Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Η αύρα της ψυχής




Το κυνηγητό και το κρυφτό δεν ήταν από τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Πάντα μου άρεσε να περπατάω με τις ώρες σε δασικά μονοπάτια ή να παρατηρώ αρχαιολογικούς χώρους. Τα μονοπάτια δεν μπορούσα να τα βρω στην πόλη, αλλά χάρη στο Θεό της Ελλάδος, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο αρχαιολογικό πάρκο.

Παλιότερα κατέβαινα συχνά στο Μοναστηράκι τις Κυριακές το πρωί. Περιδιάβαινα, ψώνιζα βιβλία ή μικροπράγματα, παλιά ή και καινούργια. Εκείνη την εβδομάδα, επειδή ήταν άνοιξη είπα να κατεβώ Σάββατο -καλή ώρα- και άρχισα τη βόλτα μου από τη γνωστή διαδρομή: Σταθμός τραίνου-Πλατεία Μοναστηρακίου- Ηφαίστου - Άγιος Φίλιππος - Αδριανού - Θησείο - Διονυσίου Αρεοπαγίτου και επιστροφή. Καθώς γύριζα και μόλις είχα μπει στην Αδριανού, αισθάνθηκα ένα δροσερό αεράκι και μάλιστα αρωματισμένο να περνάει δίπλα μου και το άρωμα ήταν τόσο ελκυστικό που το ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άρωμα ανήκε σε μια ψηλόλιγνη φιγούρα που κινιόταν γρήγορα σαν ελάφι και χρειάστηκε να βιάσω το βήμα μου για να την προλάβω. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα δυό χαμογελαστά αντρικά πρόσωπα να με πλησιάζουν από δεξιά και αριστερά σαν να ήθελαν να με ρωτήσουν για "που τόβαλα;" ' ήταν η ακολουθία του "αερικού". Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει περισσότερο από όσο κάποιος που σέβεται τον προσωπικό χώρο του άλλου και σταμάτησα απότομα. Τα άτομα που με πλησίασαν σαν να κατάλαβαν τι αισθανόμουνα και χαμογέλασαν συγκαταβατικά, με κοίταξαν φιλικά και μόνο που δεν με χτύπησαν στην πλάτη να μου πουν συμπονετικά: "καταλάβαμε, κι εμείς το πάθαμε όταν γνωρίσαμε τη Μελίνα για πρώτη φορά!" Όπως καταλάβατε, το πρόσωπο που ακολούθησα για λίγα μέτρα μαγεμένος ήταν η Μελίνα Μερκούρη, που βέβαια αναγνώρισα όταν γύρισε να με κοιτάξει ήρεμη αλλά και απορημένη που διέκοψα για μια στιγμή την "έφοδό" της στο Μοναστηράκι ' γιατί φάνηκε κάπου να πηγαίνει βιαστική. Δεν μιλήσαμε ποτέ, δεν γνωριστήκαμε, αλλά αυτό με διευκολύνει να σας μεταφέρω τον αέρα της, μετά από τόσα χρόνια, τόσο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά όσο αξίζει σε μια ψυχή.

Αφιερωμένο στη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη (6 Μαρτίου).

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Ανθρωπιά και αρμονία



Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.
Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.
Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Μιλάει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη διεύθυνση: http://www.rempetika.com/diafora/ayto_bambakari.htm


Μικρό αφιέρωμα στην επέτειο του θανάτου (8 Φεβρουαρίου) του Μάρκου Βαμβακάρη.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η ζωή είναι -και- εδώ

Η σύγχρονη μεγαλούπολη στην οποία έχουμε μεγαλώσει ή ζήσει κάποια διαστήματα της ζωής μας οι περισσότεροι από εμάς, είναι ένα σαθρό σύστημα που φαίνεται να δημιουργήθηκε από την ανάγκη των ηρώων της να αυτοκαθοριστούν και συντηρείται από τη συνήθειά τους να επιβιώνουν.
Αν ξαναγυρίζονταν σήμερα γνωστές κινηματογραφικές ταινίες, ίσως να είχαν τίτλους όπως: «Επάγγελμα: τρομοκράτης» ή «Οι δύο μέρες του τρομοκράτη».

Οι ήρωες της Νατάσας Ζαχαροπούλου κινούνται με τρόπο άμεσο, καίριο για τις επιδιώξεις τους και απόλυτα κατανοητό για τον αναγνώστη και με τον τρόπο αυτό τον παρασύρουν να παρακολουθήσει τις δραστηριότητές τους από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του μυθιστορήματος βρίσκουν διέξοδο σε επικίνδυνα ή, πάντως, μη συμβατικά χόμπυ, ώστε να δώσουν νόημα και κατεύθυνση σε μια ζωή -στη ζωή τους- που τους επιβλήθηκε από τρίτους (γονείς, εξουσία, πολιτεία).

Η «ακτινογραφία μιας σκιάς» που κινείται στο σκοτάδι γίνεται οικεία έως και φιλική σε κάποιες στιγμές για τον αναγνώστη, γιατί η Ν.Ζ. δεν φοβάται τον άνθρωπο όσο σκοτεινές κι αν είναι οι απόψεις ή οι επιδιώξεις του, τον αναλύει και τον παραδίδει μέσα από μια ιδιόμορφη κάθαρση στον αναγνώστη ως εξημερωμένο άγριο ζώο της ζούγκλας που δεν απειλεί πλέον τη ζωή του, με χιούμορ και συμπάθεια. Η αστυνομική πλοκή αποτελεί τη σταθερή δομή του μυθιστορήματος και ο ερωτισμός τη συνεκτική ουσία προσώπων και συναισθημάτων.

Η συγγραφέας μέσα από την ιστορία που πλάθει, βρίσκει την ευκαιρία να κάνει επιλεκτικές επισημάνσεις και κριτικά σχόλια για τις σχέσεις των δύο φύλων, τον ρόλο κάθε φύλου στις κοινωνικές διεργασίες, τη θέση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και τη μοναξιά που περιβάλλει τα πρόσωπα του μύθου.

Η «συμμετοχή» μου στην πλοκή του μυθιστορήματος εξασφαλίστηκε αβίαστα από την πρώτη σειρά του έχοντας το πλεονέκτημα πως ήμουν εκ των προτέρων αόρατος και επομένως εξασφαλισμένος, ανεξάρτητα από το μέγεθος του κινδύνου που θα μπορούσα να διέτρεχα.
Έχω επομένως εξαιρετικά θετική γνώμη για το μύθο της ιστορίας και αν μου επιτρεπόταν να έχω άποψη για τον τίτλο θα έλεγα πως «Η ζωή είναι και εδώ» αλλά και αλλού, όμως εδώ, εξελίσσεται στην υλική της μορφή και επομένως οι διαδικασίες είναι και απτές και μετρήσιμες, ενώ ακόμη δεν έχουμε ανακαλύψει τρόπους να υπολογίζουμε με ακρίβεια το άυλο και ίσως να μην το καταφέρουμε ποτέ.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Η εικόνα βρίσκεται στη διεύθυνση: digital-camera.gr/index.php?option=photos...

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Αφιερωμένο στους Άντρες




Αφιερωμένο στους ευζώνους που δεν εγκατέλειψαν το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη που βρίσκεται μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων. Αυτή η ήττα των σκοτεινών σκιών που κρύβονται για να τραυματίσουν τη Δημοκρατία είναι εξαιρετικά συμβολική και τη θεωρώ σημαντικότερη από τη σύλληψη των μελών της 17Ν. Αυτοί οι τρεις άντρες -οι δύο σκοποί και ο λοχίας- είχαν τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν την έκρηξη μιας βόμβας από πολύ κοντά και έμειναν εκεί!

Σημείωση:

Η περίεργη αυτή οργάνωση: "Συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς" έχει επιλέξει έως τώρα να χτυπήσει βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως ανήκει στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Όμως ο τίτλος, δεν σας θυμίζει τη διακήρυξη ενός πυρομανούς που είναι περήφανος για τη διαστροφή του και αναζητά πολιτικά ερείσματα για να τη στηρίξει; Η έννοια, πάλι της συνωμοσίας εμπεριέχει ιδεολογική ταύτιση των μελών της ομάδας αυτής που συναντάται μόνο σε ολοκληρωτικές νοοτροπίες περασμένων εποχών, αλλά και διασυνδέσεις της οργάνωσης με παράκεντρα εξουσίας. Παράλληλα, οι πρόχειρες όσο και κουτοπόνηρες πρακτικές της ομάδας αυτής (χρήση χυτρών μαγειρικής, προσβολή εθνικών συμβόλων), όπως επίσης και η δήλωσή τους πως θα ειδοποιούν με λεπτομέρειες σχετικά με το τόπο και το χρόνο που θα εκραγεί μια βόμβα για να μην υπάρχουν θύματα, επειδή "αγαπούν τους Έλληνες πολίτες" αλλά όχι την κοινοβουλευτική δημοκρατία, παραπέμπουν μάλλον προς την ακροδεξιά.
Όπως ανέφεραν και τα τηλεοπτικά δελτία επιλέχθηκε η ώρα της έκρηξης να συμπέσει με το χρόνο μετάδοσης των κεντρικών ραδιοτηλεοπτικών δελτίων. Γιατί; Κάποιος "παρα-δημοσιογράφος" το σχεδίασε; Σημειώστε επίσης ότι ο Γ. Καρατζαφέρης, δεν εκμεταλλεύθηκε αμέσως -όπως θα περίμενε κανείς- το θέμα που προσφέρεται για υπερεθνική προπαγάνδα. Γιατί έχασε την ευκαιρία; Μήπως για να μην εκτεθεί;
Οπωσδήποτε η Ελλάδα έχει μέλλον και αυτό μπορεί να εξυπηρετηθεί από τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο -με την εξαίρεση του "Συναγερμού"- που ούτε λαϊκός είναι ούτε βέβαια ορθόδοξος (με τη θρησκευτική έννοια). Σε κάθε περίπτωση, όπως και να το κάνουμε, το ΛΑ.Ο.Σ. δεν τονίζεται στη λήγουσα γιατί δεν αποτελεί λέξη αλλά συνοθήλευμα λέξεων -σκόπιμα επιλεγμένων- που να παραπέμπουν εκεί που στοχεύει το κόμμα, δηλαδή στον αγράμματο λαό.

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Η υπόριζη ποσότητα



Για τον σερβιτόρο είμαι ο πελάτης,
ο σκουπιδοφάγος που βγάζει κέρματα '
για τον εκπαιδευτή μια μάζα ακατέργαστη '
για μια όμορφη γυναίκα το θήραμα '
για έναν ιερέα ο κολυμπηθρόπληκτος '
για έναν τελετάρχη
ο οριστικά κρεμασμένος '
ο τελικά οριζοντιωμένος '
ο απόλυτος καταναλωτής.
Κανένας δεν ψάχνει κάτω από τη ρίζα μου '
με την πείρα του αδιαφορεί αν τα ξέρει όλα
ή όχι για μένα το «θάμνο».
Κάνει τις πράξεις για να επαληθεύσει
το αποτέλεσμα που προτιμάει
κι αγνοεί τη μορφή της υπόριζης ποσότητας.

Γιώργος Δημητρίου Χ.



Η εικόνα προέρχεται από τη διεύθυνση: http://sajwl.tripod.com/root34_5.jpg

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Ποίημα για τον καθημερινό άνθρωπο

.
Everest_News


(Πρωτότυπος τίτλος): Ποίημα για τον κάθε άνθρωπο


Θα σας παρουσιάσω
σιγά-σιγά
πλευρές
του εαυτού μου,
αν έχετε υπομονή και δείξετε ευαισθησία.
Θα ανοίξω συρτάρια
που συνήθως μένουν κλειστά
και θα βγάλω από εκεί ανθρώπους και τόπους και πράγματα,
ήχους κι οσμές και χρώματα,
έρωτες και απογοητεύσεις, ελπίδες και λύπες,
κομμάτια εδώ κι εκεί μιας ζωής πενήντα χρόνων
που αιχμαλώτισα στις χούφτες μου
και,
όπως το νερό που ετοιμάζομαι να ρίξω στο πρόσωπό μου κάθε πρωϊνό,
ράγισαν το βράχο κι
άνοιξαν το δρόμο προς τη μνήμη μου,
κατοικούνε στην καρδιά μου
-εγώ τ' ανασύρω για χάρη σας, να τα δούμε μαζί-
είναι ο εαυτός μου.
Αν δεν τα πάρετε στα σοβαρά,
αρνηθείτε τη σημασία τους
ή αν, χειρότερα, τα κρίνετε,
θα αρχίσω ήσυχα, σιγά-σιγά
να τα τυλίγω
σε μικρές βελούδινες θήκες,
όπως τα παλιά ασημένια και χρυσά νομίσματα,
θα τα τοποθετήσω
σε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο
Και θα το κλειδώσω.

John Wood 1974

(διασκευή Γιώργος Δημητρίου Χ.)

Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο του Alan Rogers, Η εκπαίδευση ενηλίκων, Αθήνα, Μεταίχμιο 1999, σ. 95.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Ο λαός και η αλήθεια

Σε μια πραγματική δημοκρατία, η κυβέρνηση, εκλέγεται από τον λαό, τα μέλη της προέρχονται από ανθρώπους του λαού και, αναλαμβάνει την ευθύνη να διοικήσει τη χώρα για χάρη του λαού. Με αυτό τον τρόπο όριζε τη δημοκρατία ο Λίνκολν.

Πρώτα-πρώτα, όλοι όσοι θέλουν να ονομάζονται δημοκράτες ή, συχνά, συναινούν να θεωρούνται ως τέτοιοι, για να εξυπηρετήσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα, δέχονται το κοινοβουλευτικό σύστημα ως αφετηρία των επιδιώξεών τους. Στη συνέχεια, ως άτομα που προέρχονται από τον λαό, νομιμοποιούνται να εκπροσωπήσουν άμεσα τον λαό με τη συμμετοχή και την επιλογή τους στις εκλογές κάθε δημοκρατικής χώρας.
Καταληκτικά, οι πολιτικοί που συμμετέχουν στις δημοκρατικές εκλογές διατείνονται ότι αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση της χώρας για να υπηρετήσουν το «καλό του λαού». Θεωρούν πως, ως άμεσοι εκπρόσωποι του λαού, γνωρίζουν ποιες είναι οι ανάγκες που πρόκειται να ικανοποιηθούν και οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν ώστε να αισθάνεται ο λαός, ασφαλής, δημιουργικός και ευτυχής.

Όμως, όπως γράφει ο Ρ. Ρούφος στο κείμενό του «Για χάρη του λαού» :
«Δεν υπάρχει αυτοτελές, απόλυτο κριτήριο για το τι είναι σε κάθε ιστορική στιγμή το «καλό του λαού», και για το αν μια κυβέρνηση το επιδιώκει σωστά ή όχι, αλλιώτικα θα αναθέταμε τις αποφάσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και θα περίττευε όλως διόλου η δημοκρατία».

Αλλά, τι είναι ο «λαός»;
Σύμφωνα με τους ορισμούς που καταθέτει ο Γ. Μπαμπινιώτης, λαός είναι:
«1. α. (γενικότερα) το σύνολο των πολιτών ενός κράτους ' το σύνολο των φυσικών προσώπων που έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους, ανεξάρτητα από γλώσσα, θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, ηλικία, κ.λπ. β. το σύνολο των ενεργών πολιτών ενός κράτους που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (το εκλογικό σώμα).
2. (ειδικότερα) το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.
3. (ο λαός ως έθνος) το έθνος, σύνολο προσώπων με κοινά χαρακτηριστικά (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις κ.λπ.
)».

Γίνεται φανερό, ότι η έννοια του λαού, ανάλογα με την εκδοχή που εκφέρεται κάθε φορά, αντιστοιχεί σε ευρέα ανομοιογενή σύνολα ανθρώπων, όπου κυριαρχούν υποσύνολα όπως οι κοινωνικές τάξεις, τα κοινωνικά στρώματα και οι ομάδες συμφερόντων (τραπεζικά, επιχειρηματικά, επικοινωνιακά των ΜΜΕ και εκκλησιαστικά).

Όπως σημειώνει ο Ρούφος:
«Μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο, μόνο η εκάστοτε πλειοψηφία θα κρίνει ποιο είναι το γενικό καλό και ποια κυβέρνηση θα το πραγματοποιήσει ευστοχώτερα, και θα ψηφίσει ανάλογα».

Εδώ, διαπιστώνεται μια στρέβλωση των δημοκρατικών διαδικασιών. Όσοι συμμετέχουν στις εκλογές ως υποψήφιοι βουλευτές, προϋποθέτουν πως γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιο ακριβώς είναι το «καλό του λαού», όπως επίσης, ποιοι είναι οι προσφορότεροι τρόποι για να το υπηρετήσουν, ακόμη και αν ο λαός διαφωνεί με την αντίληψή τους σχετικά με τον ορισμό που δίνουν ως προς το ποιό ακριβώς είναι το «καλό του».
Σύμφωνα με την αντίληψη των αυτόκλητων αυτών σωτήρων: «ο λαός δεν γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον του». Ο πολιτικός εκπρόσωπος είτε ανήκει σε μια φωτισμένη ελίτ, είτε είναι εκκολαπτόμενος δικτάτορας, είτε είναι πανεπιστημιακός ταγός, είτε λειτουργεί ως αυταρχικός γονέας που τιθασεύει το απείθαρχο παιδί του (στην περίπτωσή μας, τον λαό). Ο πολιτευτής, με την ψήφο κάθε πολίτη που συγκεντρώνει, θεωρεί πως εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την εξουσιοδότηση να χειριστεί τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα κατά την κρίση του!

Ολόκληρη λοιπόν η προσπάθεια κάθε πολιτευόμενου, επικεντρώνεται στο να πείσει τον πολίτη πως πρόκειται, εφόσον εκλεγεί, να υπηρετήσει τα συμφέροντά του. Αλλά τα συμφέροντα των διάφορων κοινωνικών ομάδων είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Στην περίπτωση αυτή, συνυπολογίζεται το δυναμικό των ομάδων - οι εργάτες είναι εκατομμύρια, και από την άλλη πλευρά, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι, μόνο μερικές εκατοντάδες, αλλά με απείρως μεγαλύτερη οικονομική ισχύ. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα συμφέροντα; Μα με την πολιτική των συμψηφισμών και μιας ιδιόμορφης ερμηνείας του «μέσου όρου» ' οι εργάτες θα δεχθούν να πάρουν χαμηλότερα ημερομίσθια, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης των αγορών, κάτω από την απειλή να απολέσουν την εργασία τους, και έτσι οι εργοδότες θα ζημιωθούν λιγότερο. Τη διαμεσολάβηση μεταξύ τους θα αναλάβει η κυβέρνηση που προέρχεται από τον λαό, αλλά όχι από τις χαμηλότερες τάξεις του λαού, κυρίως από τη λεγόμενη «μεσαία τάξη».

«Μέσος όρος», «μέση λύση», «μέσος άνθρωπος», «μεσαίος χώρος», «μεσολάβηση». Βρίσκεται η αλήθεια στον μέσο όρο; Ούτε ναι, ούτε όχι, γιατί η αλήθεια δεν είναι μία. Σύμφωνα με τη ρήση του Μαχάτμα Γκάντι: «Ο καθένας θα συνεχίσει να αναζητεί τη δική του αλήθεια», στη διάρκεια της ζωής του, επιδεικνύοντας «παθητική αντίσταση» ή στην περίπτωση των Ελλήνων, «ενεργητική ανοχή», με την έννοια μιας κοινωνικής επανάστασης και εξέγερσης που εξαντλείται σε έντονες προφορικές διαμαρτυρίες, και διαρκώς αναβάλλεται, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες που θα «εξασφαλίζουν» την επικράτησή της στο μέλλον!

Στην πορεία αναζήτησης της ατομικής αλήθειας, κάθε άνθρωπος, θα καλείται να ψηφίσει κάθε φορά, το λιγότερο κακό, αφού κανείς δεν του διασφαλίζει πως υπηρετεί το «καλό του!».

Βιβλιογραφία
Μπαμπινιώτης Γιώργος, (2002), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, σ. 991.
Ρούφος Ρόδης (1971) Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου, Αθήνα, Ίκαρος, σ. 174-179.
Η εικόνα βρίσκεται στη διεύθυνση: www.un.int/india/
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Τα παιδιά με τα κλαδιά

Ήταν το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 2009. Εκατομμύρια ζευγάρια μάτια παρακολουθούσαν μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων μια μικρή φωτιά να γιγαντώνεται και να καίει μεγάλες δασικές περιοχές γεμάτες πεύκα, ελιές, θάμνους αλλά και γεωργικές καλλιέργειες και σπίτια. Ένα ανθρωπάκι θα εμφανιζόταν μετά από μέρες στην οθόνη της τηλεόρασης και θα ψέλλιζε πως φταίνε τα πεύκα που μεταδίνουν τη φωτιά και όχι το χέρι των εμπρηστών που θέλησε να μετατρέψει σε οικοδομήσιμη μια δασική έκταση στον Μαραθώνα της Αττικής και τόσες άλλες περιοχές στην Ελλάδα.
Είμαστε πολύ καθυστερημένοι, φαίνεται, ως πολιτισμός, στην ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας -δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει μεταλλαγμένα φυτά που να μην καίγονται- και το κυριότερο δεν καταφέραμε να περιορίσουμε την ευθυνοφοβία των πολιτικών παραγόντων που φτάνει τα όρια της βλακείας και δείχνει να είναι μεταδοτική όπως και η «γρίπη των χοίρων» μεταξύ των ανθρώπων που τους μιμούνται, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Μπροστά στα μάτια των ανθρώπων στην Ελλάδα που, από ενεργοί πολίτες, έχουν μετατραπεί σε θεατές, τα τελευταία 20 χρόνια, από τους εξοντωτικούς ρυθμούς της καθημερινής ζωής αλλά και από την έλλειψη συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού, απελπισμένοι άνθρωποι κάνουν εκκλήσεις βοήθειας να έλθουν τα μέσα πυρόσβεσης να σώσουν τα φλεγόμενα σπίτια τους. Η απάντηση των δημοσιογράφων προς τους πυροπαθείς είναι πάγια: «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο, η άποψή σας ακούστηκε!» Είναι αυτή απάντηση της Τέταρτης εξουσίας -του Τύπου- που φέρεται ως να είναι Πρώτη, αλλά στα «δύσκολα» αποποιείται την πρωτοκαθεδρία της;

Ακούστηκε; Από ποιους; Από μια άβουλη και ανίκανη κυβέρνηση ή από τους παθητικούς θεατές που παρακολουθούσαν, κατά βάθος, ανακουφισμένοι, να καίγεται ένας περιβαλλοντικός χώρος της Αττικής που βρισκόταν μακριά από το δικό τους σπίτι;
Πέρα από τις σπασμωδικές κινήσεις των εναέριων μέσων και των επίγειων δυνάμεων της πυροσβεστικής που αυτοσχεδίαζαν -ελλείψει κεντρικού συντονισμού- μόνο μια ομάδα εθελοντών όλων των ηλικιών -κυρίως νέων- πάλευε με κλαριά να σβήσει μικρές εστίες φωτιάς που έκαιγαν θάμνους και ήταν οι μοναδικές φωτιές, μέσα στα ανθρώπινα μέτρα, που μπορούσαν πρακτικά να αντιμετωπιστούν.

Ο ελληνικός λαός ανέδειξε την τελευταία δεκαετία στην εξουσία, πολιτικούς του «συρμού», πολιτικούς ανάξιους, που περιφέρουν την απαξία τους καμαρωτοί σε τελετές, εγκαίνια και κομματικές συγκεντρώσεις και απαιτούν το σεβασμό μόνο και μόνο γιατί έχουν την εξουσία να τον επιβάλουν. Ένας μικρός «ηγέτης», αφράτος και αεράτος μέσα στο κοστουμάκι του, θέλει να βαδίζει «ανδρικά» -λέμε τώρα- αλλά δεν τα καταφέρνει πάντα! Κάπου ο βηματισμός του ξεφεύγει προς τα δεξιά και τον επαναφέρει με μικρές διορθωτικές κινήσεις που γίνονται όμως με τόση καθυστέρηση ώστε διαλύουν κάθε ίχνος αρχοντιάς.
Δεν υπάρχουν άξιοι άνθρωποι να αναλάβουν την εξουσία; Δεν είμαι βέβαιος. Πάντως, όλοι οι υποψήφιοι αρχηγοί της κυβερνητικής παράταξης είναι καλύτεροι και από την άποψη των πολιτικών προσόντων αλλά και από την άποψη της προσωπικότητας από τον σημερινό πρόεδρο της κυβέρνησης. Αλλά, δυστυχώς, το μόνο που επαναλαμβάνεται στην ιστορία φαίνεται πως είναι τα λάθη των πολιτικών, αλλά και των ψηφοφόρων. Μεταφορά πολιτικού κύρους και μετάγγιση πυγμής δεν μπορεί να γίνει μεταξύ πολιτικών ακόμη και όταν είναι συγγενείς, όπως στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ θείου και ανιψιού!


Έγραφε ο Α. Τερζάκης στο άρθρο του «Τα παιδιά με τα κλωνάρια»[1]:
«Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο, από δω κι εμπρός, ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατόρθωσες να «φτάσεις» δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς ανήκει στην ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι ν’ ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνη θα σε στηρίζει, όχι ο τίτλος».

Από την άλλη πλευρά, δεν πιστεύω πως τα παιδιά με τα κλαδιά που συμμετείχαν εθελοντικά στη δασοπυρόσβεση άφησαν τις καφετέριες -όπως ανέφεραν οι δημοσιογράφοι της τηλεόρασης- για να σώσουν το δάσος σε μια ξαφνική έκρηξη αυτοσεβασμού και αφύπνισης της περιβαλλοντολογικής συνείδησης, εκτός αν η φωτιά κατευθυνόταν προς την καφετέριά τους!

Όμως δεν είναι ώρα για πικρά αστεία.

Άλλη είναι η μερίδα των εθελοντών νέων που βοήθησαν ' είναι αυτοί που δεν φαίνονται, γιατί δεν προκαλούν και δεν προβάλλονται, αλλά συνηθίζουν να αγωνίζονται σιωπηλά, να ανασυνθέσουν τον κόσμο, πάνω σε μια νέα υγιή βάση.
Τους ευχαριστώ.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Η φωτογραφία ανήκει στην Eurokinissi και προέρχεται από τη συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος της Αθήνας στις 28 Αυγούστου 2009 και αναδημοσιεύεται από το http://www.in.gr/
[1] Τερζάκης, Α. (1963) Προσανατολισμός στον αιώνα (Δοκίμια). Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, σ. 157-161.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Οι "μέλισσες" και ο Κάλβος

Η γνώμη ενός αναγνώστη για το μυθιστόρημα που έγραψε η Πόλυ Χατζημανωλάκη, με τίτλο: «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάϊρ», Εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2008.

Γεννήθηκα 90 χρόνια ακριβώς από την ημέρα όπου ο ποιητής είχε «μια μικρή διαφωνία με τη γυναίκα του», την 1η Νοεμβρίου 1959, επειδή αν και άρρωστος ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ψηφίσει. Η μητέρα μου που βρίσκεται στην ίδια ηλικία θέλει να πάει να ψηφίσει στις επόμενες Ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009 και όχι μόνο. Αλλά ας ασχοληθούμε με τον «δικό μου» Κάλβο με την έννοια του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τη φυσική, πολιτική και ποιητική του παρουσία.
Οι σκέψεις, οι ανησυχίες και οι γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις - οι μέλισσες - του Κάλβου έχουν ανάγκη από ένα αντίστοιχο - όσο μπορεί να υπάρξει αντιστοιχία - παράδειγμα σύγχρονης ζωής - μια μελέτη περίπτωσης (case study) ή καταγραφή μιας ιστορίας ζωής– ώστε να γίνουν αρχικά αναγνώσιμες, ύστερα προσεγγίσιμες και τέλος οικείες στον σημερινό αναγνώστη-ερευνητή-βιβλιόφιλο. Αυτή τη σύνδεση θεωρώ πως επιχείρησε και κατάφερε να δημιουργήσει η συγγραφική αυτή προσπάθεια της Π. Χατζημανωλάκη με έναν ανάλαφρο, όσο και στέρεο τρόπο που μου θυμίζει τις σχοινένιες γέφυρες που συνδέουν τις όχθες ποταμών μέσα στην τροπική ζούγκλα των πόλεων.
Αντιλαμβάνομαι τις δύο κύριες φιγούρες τον Πέτρο Ασλάνογλου και τον Ιάκωβο Λογιάδη του μυθιστορήματος σε εναλλακτικούς ρόλους:
Παιδιού/εφήβου – ώριμου ενήλικα με στοιχεία παιδικότητας,
Μαθητή και δασκάλου,
Μοναχικού και κοινωνικοποιημένου,
Αναγνώστη και λογοτέχνη,
και ως «μετεμψυχώσεις»
του Κάλβου (σε νεαρή ηλικία) – και του ηλικιωμένου Κάλβου,
γιατί ο Κάλβος δεν ήταν ένα μόνο πρόσωπο και δεν μπορεί να αποδοθεί μέσα από μια μόνο κοινωνική ή πολιτισμική εκδοχή.
Καθώς διαβάζω το βιβλίο της κυρίας Χατζημανωλάκη, διαπιστώνω έναν παραλληλισμό ανάμεσα στη ζωή της μέλισσας ως "υπόδειγμα αυστηρότητας και αγνότητας...." και της ζωής του Κάλβου. Σε άλλο σημείο ο αναγνώστης καλείται να μην βλέπει "παρά την αγνή μορφή που οραματίζεται ελευθερία". Λάθη στη γλώσσα, και αρχαϊκοί τύποι μας μεταφέρουν την αγωνία του ποιητή, να δώσει διέξοδο σε κρυφά νοήματα και σημασίες. Ο Κάλβος οραματιζόταν την αναγέννηση της ελληνικής λογοτεχνίας και πίστευε ότι «η απόσταση που χωρίζει τα νέα ελληνικά από τα αρχαία» δεν είναι αγεφύρωτη και γι’ αυτό πρέπει να διανυθεί από τους εκπαιδευτικούς και τους λογοτέχνες, αξιοποιώντας στη νεοελληνική έκφραση αρχαίες λέξεις με τον τρόπο που «έκτιζαν και οι Έλληνες τις εκκλησιές τους χρησιμοποιώντας που και που ένα κιονόκρανο από ένα ναό του Απόλλωνα».
Αλλά γιατί ο Κάλβος, σύμφωνα με όλους τους μελετητές του έργου του, ήταν «δύστροπος, ιδιότροπος και αντικοινωνικός;». Όπως γράφει η Έλλη Αλεξίου: «Στα μικρά του χρόνια του έλειψε η σπιτική διαβίωση» και φαίνεται πως «θα μεγάλωσε μέσα σε οράματα μοναξιάς και αφροντισιάς». Διάβασα, επίσης, τις απόψεις άλλων μελετητών για τη μορφή και τη συμπεριφορά του Κάλβου ' τις καταλαβαίνω όλες, δεν υιοθετώ απόλυτα καμία, παρότι είμαι πλησιέστερα στην προσέγγιση του Καψάσκη.
Έχω την έντονη διάθεση να παρακαλέσω τους μελλοντικούς ερευνητές να τον αφήσουν στην ησυχία του εκεί που βρίσκεται ' μια τέτοια γοητευτική διαφορετικότητα που υλοποίησε η προσωπικότητα του ποιητή, είναι το γέννημα μιας βαθιάς πνευματικής καλλιέργειας και ενός απόδημου αναχωρητισμού που εκδηλώθηκε σε ένα εναλλασσόμενο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου περιπλανήθηκε ο Ανδρέας Κάλβος στη διάρκεια της ζωής του. Θα ανησυχούσα αν κάποιοι μελετητές του έργου του τον έβλεπαν ως έναν απόγονο των τροβαδούρων της Ευρώπης του Μεσαίωνα, όπου ως κοσμοπολίτης περιηγητής περιδιάβηκε πολλές χώρες τις Ευρώπης, έζησε έντονα τον έρωτα, τη δόξα, τη ζωή και πέθανε νέος ή / και «πλήρης ημερών» και κενός πνεύματος σαν Έλληνας αποξενωμένος από την αρχαία πολιτισμική παράδοση.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Το ιστολόγιο της Π. Χατζημανωλάκη βρίσκεται στη διεύθυνση: http://waxtablets.blogspot.com/

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Ένας Ευρωπαίος πολιτισμικός πρόσφυγας

«Όπως όλοι οι Ευρωπαίοι μεγάλωσα κι εγώ με την διδασκαλία ότι ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι εμείς, οι πολιτισμένοι του κόσμου είμαστε οι απόγονοι όλων αυτών των θαυμάσιων ανθρώπων όπως ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Φειδίας και χίλιοι δυο άλλοι. Και μάθαμε να λέμε «Δημοκρατία» και «πολιτική» και «οικονομία» και «θέατρο» και «ποίηση» και χίλιες δυο άλλες Ελληνικές λέξεις, και ποτέ δάσκαλος δεν μας είπε ότι είναι περίεργο πώς οι πολιτισμένοι λαοί, όπως οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, δεν βρήκαν στις τόσο πλούσιες γλώσσες τους λέξεις για να εκφράσουν τις πιο βασικές δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος: είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και τέρμα. Και δεν βρέθηκε δάσκαλος που να μας πει ότι μολονότι εμείς είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, υπάρχουν κάποιοι φτωχοί συγγενείς που λέγονται Έλληνες και ίσως νάναι και αυτοί απόγονοι των «δικών» μας αρχαίων προγόνων.
»Έτσι μεγάλωσα. Ύστερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, αποφάσισα να κάνω και εγώ ένα ταξίδι – προσκύνημα – στην πατρίδα του πολιτισμού «μου». Και ξεκίνησα για την Ελλάδα.
»Ήταν, όπως είπα, πριν δεκαπέντε χρόνια: ένα ωραίο πρωί του Ιουνίου, ξεμπαρκάρισα στην Ηγουμενίτσα, αρχή του προσκυνήματος.
»Με εντυπωσίασε το τοπίο, τρελλάθηκα με τα βουνά της Ηπείρου, με τα Γιάννενα, έμεινα με ανοιχτό στόμα στη Δωδώνη και νόμισα ότι άρχιζα να νοιώθω την Ελλάδα. Αλλά πριν φθάσω στην Πελοπόννησο και στην Αττική ξέχασα τοπία και αρχαιότητες, γιατί στο Αγρίνιο έπαθα το πρώτο «κοινωνιολογικό σοκ»:
» Ήταν απογευματάκι όταν έφτασα στην πλατεία του Αγρινίου, μόλις είχε τελειώσει η «σιέστα», ήδη ανοίγανε τα καφενεία και αποφάσισα να πιω ένα καφέ. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και βγήκα, κάθισα σε ένα τραπέζι και παράγγειλα. Αυτή τη στιγμή σηκώνεται από ένα άλλο τραπέζι ο μοναδικός άλλος πελάτης και έρχεται κοντά μου, κάθεται στο τραπέζι μου και αρχίζει να μου μιλάει. Δεν ήξερα τότε ακόμα ελληνικά και με το λεξικό που είχα στην τσέπη μου και με μερικές αγγλικές λέξεις που ήξερε ο συνομιλητής μου, σιγά-σιγά κατάλαβα τι θέλει ο άνθρωπος. Ήθελε να με γνωρίσει. Με ρώτησε από πού είμαι, τι δουλειά κάνω, αν είμαι παντρεμένος, αν ζουν οι γονείς μου και άλλα. Μου είπε ότι ο ίδιος είναι καπνεργάτης. Και τότε έπαθα το σοκ: Πώς γινόταν αυτό; Πώς είναι δυνατόν ένας εργάτης να μιλάει ελεύθερα με έναν αντιπρόσωπο της αστικής τάξης; Πώς μπορεί να ενδιαφέρεται χωρίς συμφέρον – γιατί ήξερε και αυτός, όπως εγώ, ότι ποτέ στη ζωή μας δεν θα ξαναϊδωθούμε – για κάποιον που θα έπρεπε ή να μισεί ή να φοβάται ή, τουλάχιστον, να νοιώθει απέναντί του ένα τέτοιο σύμπλεγμα κατωτερότητας, που να μην του έρθει ποτέ η επιθυμία να του μιλήσει. Γιατί σε μας, στις ευρωπαϊκές χώρες, αυτές είναι οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων…»
Αυτό το κοινωνιολογικό και πολιτισμικό σοκ ήταν η αφορμή για να παραμείνει τελικά μόνιμα στην Ελλάδα ο Αυστριακός Λαυρέντιος Γκέμερεϋ. Το απόσπασμα που παραθέτουμε ανήκει στην εισαγωγή του αξιοσημείωτου βιβλίου του «Η δύση της Δύσης. Η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός», που κυκλοφόρησε το 1977 και βρίσκεται ακόμη στα βιβλιοπωλεία. Στο βιβλίο αυτό ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ επιχειρεί να αναλύσει τον ζώντα ελληνικό πολιτισμό σε αντιπαράθεση προς τον αστικό και ορθολογικό πολιτισμό της Δύσης. Φθάνοντας στην Ελλάδα ο ίδιος, –διευθυντής τότε του «Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου» της Βιέννης με σπουδές Θεολογίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας, αλλά και ιερέας του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος–, άρχισε να μελετά την ελληνική πραγματικότητα για να διαμορφώσει μια πολιτισμική και ιστορική εικόνα ολότελα διαφορετική από κείνη που του είχαν μεταδώσει οι σπουδές του.
Εντυπωσιάζεται με τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες δεν παραδέχονται ταξικές διακρίσεις και γοητεύεται από τις ιδιορρυθμίες της ελληνικής νοοτροπίας: τον αυθορμητισμό, τη μόνιμη τάση προς το στιγμιαίο, την περιφρόνηση και απόρριψη κάθε οργανωμένης καταπίεσης, την έλλειψη κάθε συστήματος, δηλαδή μ’ αυτό που, με κάποια περιφρόνηση, ονομάζεται «Ρωμηοσύνη». Τον συγκλονίζει η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργεί κανένα σύστημα, όχι γιατί ο Έλληνας είναι υποανάπτυκτος όπως διατείνονται οι Ευρωπαίοι, αλλά γιατί ο Έλληνας αφήνει πάντα περιθώρια για το απρόβλεπτο και αποδέχεται το ανορθολογικό. Διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η «ελληνική ανθρωπιά» δεν είναι ηθική στάση επιβεβλημένη από κυριαρχικές μορφές, αλλά μια αναρχική διακύμανση ανάμεσα στα ατομικά και στα κοινωνικά συμφέροντα. Αποκτά πλέον τη βεβαιότητα ότι στην Ελλάδα βρήκε την παρουσία του αυτόνομου υποκειμένου, το οποίο στη Δύση δεν είναι εφικτό, παρά μόνο σαν αντικείμενο. Θέλει με το βιβλίο του να βοηθήσει τους Έλληνες να δουν τον, εξιδανικευμένο γι’ αυτούς, ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κριτικό μάτι και εύχεται να γλυτώσουν οι Έλληνες από τον εξευρωπαϊσμό, που τόσο επιθυμούν.
Ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ που είχε γεννηθεί το 1931 στο Γκρατς της Αυστρίας πέθανε πριν λίγα χρόνια στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δήλωνε, κατά την δική του έκφραση, «πολιτισμικός πρόσφυγας».
Δημήτρης Μαυρίδης

Αναδημοσιεύεται από τον τόπο: http://www.antibaro.gr/articles/identity/0409-mauridhs-prosfugas.html
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009