Από την "κουλτούρα της πενίας" και την "πρακτική" του φιλότιμου στη διατήρηση της αυτοεκτίμησης ' η απομυθοποίηση της σωτηρίας
Τρίτη 20 Απριλίου 2021
Ένας "ενεργός αναγνώστης" ευχαριστεί....
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018
Στην αρένα
Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017
Δικαίωμα στην αναπνοή
(Με το πατρώνυμο αυτό υπογράφει τις επιστολές της)
Κεντρικός ήρωας: Η συγγραφέας
Οπτική γωνία: Εσωτερική
Πρόσωπο αφήγησης: Πρώτο
(Λίγα λόγια για την Ελισάβετ Μουτζά)
Ήθελε πολύ να μάθει
Επιδίωκε με πάθος να ζήσει
Έζησε στη χώρα της σκλαβιάς
Ελεύθερα ποθούσε να βαδίσει
Είχε σημαντική περιουσία
Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο μεγάλο σε ηλικία '
καιροσκόπο, παραδόπιστο χωρίς ιδεολογία
Η γέννηση του γιου της, στέρησε τη ζωή της
Ο μόνος τρόπος να σταματήσει να μαθαίνει, ήταν να πάψει να ζει
Εμφανίστηκαν τα γραπτά της μισόν αιώνα μετά τον θάνατό της από τον γιο της
Δικαιώθηκε έναν αιώνα μετά τον θάνατό της από τους ερευνητές της ελληνικής λογοτεχνίας
Άρχισε, τώρα, να ζει ελεύθερα και δημόσια,
όπως, είχε ονειρευτεί
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015
Σ' αυτό τον κόσμο, τον...κακό...
Είχε όμως κι έναν απώτερο σκοπό. Όντας Γερμανίδα ήξερε ποια ήταν τα σχέδια των ναζί για τους Εβραίους.Η Ιρένα έβγαζε λαθραία βρέφη στον πάτο της εργαλειοθήκης της ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του φορτηγού της τα μεγαλύτερα παιδιά. Ακόμα, είχε ένα σκύλο στην καρότσα, που τον είχε εκπαιδεύσει να γαβγίζει όταν οι ναζί φαντάροι της άνοιγαν να μπει ή να βγει από το γκέτο. Οι φαντάροι, φυσικά, δεν ήθελαν πάρε-δώσε με το σκύλο, ενώ το γάβγισμά του κάλυπτε τους θορύβους/ήχους που έκαναν τα βρέφη/παιδιά! Στο διάστημα που το έκανε αυτό, κατάφερε να φυγαδεύσει και να σώσει 2.500 παιδιά και βρέφη. Συνελήφθη και οι ναζί τη χτύπησαν πάρα πολύ άσχημα και της έσπασαν και τα χέρια και τα πόδια.
Η Ιρένα κράτησε ένα αρχείο με τα ονόματα των παιδιών που είχε διασώσει και το φύλαξε σ΄ένα γυάλινο βάζο που έθαψε κάτω από ένα δέντρο στην αυλή της. Μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να εντοπίσει όσους γονείς είχαν επιζήσει και επανένωσε τις οικογένειες. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων. Τα παιδιά αυτών, τα βοήθησε να τακτοποιηθούν σε θετές οικογένειες ή να υιοθετηθούν.
Το 2007, η Ιρένα προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Δεν επελέγη. Ο Πρόεδρος Ομπάμα το είχε κερδίσει ένα χρόνο πριν γίνει Πρόεδρος, για την εργασία του ως «οργανωτής κοινότητας» για το ACORΝ…και ο Αλ Γκορ το κέρδισε το 2007, για ένα φιλμ σχετικά με την υπερθέρμανση της γης…
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
Ο άνθρωπος πάνω από τον καλλιτέχνη
Ζω για περισσότερο από μισόν αιώνα σε μια χώρα -την Ελλάδα- και μια πόλη -την Αθήνα- όπου οι ευγενείς και αξιοπρεπείς άνθρωποι δραστηριοποιούνται ως άτομα αποσπασματικά και συχνά χωρίς να συντονίζουν τη δράση τους με τη χρήση δομών κάποιου κρατικού φορέα που άλλωστε είτε δεν υπάρχουν είτε χρειάζονται λίπανση -"λάδωμα"- για να λειτουργήσουν.Την εκτίμηση και την αγάπη μου, καταθέτω, αγαπητέ Θανάση!
Γνωρίζω πως με βλέπεις από εκεί ψηλά, σε χαιρετώ και πιστεύω πως θα μπορέσουμε τελικά να γνωριστούμε, έστω και με αυτό τον ασυνήθιστο τρόπο.
Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010
Σάββατο 6 Μαρτίου 2010
Η αύρα της ψυχής
Το κυνηγητό και το κρυφτό δεν ήταν από τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Πάντα μου άρεσε να περπατάω με τις ώρες σε δασικά μονοπάτια ή να παρατηρώ αρχαιολογικούς χώρους. Τα μονοπάτια δεν μπορούσα να τα βρω στην πόλη, αλλά χάρη στο Θεό της Ελλάδος, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο αρχαιολογικό πάρκο.
Παλιότερα κατέβαινα συχνά στο Μοναστηράκι τις Κυριακές το πρωί. Περιδιάβαινα, ψώνιζα βιβλία ή μικροπράγματα, παλιά ή και καινούργια. Εκείνη την εβδομάδα, επειδή ήταν άνοιξη είπα να κατεβώ Σάββατο -καλή ώρα- και άρχισα τη βόλτα μου από τη γνωστή διαδρομή: Σταθμός τραίνου-Πλατεία Μοναστηρακίου- Ηφαίστου - Άγιος Φίλιππος - Αδριανού - Θησείο - Διονυσίου Αρεοπαγίτου και επιστροφή. Καθώς γύριζα και μόλις είχα μπει στην Αδριανού, αισθάνθηκα ένα δροσερό αεράκι και μάλιστα αρωματισμένο να περνάει δίπλα μου και το άρωμα ήταν τόσο ελκυστικό που το ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άρωμα ανήκε σε μια ψηλόλιγνη φιγούρα που κινιόταν γρήγορα σαν ελάφι και χρειάστηκε να βιάσω το βήμα μου για να την προλάβω. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα δυό χαμογελαστά αντρικά πρόσωπα να με πλησιάζουν από δεξιά και αριστερά σαν να ήθελαν να με ρωτήσουν για "που τόβαλα;" ' ήταν η ακολουθία του "αερικού". Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει περισσότερο από όσο κάποιος που σέβεται τον προσωπικό χώρο του άλλου και σταμάτησα απότομα. Τα άτομα που με πλησίασαν σαν να κατάλαβαν τι αισθανόμουνα και χαμογέλασαν συγκαταβατικά, με κοίταξαν φιλικά και μόνο που δεν με χτύπησαν στην πλάτη να μου πουν συμπονετικά: "καταλάβαμε, κι εμείς το πάθαμε όταν γνωρίσαμε τη Μελίνα για πρώτη φορά!" Όπως καταλάβατε, το πρόσωπο που ακολούθησα για λίγα μέτρα μαγεμένος ήταν η Μελίνα Μερκούρη, που βέβαια αναγνώρισα όταν γύρισε να με κοιτάξει ήρεμη αλλά και απορημένη που διέκοψα για μια στιγμή την "έφοδό" της στο Μοναστηράκι ' γιατί φάνηκε κάπου να πηγαίνει βιαστική. Δεν μιλήσαμε ποτέ, δεν γνωριστήκαμε, αλλά αυτό με διευκολύνει να σας μεταφέρω τον αέρα της, μετά από τόσα χρόνια, τόσο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά όσο αξίζει σε μια ψυχή.
Αφιερωμένο στη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη (6 Μαρτίου).
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010
Ανθρωπιά και αρμονία
Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.
Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.
Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».
Μιλάει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη διεύθυνση: http://www.rempetika.com/diafora/ayto_bambakari.htm
Μικρό αφιέρωμα στην επέτειο του θανάτου (8 Φεβρουαρίου) του Μάρκου Βαμβακάρη.

