ, αλλά όχι θρησκευτικά ταμπού για να ντύσει τον κόσμο των συμβολικών του ειδώλων με μια πολύμορφη οικουμενική τεκμηρίωση.Δεν αφομοιώθηκε από τις ξένες νοοτροπίες, δεν τις υιοθέτησε, αλλά, αντίθετα, τις χρησιμοποίησε για να δείξει πως έχει δίκιο ή γιατί δεν έχει άδικο στην πίστη που είχε στις προσωπικές του πεποιθήσεις.
Έβαλε την ελληνική υποχόνδρια λογοτεχνική νοοτροπία της εποχής του, απέναντι στην απεραντοσύνη του ανοιχτού κόσμου, με ένα πνεύμα ριζοσπαστικό, μια τάση πειρατική που αρπάζει, παρασύρει, επανατοποθετεί και αγιάζει όλα τα κοσμοείδωλα που κείτονται αραχνιασμένα στην αγορά και αντί να δικαιούνται την απόσυρση, περιμένουν μάταια τον σεβασμό.
Θα μπορούσα να συμφωνήσω σε όλα με τον "ενεργό πολίτη" τον "δραστήριο συγγραφέα" και τον απελευθερωμένο άνθρωπο Ν.Κ. αλλά έχω διαφορετική αντίληψη σχετικά με τον τρόπο που θα ήταν καλό να εκφράζεται η διανοητική δύναμη κάθε ανθρώπου.
Η αντίδραση ενός ανθρώπου απέναντι στους ελληνικούς αναχρονιστικούς θεσμούς και κύκλους του χώρου της λογοτεχνίας -όσο κι αν προσπάθησαν να τον εξοντώσουν, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ως φυσική παρουσία- δεν μπορεί να εκφράζεται με βρισιές (ανόητοι, ευνούχοι κλπ) γιατί ο άνθρωπος χάνει το δίκιο του και μπαίνει σε μια ατέρμονη αντιπαράθεση που, τελικά, του στέρησε την καθολική αναγνώριση των Ελλήνων αναγνωστών (κάτι που δικαιούταν και άξιζε να αποκτήσει).
Η βίαιη αντίδραση απέναντι στον αφορισμό που υπέστη ' η μεσολάβηση Ελλήνων λογοτεχνών στην Σουηδική Ακαδημία ώστε να μην του δοθεί το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που δικαιούταν (από κοινού με τον Άγγελο Σικελιανό) και η λυσσώδης αντίδραση εναντίον του κάθε σχολαστικού πνευματικού παράγοντα, δεν αντικρούστηκαν από τον ίδιο.
Γιατί; Δεν μπορούσε να τους "κερδίσει" στο "δικό τους παιχνίδι της κοινωνικής υποκρισίας;" , δεν καταδεχόταν να μπει σε αυτό το ευτελές παιχνίδι;
Θα έλεγα πως η ίδια η ψυχοσύνθεσή του δεν γινόταν να "προσαρμοστεί", "να συμβιβαστεί", "να πλασάρει τον εαυτό του ως λαμπερό λογοτεχνικό προϊόν".
Όταν δηλώνει: "Μου αρέσει να γράφω ότι μου καπνίζει" πέρα από ακραίο αυτοσαρκασμό, εκφράζει και μια προσωπική του στάση ζωής. 
Δεν ήταν σκληρός άνθρωπος ο Καζαντζάκης ' δοκίμασε τον εαυτό του σκληρά με στερήσεις, φτώχεια και κάθε είδους διανοητικές δοκιμασίες για να γίνει ένας "υπεράνθρωπος ασκητής" ένας κοσμοπολίτης μοναχός, ένας συναισθηματικά ασταθής άνθρωπος που χρησιμοποίησε έναν υπερβολικό ατομικό εγωισμό για να πετύχει τη θωράκιση της προσωπικής του ασφάλειας και, στη συνέχεια, την κατάκτηση της ατομικής του ελευθερίας.
Δοκίμασε με όλες του τις δυνάμεις να προσεγγίσει την έννοια και την ουσία του Θεού, εξανθρωπίζοντάς τον -σε βαθμό που να γίνεται άμεσα ορατός και συνεχής προστάτης του ανθρώπου ' όχι με τη διάθεση να μειώσει την αξία του, αλλά θέλοντας να τον κάνει διαρκή και απροκάλυπτο φύλακα του ανθρώπου.
Το επίγραμμα στον τάφο του συγγραφέα: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα ' είμαι ελεύθερος, δεν μπορεί να γίνει, κατά τη γνώμη μου δεκτό ως οδηγός ζωής αλλά ως τροφή για σκέψη. Μας λέει τι δεν κάνει, αλλά δεν μας αποκαλύπτει τι θα έκανε.
Η ερμηνεία μου, γι αυτά τα λόγια είναι αυθαίρετη αλλά με εκφράζει ως άνθρωπο και θά 'θελα να προσεγγίζει περισσότερο την αλήθεια, από ένα αμφιλεγόμενο, λακωνικό απόφθεγμα
Μήπως εννοεί: 
Επειδή ο υπερβατικός Θεός, μάλλον δεν υπάρχει, δεν ελπίζω σε Αυτόν 'πιστεύω στον "ανθρωπόμορφο Θεό" που επειδή είναι υλικός και χειροπιαστός τον εμπιστεύομαι περισσότερο. Από όλους τους ανθρώπους - πρότυπα, εμπιστεύομαι ελάχιστους και δίνω σε αυτούς διάφορα ονόματα: Οδυσσέας, Χριστός, Καπετάν Μιχάλης, Γκρέκο, Φτωχούλης, Αλέξης Ζορμπάς και τελικά: "Ανθρώπινος Θεός" και "Απάνθρωπος Διάβολος".
Ο Καζαντζάκης δεν υποτασσόταν στον "Φόβο του Θεού" γιατί φοβόταν περισσότερο τον Άνθρωπο (και συγκεκριμένα τον πατέρα του). Θαύμαζε τον Άνθρωπο ως υπόσταση και ως δυνατότητα και ειδικότερα τον τύπο του ανθρώπου που γνώριζε καλύτερα και σε βάθος, δηλαδή τον Κρητικό άνθρωπο.
Ένα πλάσμα σαν τον άνθρωπο, που έχει ανάγκη από τόσα πράγματα για να επιβιώσει, όπως νερό, τροφή, ύπνο, ένδυση, στέγαση και άλλα τόσα για να ζήσει, δηλαδή, οικογένεια, φίλους, εργασία, ψυχαγωγία, πολύ απέχει από το να δηλώνει πως είναι ελεύθερος. Μόνο όσοι μονάζουν στις ερημιές θα μπορούσαν ίσως, να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, αλλά αυτοί οι συγκεκριμένοι δεν θα ενδιαφέρονταν καθόλου να το δημοσιοποιήσουν, ούτε, βέβαια, να εισπράξουν τα εύσημα που, ασφαλώς τους αναλογούν.
Επομένως, όταν ένας διανοητικός ασκητής όπως ο Καζαντζάκης δηλώνει κάτι τέτοιο, μάλλον άλλο εννοεί. Είναι πιθανό να ήθελε να πει:  ως νεκρός, δεν είμαι πια σκλαβωμένος σε καμιά μορφή εξουσίας, είτε πατρική την πούμε αυτή, είτε πολιτική, είτε οικονομική, είτε θρησκευτική, ταυτίζοντας, ίσως, την Μετά Θάνατον ζωή, με την απόλυτη ελευθερία. 
Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ανεχτεί "μεσάζοντες" δηλαδή εκπροσώπους, ανάμεσα σε αυτόν και τον Θεό. Ταύτιζε την αγάπη με τον έρωτα για να της δώσει υλική υπόσταση ' προσπάθησε να αντικαταστήσει τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες της Ορθοδοξίας με γενικές θρησκευτικές και ηθικές παραδοχές άλλων πολιτισμών, ανά τον κόσμο, γιατί, μάλλον, πίστευε πως εμπλουτίζει την ορθόδοξη θρησκεία με νέο νόημα και της δίνει νέο προσανατολισμό.
Τέλος, προσπάθησε να εφαρμόσει μικρά ή μεγαλύτερα "πειράγματα" ως ηθικές δοκιμασίες ή, αν προτιμάτε, ως δοκιμασίες πίστης, στο πλαίσιο της "προσωπικής" οικουμενικής θρησκείας που πρότεινε για τους άλλους, χωρίς να εξαιρεί τον εαυτό του.
Ο "τελευταίος πειρασμός" φάνηκε να είναι πραγματικά, ο τελικός.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Στην αρένα


Αν διαβάσει κάποιος βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη, δει την Αλεξάνδρα Πασχαλίδου και γνωρίσει με κάποιο τρόπο την Έλενα Παπαρίζου, έχει μια καλή εικόνα των Ελλήνων της Σουηδίας, στη Σουηδία. Χαριτωμένη και αεικίνητη η Αλεξάνδρα ' πέρασε πολλά στη Σουηδία αλλά έχει  κότσια. Τη στηρίζει το πάγιο ποντιακό πείσμα και η ζωή -παρά τα εμπόδια- σαν να δείχνει να τη "σέβεται" για τον μεγάλο αγώνα που δίνει.
Αυτές τις μέρες διάβασα το παλιότερο βιβλίο της "Σε ξένες γειτονιές" και έζησα μαζί της μια ζωή που ξέρει να περιγράφει καλά. Είναι χαρακτηριστικό των δυνατών ανθρώπων να μη φοβούνται να δείξουν τις αδυναμίες τους, αλλά, αντίθετα, να παίρνουν δύναμη από τη δημοσιοποίηση προσωπικών σκέψεων και κρίσιμων στιγμών που περνάνε, χωρίς να τους σκοτώσουν. 
(Συνεχίζεται... )

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Δικαίωμα στην αναπνοή

Ελισάβετ Μουτζά
(Με το πατρώνυμο αυτό υπογράφει τις επιστολές της)

Αυτοβιογραφία: αφήγηση της συγγραφέως σχετικά με σκέψεις, εμπειρίες, αποφάσεις, συναισθήματα και γεγονότα σχεδόν ολόκληρης της σύντομης ζωής της (1801-1832) στις αρχές του 19ου αιώνα.
Αφηγητής: Η συγγραφέας
Κεντρικός ήρωας: Η συγγραφέας
Οπτική γωνία: Εσωτερική
Πρόσωπο αφήγησης: Πρώτο
Στόχος αφήγησης: Ευγενής: Διαμαρτυρία, ευαισθητοποίηση, συνειδητοποίηση, αφύπνιση των καταπιεσμένων γυναικών -όχι ματαιόδοξη προσπάθεια να κερδίσει μια θέση στα Γράμματα (κάτω από δυσμενείς συνθήκες).
Ύφος: Εξομολογητικό με τόνους διαμαρτυρίας, καταγγελίας: ζωτική ανάγκη επικοινωνίας και απελευθέρωσης από την προσωπική της φυλακή (την κατοικία της) σήμα κινδύνου για το παρόν και το μέλλον της ζωής της και των κειμένων της.
Αξιολόγηση:
Πρόκειται για την πρώτη αξιόλογη γυναικεία απόπειρα συγγραφής καθώς με την αμεσότητα και την οικειότητα με την οποία γράφτηκε κερδίζει τον αναγνώστη.



(Λίγα λόγια για την Ελισάβετ Μουτζά)

Ήθελε πολύ να μάθει
Επιδίωκε με πάθος να ζήσει
Έζησε στη χώρα της σκλαβιάς
Ελεύθερα ποθούσε να βαδίσει

Είχε σημαντική περιουσία
Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο μεγάλο σε ηλικία '
καιροσκόπο, παραδόπιστο χωρίς ιδεολογία
Η γέννηση του γιου της, στέρησε τη ζωή της

Ο μόνος τρόπος να σταματήσει να μαθαίνει, ήταν να πάψει να ζει
Εμφανίστηκαν τα γραπτά της μισόν αιώνα μετά τον θάνατό της από τον γιο της
Δικαιώθηκε έναν αιώνα μετά τον θάνατό της από τους ερευνητές της ελληνικής λογοτεχνίας
Άρχισε, τώρα, να ζει ελεύθερα και δημόσια,
όπως, είχε ονειρευτεί


Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Σ' αυτό τον κόσμο, τον...κακό...




Irena Sendler (Ιρένα Σέντλερ): «Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός…. πάντα ήταν
Πρόσφατα πέθανε μια 98χρονη κυρία που την έλεγαν Ιρένα. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η Ιρένα εργαζόταν στο γκέτο της Βαρσοβίας ως ειδική υδραυλικός υπονόμων.
Είχε όμως κι έναν απώτερο σκοπό. Όντας Γερμανίδα ήξερε ποια ήταν τα σχέδια των ναζί για τους Εβραίους.Η Ιρένα έβγαζε λαθραία βρέφη στον πάτο της εργαλειοθήκης της ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του φορτηγού της τα μεγαλύτερα παιδιά. Ακόμα, είχε ένα σκύλο στην καρότσα, που τον είχε εκπαιδεύσει να γαβγίζει όταν οι ναζί φαντάροι της άνοιγαν να μπει ή να βγει από το γκέτο. Οι φαντάροι, φυσικά, δεν ήθελαν πάρε-δώσε με το σκύλο, ενώ το γάβγισμά του κάλυπτε τους θορύβους/ήχους που έκαναν τα βρέφη/παιδιά! Στο διάστημα που το έκανε αυτό, κατάφερε να φυγαδεύσει και να σώσει 2.500 παιδιά και βρέφη. Συνελήφθη και οι ναζί τη χτύπησαν πάρα πολύ άσχημα και της έσπασαν και τα χέρια και τα πόδια.
Η Ιρένα κράτησε ένα αρχείο με τα ονόματα των παιδιών που είχε διασώσει και το φύλαξε σ΄ένα γυάλινο βάζο που έθαψε κάτω από ένα δέντρο στην αυλή της. Μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να εντοπίσει όσους γονείς είχαν επιζήσει και επανένωσε τις οικογένειες. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων. Τα παιδιά αυτών, τα βοήθησε να τακτοποιηθούν σε θετές οικογένειες ή να υιοθετηθούν.
Το 2007, η Ιρένα προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Δεν επελέγη. Ο Πρόεδρος Ομπάμα το είχε κερδίσει ένα χρόνο πριν γίνει Πρόεδρος, για την εργασία του ως «οργανωτής κοινότητας» για το ACORΝ…και ο Αλ Γκορ το κέρδισε το 2007, για ένα φιλμ σχετικά με την υπερθέρμανση της γης…
"Το βραβείο δεν το παίρνει πάντα αυτός που το αξίζει"
Εις μνήμην της – 63 χρόνια μετά…
Αναδημοσίευση από την Πηγή: http://www.viralgreece.com/articles/view/1210/?20ff6f887daab585e3155e2a9405d146=&utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Ο άνθρωπος πάνω από τον καλλιτέχνη

Ζω για περισσότερο από μισόν αιώνα σε μια χώρα -την Ελλάδα- και μια πόλη -την Αθήνα- όπου οι ευγενείς και αξιοπρεπείς άνθρωποι δραστηριοποιούνται ως άτομα αποσπασματικά και συχνά χωρίς να συντονίζουν τη δράση τους με τη χρήση δομών κάποιου κρατικού φορέα που άλλωστε είτε δεν υπάρχουν είτε χρειάζονται λίπανση -"λάδωμα"- για να λειτουργήσουν.
Οι άνθρωποι της τέχνης που δεν χρησιμοποίησαν την τέχνη τους ως άλλοθι για να καλύψουν τις προσωπικές τους ανεπάρκειες και για να σβήσουν τα ίχνη του ανορθόδοξου ή και ανήθικου τρόπου που αναρριχήθηκαν στην καλλιτεχνική ιεραρχία είναι ελάχιστοι και μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού για να μην πω στις φάλαγγες του ενός δακτύλου.
Τόσο σπάνιος ως άνθρωπος ήταν ο Θανάσης Βέγγος, που δεν ήθελε να τον λένε "Αθανάσιο" ή κύριο Βέγγο, δεν φορούσε σμόκιν και είχε το θάρρος να ομολογήσει δημόσια τις ανεπάρκειές του ως ηθοποιός. Είπε σε μια από τις τελευταίες τιμητικές βραδιές όπου παρευρέθηκε, δίνοντας μαθήματα μετριοπάθειας και αυτογνωσίας: "...δεν έκανα και τίποτε σπουδαίο.." στην τέχνη αλλά για ένα πράγμα είμαι βέβαιος, "...πως στη γαλέρα της ζωής μου, τράβηξα άγριο κουπί..". Ποιός από τους "μεγάλους" ζώντες σήμερα Έλληνες ηθοποιούς τολμά να ψελλίσει κάτι τέτοιο;
Λυπάμαι που δεν γνώρισα προσωπικά τον Θ. Βέγγο. Πιστεύω πως πραγματικά κάτι μεγάλο έχασα στη ζωή μου.
Τα σέβη μου κύριε Βέγγο!
Την εκτίμηση και την αγάπη μου, καταθέτω, αγαπητέ Θανάση!
Γνωρίζω πως με βλέπεις από εκεί ψηλά, σε χαιρετώ και πιστεύω πως θα μπορέσουμε τελικά να γνωριστούμε, έστω και με αυτό τον ασυνήθιστο τρόπο.

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Η αύρα της ψυχής




Το κυνηγητό και το κρυφτό δεν ήταν από τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Πάντα μου άρεσε να περπατάω με τις ώρες σε δασικά μονοπάτια ή να παρατηρώ αρχαιολογικούς χώρους. Τα μονοπάτια δεν μπορούσα να τα βρω στην πόλη, αλλά χάρη στο Θεό της Ελλάδος, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο αρχαιολογικό πάρκο.

Παλιότερα κατέβαινα συχνά στο Μοναστηράκι τις Κυριακές το πρωί. Περιδιάβαινα, ψώνιζα βιβλία ή μικροπράγματα, παλιά ή και καινούργια. Εκείνη την εβδομάδα, επειδή ήταν άνοιξη είπα να κατεβώ Σάββατο -καλή ώρα- και άρχισα τη βόλτα μου από τη γνωστή διαδρομή: Σταθμός τραίνου-Πλατεία Μοναστηρακίου- Ηφαίστου - Άγιος Φίλιππος - Αδριανού - Θησείο - Διονυσίου Αρεοπαγίτου και επιστροφή. Καθώς γύριζα και μόλις είχα μπει στην Αδριανού, αισθάνθηκα ένα δροσερό αεράκι και μάλιστα αρωματισμένο να περνάει δίπλα μου και το άρωμα ήταν τόσο ελκυστικό που το ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άρωμα ανήκε σε μια ψηλόλιγνη φιγούρα που κινιόταν γρήγορα σαν ελάφι και χρειάστηκε να βιάσω το βήμα μου για να την προλάβω. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα δυό χαμογελαστά αντρικά πρόσωπα να με πλησιάζουν από δεξιά και αριστερά σαν να ήθελαν να με ρωτήσουν για "που τόβαλα;" ' ήταν η ακολουθία του "αερικού". Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει περισσότερο από όσο κάποιος που σέβεται τον προσωπικό χώρο του άλλου και σταμάτησα απότομα. Τα άτομα που με πλησίασαν σαν να κατάλαβαν τι αισθανόμουνα και χαμογέλασαν συγκαταβατικά, με κοίταξαν φιλικά και μόνο που δεν με χτύπησαν στην πλάτη να μου πουν συμπονετικά: "καταλάβαμε, κι εμείς το πάθαμε όταν γνωρίσαμε τη Μελίνα για πρώτη φορά!" Όπως καταλάβατε, το πρόσωπο που ακολούθησα για λίγα μέτρα μαγεμένος ήταν η Μελίνα Μερκούρη, που βέβαια αναγνώρισα όταν γύρισε να με κοιτάξει ήρεμη αλλά και απορημένη που διέκοψα για μια στιγμή την "έφοδό" της στο Μοναστηράκι ' γιατί φάνηκε κάπου να πηγαίνει βιαστική. Δεν μιλήσαμε ποτέ, δεν γνωριστήκαμε, αλλά αυτό με διευκολύνει να σας μεταφέρω τον αέρα της, μετά από τόσα χρόνια, τόσο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά όσο αξίζει σε μια ψυχή.

Αφιερωμένο στη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη (6 Μαρτίου).

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Ανθρωπιά και αρμονία



Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.
Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.
Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Μιλάει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη διεύθυνση: http://www.rempetika.com/diafora/ayto_bambakari.htm


Μικρό αφιέρωμα στην επέτειο του θανάτου (8 Φεβρουαρίου) του Μάρκου Βαμβακάρη.