Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Ο Διάλογος του ποιητή με τον σοφιστή - λόγιο


Το Ελληνικό Έθνος είχε την τύχη να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν τη σκέψη και τις ανάγκες της ψυχής του -εκτός από γηγενείς δασκάλους, όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι αγωνιστές της Επανάστασης- κυρίως απόδημοι Έλληνες, όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Διονύσιος Σολωμός.
Ο Διονύσιος Σολωμός λειτούργησε ως καίριος εκφραστής του πνεύματος του 1821 και κατάφερε να μεταγράψει τη σκληρή πραγματικότητα των ανθρώπων του λαού σε ένα ανθρωπιστικό, ποιητικό έργο αρχών και θέσεων.
Το έργο "Διάλογος" δοκιμάζει μια ανταλλαγή σκέψεων και απόψεων με τον λαϊκό και τον μορφωμένο άνθρωπο της εποχής, ως τις δύο όψεις του Έλληνος και έχει σκοπό να αποκαλύψει την αλήθεια πέρα από ιδεοληψίες, εμμονές και προκαταλήψεις.
Αντικατέστησα, από το πρωτότυπο κείμενο, μόνο μερικά γραμματολογικά στοιχεία (ρήματα, προθέσεις, συνδέσμους, επιρρήματα) για να δείξω πως παραμένει σύγχρονο και ζωντανό και για να γίνει περισσότερο κατανοητό στα νέα παιδιά.  
Τα νέα παιδιά, σήμερα, δεν έχουν ανάγκη να μάθουν τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά να μορφωθούν ουσιαστικά με τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η αρχαία ελληνική γραμματεία πρέπει να είναι δοσμένη στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα για να γίνεται απόλυτα κατανοητή' δεν θέλουμε να παράγουμε "παπαγάλους" ' αναζητούμε ανθρώπους με συνθετική ικανότητα και κριτική σκέψη!   
 
Γιώργος Χατζηαποστόλου

ΔΙΑΛΟΓΟΣ [1]

A voce più ch’al ver drizzan li volti;[2]
E così ferman sua opinione,
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti

Dante Purg. XXVI, 121-123

ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ

ΦΙΛ. Έπειτα από τόσα λόγια, ξεχάστηκες κοιτάζοντας κατά τη μεριά της Πελοποννήσου.
ΠΟΙΗΤ. Αλλά πρέπει να ξέχασες και συ, γιατί δε μου μιλούσες εντελώς·  είναι πιθανό να στοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· μπορεί να πέρασαν τρεις ώρες αφού ο ήλιος μεσουράνησε, θέ­λουν ακόμη τέσσερις για να θολώσουν τα νερά, και, αν θέλεις, μπορούμε να καθίσουμε σε τούτη την πέτρα, και να ξαναρχήσουμε.
ΦΙΛ. Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυννέφιαστος.
ΠΟΙΗΤ. Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να ξεκινήσει για την Πελοπόννησο, δεν θα μπορούσε να κάνει ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυστα τα κουπιά.
ΦΙΛ. Τι σου αρέσει περισσότερο, η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;
ΠΟΙΗΤ. Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, που απλώνεται καθαρώτατη· την θεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, που απομακρύνεται από τις ανησυχίες του κόσμου, και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού πέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μεσολόγγι, μ' αρέσει περισσότερο η ταραχή· φαίνονταν δυο δύο, τρία τρία, και ξεχώριζες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, που λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν στο πέλαγο του Ιονίου, και συντρίβονταν στο γιαλό της Ζα­κύνθου.
ΦΙΛ. Το θυμάμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, που σε παραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το ράντισμα, όπου από πάνω μας 'σταλοβολούσε η θάλασσα.
ΠΟΙΗΤ. Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχονται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να ποτιστούμε από λίγες σταλαγματιές θαλασσινές.
ΦΙΛ. Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά την Πελοπόννησο, και να ξανασωπάσης... αλλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να μιλάς όποτε θέλω.
ΠΟΙΗΤ. Κατάλαβα· θέλεις να μιλήσουμε για τη γλώσσα· σαν να έχω κάτι άλλο στο νου μου, εκτός από ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατάει τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει να πατήσει γρήγορα τα σοφολογιωτίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυο θέλουν να προχωρήσουν στο δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν πίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κράζει ή κανένας Τούρκος τραυλίζει· γιατί για ’μένα είναι όμοιοι και οι δύο.
ΦΙΛ. Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λόκ· Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, στο οποίον έχουν ανταπόκριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολεύει, για να κόψει ή να εμποδίσει τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον θεωρούν εχθρό της αλήθειας και της πολυμάθειας.
ΠΟΙΗΤ. Τι λες; ως πότε θα πηγαίνει μπροστά αυτή η υπόθεση; Ένας λαός από το ένα μέρος να μιλάει μ’ έναν τρόπο, και λίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαό να μιλάει μία γλώσσα 'δική τους!
ΦΙΛ. Για κάποιο καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήσει· η αλήθεια είναι καλή θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρό. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά επειδή γράφοντας μ’ εκείνο τον τρόπον τον σκοτεινό απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι σφαλερός.
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν είναι άξιοι να παρομοιαστούν με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.
ΦΙΛ. Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σαίξπηρ εξαί­ρετα και θέλω να σου ξαναθυμίσω τα λόγια του, γιατί, μα την αλήθεια, μου ξαναθυμίζουν τον τρόπο, με τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου εργαστηρίου μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρω πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφές, αγγεία από χοντρό πηλό πράσινο, ήταν φούσκες, ήταν βρωμόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αραιά σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσ­καλέσουν τον αγοραστή[3].
ΠΟΙΗΤ.: Βλέπω από μακρυά έναν Σοφολογιώτατο· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου, και για τη 'δική του, να μην έλθει κοντά μας.
ΦΙΛ.: Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις πάρα πολύ.
ΠΟΙΗΤ. Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγμα­τα, όπου είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι  φιλονίκησαν για τη γλώσσα, και το ζήτημα τελείωσε στην εποχή του Δαλαμβέρτ· την συνέχισαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· τη σκυτάλη παρέλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά Έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τις αποφύγουμε, πέσαμε σε χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιώτατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή στα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλά οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία ούτε μιλιέται, ούτε άλλες φορές μιλήθηκε, ούτε πρόκειται ποτέ να μιληθεί.
ΦΙΛ.: Ο Σοφολογιώτατος έρχεται προς εμάς·
ΠΟΙΗΤ.: Καλώς τα 'δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κοίτα τον πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, σαν να ήθελε να ενωθεί με τη μύτη. Ώ να γινόταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, πού να μην μπορεί πλέον ν' ανοίξει το στόμα του, για να φωτίσει το γένος!
ΣΟΦ. Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' βρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι σε κίνδυνο η δόξα του γένους· ένα βιβλίο πρόκειται να τυπωθεί 'γρήγορα, γραμμένο στη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, πού λέγει κακό για εμάς τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.
ΦΙΛ. Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦ. Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, μπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι πού σπουδάζω για το κοινό όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να βγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ’ εσένα, πού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρο συγγραφέα.
ΦΙΛ. Και ποίος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦ. Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν 'πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και, από τη μανία τη μεγάλη, μπορούμε να πούμε 'πως ξαναγεννήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχει και στο θυμό του σκοτώσει πρόβατα και αυτός, και ντροπιασθεί.
ΣΟΦ. Ας ντροπιασθεί· γι' αυτόν δεν με μέλει· με μέλει για το κοινό όφελος.
ΠΟΙΗΤ. Και τι όφελος;
ΣΟΦ. Η γλώσσα σου φαίνεται λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξεις το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξεις πρώτα τες ορθές λέξεις.
ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τις λέξεις ο συγγραφέας δεν τις διδάσκει, μάλιστα τις μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.
ΣΟΦ. (Μέ μεγάλη φωνή). Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα σπούδασες από μικρός;
ΠΟΙΗΤ. (Με μεγαλύτερη φωνή), Γνωρίζεις τους Έλληνες, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους σπούδαξες από μικρός;
ΦΙΛ. Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμαστε στο δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιό της με μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.
ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανεί μεγαλόπρεπος). Αλήθεια, φίλε· έτσι έκανε και ο Σωκράτης.
ΠΟΙΗΤ. Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθεί. Ωστόσο σου ξαναλέω ότι ο δάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.
ΣΟΦ. Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφότερους του έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού, πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζόμαστε.
ΠΟΙΗΤ. Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πεί πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν φαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν τις ίδιες λέξεις έχουν τους ίδιους στοχασμούς· τα νομίσματα στον τόπο, στον οποίο ζεις, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλα αυτά στα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ξέρω να τα ξοδέψω, στα χέρια σου αξίζουν λίγο περισ­σότερο, γιατί ξέρεις και τα εξοικονομείς, και στα χέρια ενός τρίτου σε λίγο καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως σ’ αυτούς, όπως διαφέρουν στις φυσιογνωμίες· και αν κατά δυστυχία του γένους κανένας Σοφολογιώτατος τρελαινόταν, είναι πιθανό να ξεθύμαινε την τρέλα του με τα ίδια λόγια, πού ήταν συνηθισμένος να μιλάει· και για αυτό είναι σωστό πράγμα να πω, ότι συλλογίζεται σαν κ' εσένα;
ΣΟΦ. Σε αυτό το τελευταίο, φρόνιμα μίλησες· τις λέξεις όμως του λαού να μεταχειριζόμαστε είναι άγνωστο πράγμα.
ΠΟΙΗΤ. Το ενάντιο είναι άγνωστο. Σε τι περιστάσεις βρισκόμαστε, σε τι περιστάσεις βρίσκεται η γλώσσα μας; Βγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να εξευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;
ΣΟΦ. .. .'σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια..
ΠΟΙΗΤ. Πολύ 'ψηλά πήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πως πρέπει να πορευθούμε;
ΣΟΦ. Πρέπει να τρέξουμε στις μορφές των ελληνικών λέ­ξεων, και να πάρουμε όσες μπορούμε, και κάποιες από τις δικές μας, που δεν είχαν οι Παλαιοί, να τις σύρουμε στην παλαιά μορφή.
ΠΟΙΗΤ. Γιατί;
ΣΟΦ. Γιατί αυτές οι λέξεις είναι ευγενικότερες.
ΠΟΙΗΤ. Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου, ενώ μου λες τέτοια;
ΣΟΦ. Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!
ΠΟΙΗΤ. Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σου λέγω ωστόσο, 'πως έχεις καταπιεσμένη την κρίση από τον κόπο, που έκανες, για να τις μάθεις, και επειδή παρατηρώ 'πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι στο χέρι, σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικότερο το δικό μας, ή το ιταλικό;
ΣΟΦ. Όσο για τούτο... τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν ευγένεια.
ΠΟΙΗΤ. Επομένως δεν έχουν καμία αφ' εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τι δηλώνουν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέγει, τα βάζει σε τάξη, και το μάτι διαβάζει· Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιώτατος. Στην πρώτη λέξη, σκύβω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και στην τρίτη, γελάω για χρόνια ‘ το ίδιο 'Πες για τις λέξεις· η ευγένειά τους κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν τις μεταχειρίζεσαι.
ΣΟΦ. Όποιαν τέχνη και αν μεταχειριστείς, οι λέξεις τής τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες... Τι με κοιτάζεις χωρίς να μιλάς;
ΠΟΙΗΤ. Κοιτάζω τις άσπρες τρίχες της κεφαλής σου.
ΣΟΦ. Μα τι έχουν να κάνουν με τις λέξεις;
ΠΟΙΗΤ. Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, που άρχισε να σου κάνη σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και τις γλώσσες ακόμα, και ησύχασε.
ΣΟΦ. Τι ευγένεια μπορούν να έχουν οι λέξεις μας, αν είναι διεφθαρμένες;
ΠΟΙΗΤ. Την ευγένεια, που είχαν οι αγγλικές, πριν γράψει ο Σαίξπηρ, που είχαν οι γαλλικές, πριν γράψει ο Ρακίνας, που είχαν οι ελληνικές, πριν γράψει ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν τις λέξεις του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχει λέξεις από άλλες γλώσσες· και η ευγένεια των γλωσσών είναι σαν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο παππούς σου ευ­γενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπο, που έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.
ΣΟΦ. Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αλλά έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
ΠΟΙΗΤ. Εγώ δεν κάνω καμία, για να μην χάνω καιρό' και τη ζωή του Μαθουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν θ’ άνοιγα στόμα για τέτοιες ευχές, οι οποίες φέρνουν το ίδιο όφελος, που φέρνουν τα κλάματα στα σώματα των νεκρών. Οι ευχές, που κάνω είναι για να ξαναζήσει η σοφία, και η σοφία δεν θέλει να ξαναζήσει ποτέ, όσο γρά­φεται με τον τρόπο τον δικό σας. Καταλάβαινα πάντα τη δυστυχία να στοχάζομαι με τον Σωκράτη τις λέξεις σαν τις σφυριές· το αυτί σου Πυθαγορίζει στις παλιές, το δικό μου και του γένους στις τωρινές.
ΣΟΦ. Και ποιός μπορεί να με εμποδίσει να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, τις λέξεις μας με τα σχήματα της παλιάς;
ΠΟΙΗΤ. Για ποιό δίκαιο θέλεις να κάνεις τέτοια διόρθωση;
ΣΟΦ. Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνει με την οδηγία της μητέρας της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε, και να πούμε ομμάτιον· λέγει κρεβάτι, πρέπει να πούμε κρεβάτιον.
ΠΟΙΗΤ. Η πρόταση αυτή μοιάζει με την τρέλα κάποιων ανθρώ­πων, που παρουσιάζουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.
ΣΟΦ. Τι εννοείς να πεις.
ΠΟΙΗΤ. Εννοώ να πω, ότι μ' όλο που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την εξετάσεις καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια στα παραδείγματα των άλλων εθνών.
ΣΟΦ. Αυτό επιθυμώ να μου αποδείξεις.
ΠΟΙΗΤ. Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, στο οποίο βασίζεται το μεγάλο κτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημα σου, είναι βαρβαρότατη, όπως θα  σου το αποδείξω στο εξής. Η δια­φθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών ειδών: ή αλλάζουν τα φωνήεντα, ή αλλάζουν τα σύμφωνα, ή αλλάζουν τοπο­θεσία τα ψηφία, πού συνθέτουν μία λέξη. Τούτο γίνεται σε κάθε γλώσσα, που γεννιέται από άλλη. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ τες με τη γλώσσα που τις γέννησε, και θα δεις ολοφάνερη την αλήθεια, που σου λέω. Τώρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη, και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο, που εσείς αποφασίσατε να μεταχειρισθείτε· ΝΕL ΜΕΖΖΟ DEL CAMMIN DI NOSTRA VITA. Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάνουμε τη διόρθωση με την ίδια επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς στη γλώσσα σας· ΝΕL, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε ΙΝ, ΜΕΖΖΟ, εκείνα τα δύο ΖΖ είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε ΜEDIO. DEL, τίποτε. - CΑΜΜΙΝ, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται· αλλά θέλει μεγα­λοψυχία· ας το λατινίσουμε· CΑΜΜΙΝΙ. - ΝΟSTRΑ, πρέπει να πούμε ΝΟSTRΑΕ. - VITA, πρέπει να πούμε VITAE. να, διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος! ΙΝ ΜΕDΙΟ CΑΜΜΙΝΙ ΝΟSΤRΑΕ VIΤΑΕ.
ΣΟΦ. Αυτό είναι γελοίο.
ΠΟΙΗΤ. Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλ­λαχτα τα ίδια. Και τόσο ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ξέρει και αυτός κατ' αναλογία να κάνει στη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι στί­χοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια όμορφοι, όπως συμβαίνει με τον Βιργίλιο, πού όλον τον είχε στο νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιες διορθώσεις να τις κάνει. Γιατί δεν τις έκαναν οι Γάλλοι; γιατί δεν τις έκαναν οι Λατίνοι; Και πώς μπορούσαν να τις κάνουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη, και ας δούμε αν μπορεί ποτέ να αποβαρβαριστεί. Είπαμε vitae, αντί για vita· αλλά αποβαρβαρώθηκε με ένα τέτοιο τρόπο; Όχι, Σοφολογιώτατε· η μορφή της λέξης έπεσε από τη μία βαρβαρότητα στην άλλη· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή, και η αλη­θινά ευγενική; Ποιός το είπε; Ποιός ξέρει να σου το πει; το όφις, το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικότερο από το φίδι, το όφις λέγω, με τόσες άλλες λέξεις, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξή του είναι ελληνική· Και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιότατε, αργά αργά,  εγώ σε περιορίζω να μιλήσεις τη γλώσσα του Αδάμ, και μπορείς να μου ψάλεις με τον Δάντη: La lingua ch’io parlai fu tutta spenta[4] γιατί εγώ σου αποκρίνομαι: μίλα με τα νοήματα, για να μη βαρβαρίζεις!
ΣΟΦ. ...λοιπόν;
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν μίλα τού λαού της Ελλάδας όλες τις λέξεις...
ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας). Πάντα τον λαό μου ξεχωρίζεις για δάσκαλο! Ποιός το είπε ποτέ!
ΠΟΙΗΤ. Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμά­μαι σε τι μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα πράγματα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε τίποτε.
ΣΟΦ. Σε παρακαλώ να μου πεις ποιός το είπε;
ΠΟΙΗΤ. Άκουε, Σοφολογιώτατε, Και τρόμαξε· Is qui omnium eruditorum testimonio totiusque iudicio Graeciae cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate tum vero eloquentiae (ακούς Σοφολογιώτατε; eloquentiae), varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset omnium fuit facile princeps[5].
ΣΟΦ. Ποιός; Πες μου ποιός, να ησυχάσουμε.
ΠΟΙΗΤ. Θυμήσου το όνομα, που μελέτησες προηγούμενα, γιατί τώρα χρειάζεται.
ΣΟΦ. Ποιός, ο Σωκράτης;
ΠΟΙΗΤ. Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις στ' όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του[6]·
ΑΛ. Οἶμαι ἔγωγε· ἄλλα γοῦν πολλὰ οἷοί τ΄ εἰσὶν διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν.
ΣΩ. Ποῖα ταῦτα;
ΑΛ. Οἷον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγ΄ ἔμαθον͵ καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι εἰπεῖν ἐμαυτοῦ διδάσκαλον͵ ἀλλ΄ εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀναφέρω οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους.
ΣΩ. Ἀλλ΄͵ ὦ γενναῖε͵ τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί͵ καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ΄ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν.
ΑΛ. Τί δή;
ΣΩ. Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτὰ ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.
ΣΟΦ. ...Μη λάχει και εννοεί τίποτε άλλο;
ΠΟΙΗΤ. Εσύ, που είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμένα τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά δική σου.
ΣΟΦ. Δεν σου λέγω το αντίθετο... Ομορφότατα λόγια!
ΠΟΙΗΤ. Ομορφότατο νόημα! Ναι, Ομορφότατο νόημα: Αμέ τι ήθελες; να γράφει τις λέξεις της κεφαλής του καθένας; με ποιό δικαίωμα; με το δικαίωμα, που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν· ένας, που έχει πνεύμα και μάθηση, φτιάχνει μορφές λέξεων καθώς θελήσει, ένας άλλος κάνει, το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και σε λίγο καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων θέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα· και η φιλοσοφία άκουσε αυτή τη θέληση της φύσης, και την κήρυξε στους ανθρώπους. Όσο μεν γι' αυτό, πού υποπτεύεσαι, πως μήπως είναι κάτι άλλο απ’ ό,τι σημαίνουν τα λόγια, για ν' αφήσεις κάθε αμφιβολία θα σου πω πόσοι Κλασικοί ξαναείπαν το ίδιο πράγμα.
ΣΟΦ. Όχι, όχι, μη μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους, και για όσους θα γεννηθούν.
ΠΟΙΗΤ. Δικαία κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.
ΣΟΦ. Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περισσότερο από όσα δικαιώ­ματα μπορεί κανείς να προβάλει παρά να αμφιβάλλω στα λόγια του, κάλλιο να τρελαθώ, και στ’ αλήθεια θα τρελαθώ, αν αμφέβαλλα. Αλλά... τέτοιο πράγμα προκαλεί μεγάλη αγανάχτηση στην ψυχή μου... Είσαι γενναίος;
ΠΟΙΗΤ. Και αν δεν είμαι, — ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνομαι τέτοιος.
ΣΟΦ. Ω ! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!
ΠΟΙΗΤ. Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις.
ΣΟΦ. (ομιλώντας σιγανά). Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσε με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος, που το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;
ΠΟΙΗΤ. Δεν το πιστεύω· και ποιός το πιστεύει;
ΣΟΦ. Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαίας φατρίας.
ΠΟΙΗΤ. Στρεβλό πράγμα.
ΣΟΦ. Τι έλεγες έως τώρα συ ο ίδιος;
ΠΟΙΗΤ. Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμε ακόμη πώς πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα, είπα, και σου απόδειξα, πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζονται από κανέναν, με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.
ΣΟΦ. Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤ. Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός τη διδάσκει στον συγγραφέα.
ΣΟΦ. Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤ. Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο, όπου λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή, πως ο φιλόσοφος, για να την κυριεύσει, πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, μπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦ. Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
ΠΟΙΗΤ. Να, πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα, που πρόκειται να σου αναφέρω, θα φανερωθεί πως ο συγγραφέας πότε στις φράσεις του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων, όπου μεταχειρίζεται ο λαός, δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πως κάθε λέξι για να λάβει ευγένεια, δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγματα από τους ξένους, μη με ελέγχεις· γιατί το φταίξιμο δεν ‘είναι δικό μου· Quando fui desto innanzi la dimane, pianger senti' fra 'l sonno i miei figliuoli ch'eran con meco, e dimandar del pane[7]. Παρατήρησε, σε παρακαλώ. — το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της Τέχνης, τον Ούγολίνο; τούτα τα λόγια σου εγγίζουν την ψυχή;
ΣΟΦ. Μάλιστα.
ΠΟΙΗΤ. Εδώ δεν είναι μεταφορά καμία, εδώ δεν είναι καμία φράση δεινή, και σε τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθη­σε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το con meco, όπου οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν μπορεί να προέρ­χεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ' εαυτού του δεν τολμάει να κάνει και ως προς τούτο, θυμήσου το δω του Ομήρου[8], το ca’ του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και, για να πληροφορηθείς 'πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος όπου τα πλάττει, βάλε και εσύ, κατά μίμηση, αντί για ψωμί, ψω, να ιδούμε τι απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.
ΣΟΦ. Σε ποιές περιστάσεις ο ποιητής δεν ακολουθεί στις φράσεις του τον λαό;
ΠΟΙΗΤ. Σε πολλές· όμως και σε αυτές πρέπει οι φράσεις του να έχουν κάποιαν αναλογία με τις άλλες, όπου υπάρχουν· ed essa e l'altre mossero a sua danza, e quasi velocissime faville, mi si velar di sùbita distanza[9] Στους πρώτους δύο στίχους, οι φράσεις του ποιητή είναι φρά­σεις του λαού, στον τρίτον όχι, και έχει τέχνη καλή η μορφή των λέ­ξεων και μ’ όλα αυτά είναι πάντοτε η ίδια — Io venni in loco d’ ogni luce muto[10] - αυτή η φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει, γιατί είναι δικά του.
ΣΟΦ. Δώσ’ μου κανένα παράδειγμα, για να καταλάβω με ποιό τρό­πο οι λέξεις, που φαίνονται χυδαίες, μπορούν να εξευγενιστούν.
ΠΟΙΗΤ. Αμέσως· όχι με το να μην αλλάζεις ποτέ τη μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα, - sollevo, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli, αυτά τα λόγια σου φαίνονται ευγενικά;
ΣΟΦ. Τα τρία τα στερνά μου φαίνονται πολύ χυδαία.
ΠΟΙΗΤ. La bocca sollevò dal fiero pasto - quel peccator, forbendola a' capelli - del capo ch'elli avea di retro guasto[11]. Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σου φέρνουν φρίκη ή όχι;
ΣΟΦ. —
ΠΟΙΗΤ. Να, λοιπόν, αν έχεις ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαία· αν δεν έχεις, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη, που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαία.
ΣΟΦ. Η βάση λοιπόν, στην οποία πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;
ΠΟΙΗΤ. Εξ αποφάσεως.
ΣΟΦ. Και πώς ημπορεί να γίνει αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν καταλαβαινόμαστε ανάμεσά μας.
ΠΟΙΗΤ. Πόσες διάλεκτοι; Πόσες; Κοίτα καλά, μη σε απα­τήσει η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τις διαλέκτους της Ελ­λάδας· δέκα λόγια, που εμείς έχουμε αλλιώτικα από εκείνα, που έχουν στην Πελοπόννησο, τι πειράζουν; Έπειτα, ποιές είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και άλλοι λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς μπορούνε, και άλλου λένε μπορούν· τι διαφορές είναι τούτες; δεν καταβαινόμαστε ανάμεσά μας; άφησε να το λένε αυτό οι Ιταλοί, οι οποίοι αλη­θινά δεν καταλαβαίνονται. Απέκτησες ξένον δούλο ποτέ;
ΣΟΦ. Τους δούλους μου βγάζεις έξω τώρα;
ΠΟΙΗΤ. Αποκρίσου, γιατί δεν ξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.
ΣΟΦ. Απέκτησα.
ΠΟΙΗΤ. Όταν μιλούσαν τους καταλάβαινες;
ΣΟΦ. —
ΠΟΙΗΤ. Αποκρίνομαι εγώ· εγώ απέκτησα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον καταλάβαινα εξαίρετα· έναν από τη Γαστούνη, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χίο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους καταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να μιλούν ανθρώπους από το Μεσο­λόγγι, από την Κωνσταντινούπολη και τα λοιπά, και τους καταλάβαινα τόσο, που σχεδόν έλεγα πως είναι από τον τόπο μου.
ΣΟΦ. Μα αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.
ΠΟΙΗΤ. Ήταν· και ο Χριστόπουλος, που είναι κάθε άλλο πα­ρά αμαθέστατος, γράφει με τις λέξεις αυτών.
ΣΟΦ. Και αυτές οι λέξεις...
ΠΟΙΗΤ. Και αυτές οι λέξεις είναι οι ίδιες, με τις οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, που δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζει, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα Κλέφτικα τυπωμένα, και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά, και παρατηρήσαμε 'πως δεν έχουν μία λέξη, που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.
ΣΟΦ. Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμία;
ΠΟΙΗΤ. Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετή δικαιολογία, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποιός αποφάσισε πως είναι φτωχή;
ΣΟΦ. Όλοι οι σοφοί του έθνους.
ΠΟΙΗΤ. Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως μπορούν να κάνουν λάθος;
ΣΟΦ. Είναι ευκολότερο να κάνετε λάθος εσείς.
ΠΟΙΗΤ. Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; στην εποχή του Δάντη δεν κινήθηκε κάτι πα­ρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν κατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρ­μένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράψει άν­θρωπος, πού έχει σοφία; δεν αυθαδίασαν να του φωνάξουν πως έπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματα του το πιπέρι; Τι λοιπόν μου βγάζεις έξω τους σοφούς, για να με τρομάξεις; δεν είχαν σ’ αυτό περισ­σότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι τραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ι­ταλία που να μη σπουδάζει, για να μάθει τη γλώσσα του Δάντη;
* * *([12])
ΣΟΦ. Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια, και όχι για τίποτε άλλο.
ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφ.) Τίμια λόγια σου βγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια· αλλά συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας την αλήθεια μ’ εκείνο τον τρόπο, απατήθηκες, σφίγγοντας στον κόρφο σου το φάντασμα της. Έ­λα στο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα που γράφετε· ως πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι, και να μας ξαναθυμίζουν τις δόξες των παλαιών μας, για να μας αυξήσουν την εντροπή; «Η δάφνη κατεμαράνθη», εφώναξε ο γενναίος, πικρότατα και αληθινά λό­για! Ναι! αλλοίμονο! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωντανές πολλές συνήθειες της Ιλιάδος· ακόμη οι γυ­ναίκες λέγουν τα μοιρολόγια στα λείψανα, και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος στη δυστυχία του χτυπάει το μέτωπό του με τα δυό του χέρια, και τα σηκώνει στον ουρανό, σαν να ήθελε να τον ρωτήσει, γιατί έπε­σε τέτοια συμφορά στο κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μά­να και ξαναθυμίζει του παιδιού της το γάλα, που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκο στο ψωμί, που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να μουρμουρίσει στα χείλια του παρά «Μήνιν άοιδε, θεά», γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. και τώρα, πού ξαναγίνεται νί­κη στο Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάνει στη γλώσσα μας όρκο, «Μα τες ψυχές, 'πού εχάθηκαν πολεμώντας!» για­τί η δάφνη κατεμαράνθη (ο ποιητής κλαίει).
ΣΟΦ. (γελάει) Σε παρακαλώ να θυμηθείς τα λόγια τα πικρά 'που μου είπες.
ΠΟΙΗΤ. Συγχώρεσέ με· έχω εύκολα τα χείλη και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσε με, σου λέγω.
ΣΟΦ. Πες πως τα ξαστόχησα όλα.
ΠΟΙΗΤ. Όχι όλα, αδελφέ αγαπημένε, μα τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα ξαστόχησες όλα! Τόσοι πατέρες έχουν στη διδασκαλία σου τα παιδιά τους, και ελπίζουν να τα κάνεις ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλεις να πάρεις το κρίμα στο λαιμό σου. δεν είναι ντροπή να φανε­ρώσει άλλος άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θα σ' επαινέσει κάθε γενναίος, και εγώ σου δίνω στο μέτωπο το φιλί της ειρήνης.
ΣΟΦ. Εμείς, εμείς θα σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας, τώρα που η ελευθερία...
ΠΟΙΗΤ. Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς, εσείς θα σηκώσετε τους ίδιους στύλους, οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνη ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ μιλάς για ελευθερία; Εσύ, που έχεις αλυσσοδεμένο τον νουν σου από όσες περισπωμένες γράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ μιλάς για ελευθε­ρία; Είδαμε το όφελος, όπου κάνετε με τα φώτα σας στην επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους, που ήθελαν να απαθανατίσουν τους Ήρωες και οι παινεμένοι Ήρωες δεν καταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου στον λαό, και αρχινούσαν με τη λέξη Προτροπή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν' ακούσει τον Κικέρωνα, γιατί δεν καταλάβαινε τίποτε; γιατί εν εκαταλάβαινε τίποτε, διόρθωνε ο λαός τον Δημοσθένη, ο όποιος έπαιζε επίτηδες με την εσφαλμένη λέξη; γιατί δεν καταλάβαινε τίποτε θαύμασε, όταν διάβασε την Ιστορία του ο Η­ρόδοτος, κ' έκλαιγε ωστόσο ακούγοντας την ο Θουκυδίδης, όπου ήταν δεκατριών χρονών; και γιατί δεν καταλάβαιναν τίποτε, εκφωνούσαν οι Σπαρτιάτες, τρέχοντας στην μάχη, τα πολεμικά τραγούδια του Τυρ­ταίου, και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μες στα στήθια τους; Ω νέοι συμμαθητάδες μου, πώς μπορείτε να αποκτήσετε ποτέ την ελπί­δα να τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σάς τρυπούν τ' αυτιά οι δάσκαλοι σας με βρώματα, με θούριον, και με παρόμοια; Ω Σοφολογιώτατοι! αυτά είναι τα μαθήματα, που τους δίνετε, και θέλετε να τους φωτίσετε! τόσο κάνει να τους φωτίσετε με μία φούχτα στάχτη στα μά­τια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι τέλειωσε το βασίλειό σας στην Ελλάδα μαζί με των Τούρκων το βασίλειο. Τέλειωσε, και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη, οπού έχει προση­λωμένα σ’ εμάς τα μάτια της, για να ιδεί τι κάνουμε τώρα, που συντρί­βουμε τις αλυσσίδες της σκλαβιάς δεν θα μας δει ποτέ να υποταχθούμε σε τριάντα τυράννους ξύλινους!
ΦΙΛ. Σώπα γιατί μαζεύεται ο λαός.
ΠΟΙΗΤ. Δεν με μέλει, ας μαζευτεί· μάλιστα ας μαζευτεί ο λαός της Ελλάδας όλης, για να τον ακούσει ο Σοφολογιώτατος πώς μιλάει· ας μαζευτεί, για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατότερα, πόσο είναι αδικημένος στο σκήπτρο της γλώσσας, το οποίο του έδωσε η φύση. Γνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την γνώρισε ο Κικέρων, την γνώρισε ο Σπερόνης, την γνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους, και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να τό αδράξει από τα χέρια του, να το τσακίσει και να του δώσει άλλο βρυκολακίστικο!
ΣΟΦ. Αλλά. Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν πρόκειται να το τσακίσετε ποτέ· οι ανδρείοι θα το μεταχειρισθούν στην πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας μεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.
ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν ξέρεις τι συλλογίζεσαι. Να αλλάξεις τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε να ’βρεις την κόρη, και πες της με τι λόγια πρέπει να λέγει ότι η ομορφότερη ομορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε να ’βρεις τους πολεμάρ­χους, ψηλάφησέ τους τις λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τις λένε τραύματα· άντε να ’βρεις  τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσο αίμα μάς ρούφηξε ο Αλής, και πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνει βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άντε να ’βρεις τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κ' εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, σε κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια 'δικά τους, «επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμε και εκλαύσαμε».
ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν σ' αφήνω να μιλάς πλέον. Άλλην έγνοια, δεν έχετε παρά να ζητιανεύετε λέξεις με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία, που κοιμούνται στα χώματα. Δεν θέλει άλλο παρά λέξεις ζητιανεμένες για να ωφελήσεις έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία, που έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, δάσκαλε, μία στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύση σε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι στις διάφορες εποχές διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν' απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετιούνται στον ουρανό, και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ' εκείνα, οπού είναι σπαρμένα από τη φύση στον κόσμο· και αγαπούν και σέβονται, και λατρεύουν την τέχνη τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβάντα, που πε­ριγράφουν, και κάνουν τους άλλους και γελούν, και κλαίνε, και ελπί­ζουν, και φοβούνται, και δειλιάζουν, και ανατριχιάζουν, και δεν αφήνουν αναίσθητες παρά τες πέτρες και σε.
ΣΟΦ. (Ομιλώντας 'γρήγορα). Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλιά ορθογραφία.
ΠΟΙΗΤ. Χαίρετε, λοιπών, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας, και ουδέ ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψει λέξη, χωρίς πρώτα να σας υποταχθεί. Εσείς εμπνεύσατε, πριν γεννηθείτε, τον Όμηρο, όταν τραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον περικύκλωνε και τον καταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσατε, όταν περιγράφει τον αποχαιρετισμό του Έκτορος στην Ανδρομάχη, και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσατε, όταν περιγράφει τον δυστυχισμένο βασιλέα της Τρωάδας, που πηγαίνει στον Αχιλλέα, και πέφτει στα πόδια του, και του φιλάει τα χέρια, που του είχαν λίγο προηγούμενα σκοτώσει το ακριβότερό του παιδί· εσείς εμπνεύσατε τον Δάντη, όταν τραγουδούσε τον Ουγολίνο με μία δύναμη, που δεν βρίσκω παρόμοια σ’ όλη την ποίηση των παλιών· εσείς τον Σαίξπηρ, όταν παράσταινε τον Ληρ, τον Άμλετ, τον Οθέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζε όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Ρακίνα, εσείς τον Γκαίτε, εσείς τον Πίνδαρο, που ήταν στενοχωρημένος από τους σοφολογιώτατους του καιρού του να τους κράζει κόρακες. Κόρακες, όλοι κόρακες αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα, πού βγήκε από την Κιβωτό, και τρεφόταν από τα λείψανα, που είχε αφήσει ο κατακλυσμός του Κόσμου.
ΣΟΦ. (κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή και φεύγει).
ΦΙΛ. Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σε χαιρέτησε, τόσο εί­ναι καταζαλισμένος! Δεν ξέρει τι ν' αποκριθεί, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπεί αλλού τί είναι γλώσσα διεφθαρμένη.
ΠΟΙΗΤ. (Κοιτάζοντας κατά την Πελοπόννησο). Ο ήλιος έχει συναγμένες τες υστερινές του αχτίνες εκεί.
ΦΙΛ. Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σε ’βρει θυμωμένο ο ήλιος που πέφτει.
ΠΟΙΗΤ. Αγιώτατα λόγια! και προσπαθώ, στη ζωή μου, να τα θυμούμαι, όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά, που θα φιλονικήσω με τους Σοφολογιώτατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μου βγαίνουν ολότελα από το νου.
ΦΙΛ. Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι στο πρόσωπο, και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσεις.
ΠΟΙΗΤ. Μου πονάει η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτω από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος, και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.




[1] Σημείωση Τερτσέτη:
Έγραψε τον Δ ι ά λ ο γ ο ν ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά τό 1824. Σώζεται τό αντίγραφον, ατελές ως κατωτέρω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψεν κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το έπιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσεν τόν Διάλογον — τον δημοσιεύομεν κατά τό αντίγραφον τούτο.
[2] Στη φήμη στρέφουν, κι όχι στην αλήθεια,
το βλέμμα και στεριώνουν έτσι γνώμη
προτού την τέχνη ή το νου ν’ ακούσουν (μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος)
[3] Ρωμαίος και Ιουλιέτα, 6.42.43
[4] Ξεχάστηκε όλη η γλώσσα που μιλούσα Παράδεισος, ΧΧVI.124 (μετάφρ. Γ. Κότσιρας) –εδώ μιλάει ο Αδάμ.
[5] Από το Περί του ρήτορος, του Κικέρωνα· στο απόσπασμα αυτό γίνεται λόγος για τον Σωκράτη· σε μετάφραση: Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των μορφωμένων και την ετυμηγορία όλης της Ελλάδας, χάρη στην ευφυΐα, την οξύνοια, τη χάρη και τη φινέτσα του αλλά και την ευφράδεια (ακούς Σοφολογιότατε; ευφράδεια) την ποικιλία και την πληρότητά του, εύκολα ξεχώριζε πάνω απ’ όλους τους άλλους, οπουδήποτε κι αν έστρεφε την προσοχή του.
[6] Πλάτωνας, Αλκιβιάδης 1. Παραθέτω τη μετάφραση της έκδοσης του Κάκτου:
ΑΛ. Έτσι πιστεύω· είναι πάντως ικανοί να διδάξουν πολλά άλλα σπουδαιότερα από το παιχνίδι των πεσσών.
ΣΩ. Ποια είναι αυτά;
ΑΛ. Ας πούμε, εγώ διδάχτηκα από αυτούς τα ελληνικά, και δεν θα μπορούσα ν' αναφέρω συγκεκριμένο δάσκαλό μου, αλλά λέω πως τούτο ανήκει σε κείνους για τους οποίους λες ότι δεν είναι σπουδαίοι δάσκαλοι.
ΣΩ. Ευγενικέ μου, οι πολλοί είναι καλοί δάσκαλοι του αντικειμένου τούτου, και δίκαια θα επαινούνταν για τη διδασκαλία τους.
ΑΛ. Δηλαδή;
ΣΩ. Επειδή κατέχουν ως προς αυτά ό,τι πρέπει να έχουν οι καλοί δάσκαλοι.
[7] Κι ως ξύπνησα προτού χαράξει η μέρα,
Να κλαιν στον ύπνο νιώθω τα παιδιά μου
Κοντά μου εκεί, και να ζητούν ψωμάκι
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.37-39 (Μετάφρ. Γ. Κότσιρας)
[8] Συντετμημένος τύπος του «δώμα» που εμφανίζεται 25 φορές στον Όμηρο, π.χ. Ιλιάδα Α426.
[9] Κι άλλες μαζί της πιάνουν το χορό τους
κι ως σπίθες που πετούν με γρηγοράδα
μοναστραπίς μακριά μου αφανιστήκαν (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)
Παράδεισος, VII.7-9
[10] Έφτασα εκεί που κάθε φως σωπαίνει (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)
Κόλαση, V.28
[11] Άσκωσε τη φριχτή θροφή απ’ το στόμα
σφουγγίζοντάς το ο κολασμένος τούτος
πα στα μαλλιά τού φαγωμένου σβέρκου
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.1
[12] Σημείωση κ. Τερτσέτη: Έως εδώ τελειώνουν το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτον, ίσως λείπει και το πέμπτο· το ακόλουθον είναι το υστερινό



 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ελλην(ίδα) επί Κολωνώ!


 Ο χρόνος κυλάει τόσο δύσκολα στις ημέρες μας αλλά συμβαίνει -σπάνια ομολογώ- να ξανακερδίζεται κάποιες νύχτες όπως ένα βράδι που μόλις πέρασε. Είχα τη χαρά και την απόλαυση να έχω μια προσωπική εμπειρία γιατί αν την πω θεατρική παράσταση θα τη μειώσω ' είδα την Ελένη Ζιώγα να μας εκμυστηρεύεται το μυστικό της γιαγιάς της και να ακροβατεί ανάμεσα στο δράμα, τον πολιτικό σχολιασμό και τις καταλυτικές κωμικές στιγμές που τόνιζαν ακόμα περισσότερα τη σάτυρα και τη μεταφυσική αγωνία του έργου ζωής των δικών της ανθρώπων. Από την εποχή του Ορέστη Μακρή έχω να δω ηθοποιό "να μην παίζει" τον ρόλο αλλά "να είναι" ο ρόλος! Ντράπηκα να δείξω την κάρτα ανεργίας για να κερδίσω την έκπτωση (4 ευρώ) και έβγαλα κανονικά το εισιτήριο των 12 ευρώ. Ευτυχώς! Πως θα μπορούσα να κοιμηθώ το βράδι αν σκεφτόμουν πως άνθρωποι όπως η Ελένη μας δίνουν απλόχερα τον εαυτό τους κι εμείς κάνουμε εκπτώσεις στην αγάπη μας! Αν δείτε πως στέκεται, πως κάθεται και πως κρύβει την ομορφιά της η Ελένη, θα διαπιστώσετε πως δεν ήταν μόνο η γιαγιά της κυρία αλλά είναι σήμερα και η ίδια. Μην τη χάσετε!
 
Γιώργος Χατζηαποστόλου
30 Μαρτίου 2014

Ο μονόλογος της Ελένης Ζιώγα «Το μυστικό της κυρίας Έλεν» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη αναβίωσε για λίγες παραστάσεις στη Κεντρική Σκηνή του θεάτρου Επί Κολωνώ από 22 Μαρτίου έως 13 Απριλίου 2014.
Στο «Μυστικό της κυρίας Έλεν» μια γυναίκα μας άνοιγε την «αυλαία» στην πολυκύμαντη και ηρωική ζωή της, που διέτρεχε όλα τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας της Ελλάδας κατά τον 20ό αιώνα, αλλά και στην ιδιόμορφη σχέση της με το συγγραφέα γιο της, του οποίου την αγωνιώδη πάλη για την ανακάλυψη της αλήθειας στο υπαρξιακό ερωτηματικό του θανάτου η ίδια δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει.
Η σπάνια αυτή γυναίκα, που ξεκίνησε σαν φτωχοκόριτσο στα Γιάννενα του 1914 και η οποία κατάφερε να γίνει επιτυχημένη αισθητικός, ήταν η ενσάρκωση της θεληματικής προσωπικότητας. Γι’ αυτό πολέμησε παλικαρίσια με τα δυσανάλογα για τη φύση της, αλλά και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής της, εμπόδια, που δεν έπαυαν να ορθώνονται μπροστά της σε όλη τη διάρκεια της ζωής της σαν ένα είδος τυραννικής νομοτέλειας.
Σε αυτό το εγχείρημα θεατρικής συγγραφής, η Ελένη Ζιώγα εκμυστηρεύεται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία, εκείνη της γιαγιάς της και του πατέρα της. Το κείμενο ήταν βασισμένο στο μυθιστόρημα του Βασίλη Ζιώγα, της πιο ιδιότυπης και από τις σπουδαιότερες δραματουργικές φωνές της μεταπολεμικής περιόδου, «Όπως τα κούρντισες Θέ’ μου». Για εκείνον, το μυθιστόρημα, που έγραψε μετά το θάνατο της μητέρας του, ήταν ένας φόρος τιμής, μια χειρονομία αγάπης, αλλά ταυτόχρονα και ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το πιο σημαντικό ίσως πρόσωπο της ζωής του. Η Ελένη Ζιώγα, αποτίοντας το δικό της φόρο τιμής στον πατέρας της, συμπληρώνει την ιστορία όπως την έζησε η ίδια. Και καθώς ερμηνεύει το ρόλο της συνονόματης γιαγιάς της ολοκληρώνει, καθώς πρέπει, τούτη την οικογενειακή υπόθεση.

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσoυ
Έπαιζαν: Ελένη Ζιώγα, Μυρτώ Καρέκου

- See more at: http://www.elculture.gr/theater/to-mistiko-tis-k-elen-462827#sthash.y474TyIw.XbIM6AWS.dpuf

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Κάτι, κατάκοπα παλικάρια


Χρώματα και ηχοχρώματα: Ένας τυφλός ποιητής συναντά τον ζωγράφο.

Το εικαστικό πρόγραμμα "eXploding - Δυναμιτίζοντας την εικόνα", αποτελεί μία σειρά εκθέσεων σύγχρονης Τέχνης, που πραγματοποιείται στο Κέντρο Τεχνών - Πάρκο Ελευθερίας του Δήμου Αθηναίων.
Ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, κατά την διάρκεια της έκθεσης ζωγραφικής του Γιάννη Φωκά παρουσίασε το Σάββατο 22 Μαρτίου, ώρα 8:00μ.μ. την «μουσική παράσταση» Χρώματα και ηχοχρώματα: Ένας τυφλός ποιητής συναντά τον ζωγράφο.
Στον απόηχο της παγκόσμιας ημέρας ποίησης (21 Μαρτίου), ο Jorge Luis Borges επισκέφθηκε με την ποίησή του, τα έργα του Γιάννη Φωκά και συνδιαλέγεται με το μουσικό έργο Pictures του Ελευθέριου Καλκάνη.

Λίγα λεπτά πριν αρχίσει η εκδήλωση και καθ’ όση ώρα διήρκεσε, δοκίμασα να μεταγράψω στη δική μου γλώσσα, εικόνες από τη μουσική του Ε. Καλκάνη, τους πίνακες του Γ. Φωκά και την αίσθηση από τα ποιήματα του Borges που απήγγειλαν οι κυρίες Χαρά Μπανάκου, Λένα Κορομηλά, Άννα Ντινοπούλου και Τζίνη Γεννηματά.


Ημέρες οργής (2014 μ.Χ.)

Η άρπα, το αναλόγιο, το σχέδιο
-φτερά του αγγέλου, συννεφένια-
ανακατεύονται με το σοφό χασμουρητό,
του Έντεχνου που ξεπερνά μια κρίση τιποτένια.

Μικρές, πυκνές παρέες
χωρίς μεγάλα μυστικά,
γνωστά και φανερά να τιμωρήσουν
στον ήλιο βγάζοντάς τα, τον λαμπρό,
με περισσή φροντίδα θα τα ντύσουν,

Η τέχνη, η σφιγμένη, η κλειστή,
-ξενυχτισμένη μεγαλοκοπέλα-
θέλησε μονομιάς να παντρευτεί
με γέλια, με φωνές και με φραγγέλια.

Όμορφα σκορπισμένα, χρώματα στους τοίχους,
μπροστά και λίγο πλάγια,
ανοίγουν την ψυχή στην ερημιά
και μοιάζουν ιερά κι ας είναι άδεια.

Ο χώρος που βασάνιζαν ψυχές,
μέσ’ σε δεκάδες προβολείς στέκει λουσμένος,
αναμασώντας μνήμες ένοχες, θολές,
πίνει κι απόψε το νερό της λησμονιάς
που χρόνια τώρα δίνετ’ εμφιαλωμένο.

Πάλι να ζεις,
ξανά να ανασαίνεις,
τι κόπος άσκοπος και τι σπατάλη,
με βάδισμα αργό, αθόρυβα να συναινείς
στο δρόμο που βαδίζουνε κι οι άλλοι ΄
να υπομένεις - να μην επιμένεις -
αφού ήτανε γραφτό να μιμηθείς,
όσους νομίζουν ότι έγιναν μεγάλοι.

Και όλ’ αυτά γιατί δεν έχεις μάθει να ζυγώνεις
της άπνοιας το γλυκερό βιολί,
της βιόλας το παράπονο, το σκούρο,
και προτιμάς να λες, μια γκρίζα καλημέρα,
παράταιρη εμφάνιση του άψητου ψωμιού
που βγαίνει βιαστικά από το φούρνο.

Ωραία με συνοδεύει, ο τυφλός,
σε μονοπάτια ίδια κι απαράλλαχτα,
πετώντας πάνω από άδειες αγορές
και σπίτια μελιστάλαχτα,
ξεχειλισμένα μια φορά
απ’ του πολύχρωμου του πλήθους τις ορμές,
σε μια στροφή τώρα κρυμμένα,
ως να ’θελαν να στοιβαχτούν σε μύθους
κι ασφαλείς προορισμούς,
χωρίς να λογαριάσουνε κι εμένα.

Ξημερώνοντας το πρώτο φως
με βήματα βαριά, η νύχτα σπρώχνει
μέσα στην ποδιά της το σκοτάδι,
για να βρεθεί τη νέα μέρα στη σκιά
των δέντρων που φυτέψανε οι άλλοι.

Ζητά ν’ ανάψει τα δικά μας τα κεριά
φωτιά να βάλει στις αδήλωτες θελήσεις,
στα κοντινά μα κοιμισμένα ζωντανά
και στων ανάλαφρων νεκρών μας τις αισθήσεις.

Αχνοπατώντας στο σκοτάδι
-κάλεσμα υγρό, σε τόπο γνώριμο-
παιχνίδισμα με τα παιδιά των ομματιών
των αστεριών και των νηπίων,
με μια πελώρια απορία στα φρύδια,
πιάστηκα και πάλι να  μονολογώ:
Ποιά μυρωδιά να φέρνει αύρι' ο αγέρας;
Τι χρώμα νά 'χει ο ουρανός;
Πώς έμεινα έτσι, νόστιμος και ταπεινός;
Γιατί άρχισα ν' αγαναχτώ, σκυμμένος μέσ' στο κρύο;

Γιώργος Χατζηαποστόλου
Αθήνα 22-3-2014 

 
Η επόμενη έκθεση θα εγκαινιαστεί στις 2 Μαΐου 2014 και θα παρουσιάσει το έργο του Γιώργου Σκυλογιάννη, καθ. Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ,
Την επιμέλεια του προγράμματος eXploding έχει η Ρεγγίνα Αργυράκη.
Συνεπιμελητές: Δρ Ηλίας Κορομηλάς, Βασίλης Γκοιμήσης, Άννα Ντινοπούλου
Κέντρο Τεχνών Δήμου Αθηναίων: Βασ. Σοφίας, Πάρκο Ελευθερίας, τηλ.: 210 72 24 028
Στάση ΜΕΤΡΟ: Μέγαρο Μουσικής
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Σάββατο: 10.00 -20.00, Κυριακή: 10.00 - 14.00
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Έξω και Κάτω;

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Τάσο Τσακίρογλου

• Πώς κρίνετε την πρόταση που έκανε η Α. Μέρκελ τον Δεκέμβριο ότι, στο όνομα της διάσωσης του ευρώ, τα κράτη της ευρωζώνης θα έπρεπε να υπογράψουν ένα είδος «συμβολαίων», προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους;

Η ιδέα των «συμβολαίων» στην οικονομική πολιτική πάσχει από άποψη αρχών. Η οικονομική πολιτική πρέπει να αποφασίζεται από μια κοινότητα, με το Κοινοβούλιο να ψηφίζει τα έσοδα και τα έξοδα, σε μια χώρα ή σε μια ομοσπονδία χωρών. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για σχέσεις «συμβολαιακού» χαρακτήρα. Το να επιχειρούμε να μιμηθούμε το ιδιωτικό δίκαιο σ’ ένα τέτοιο πεδίο αποτελεί μια συνταγή αποτυχίας. Σε μιαν ομοσπονδία, θα μπορούσε κάποιος να έχει κοινές καθοδηγητικές γραμμές για την οικονομική πολιτική, αλλά με αντάλλαγμα μια ισχυρή αλληλεγγύη. Η Γερμανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ομοσπονδιακά κράτη και είναι γνωστό ότι ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός είναι μακράν σημαντικότερος σε σύγκριση με τους προϋπολογισμούς των κρατιδίων.

• Και η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Ο προϋπολογισμός των Βρυξελλών , ή ο κοινός προϋπολογισμός της Ε.Ε., καλύπτει μόνο το 1,26% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το ποσοστό είναι πολύ μικρό για να θεωρηθεί «ομοσπονδιακός» προϋπολογισμός. Αυτό που απαιτείται είναι τουλάχιστον 10% έως 12% του ΑΕΠ. Βραχυπρόθεσμα, αυτό που θα χρειαζόταν είναι μια μεγάλη ταμειακή μεταφορά από τον Βορρά στον Νότο, ύψους από 300 έως 400 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτό το ποσό θα έπρεπε να είναι εισφορά των Βόρειων Χωρών. Όμως, γνωρίζουμε ότι αυτό θα συνεπαγόταν ένα βάρος υπερβολικά μεγάλο ακόμα και για τη Γερμανία, δηλαδή ένα ποσοστό του ΑΕΠ της από 8% έως 12%. Κάτι τέτοιο θα τσάκιζε τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας. Έτσι, δεν υπάρχει λόγος να ζητάμε από τη Γερμανία ένα τέτοιο ποσό ή να παραπονιόμαστε ότι η Γερμανία δεν θέλει να πληρώσει. Η Γερμανία δεν μπορεί να πληρώσει. Γι’ αυτό, πίσω από τις αναφορές για «συμβόλαια» βλέπουμε τη γυμνή αλήθεια: η Γερμανία απλώς προσπαθεί να επιβάλει στις άλλες χώρες τη θέλησή της. Αυτό που απέτυχε η Γερμανία να κάνει δύο φορές στον 20ό αιώνα με την κτηνώδη δύναμη, επιχειρεί να το κάνει τώρα μέσω της οικονομίας.

• Ποιο θα είναι το μέλλον της ευρωζώνης εάν συνεχίσουμε τις περικοπές στους προϋπολογισμούς και τα προγράμματα λιτότητας;

Το μέλλον της ευρωζώνης είναι οπωσδήποτε ζοφερό. Το ευρώ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με τη συμμετοχή τόσο διαφορετικών χωρών στη ζώνη του. Η ετερογένεια στα επίπεδα ήταν υπερβολικά μεγάλη. Οι περικοπές στους προϋπολογισμούς και η λιτότητα απλώς βυθίζουν τις χώρες σε μια μεγαλύτερη παγίδα ύφεσης. Η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται σε όλες τις χώρες του Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας. Αλλά πρέπει να ειπωθεί ότι ακόμα και με μια περισσότερο επιεική οικονομική πολιτική, το μέλλον της ευρωζώνης θα συνέχιζε να είναι ζοφερό. Ακόμα και εάν η Γερμανία αποφάσιζε να χαλαρώσει τον ζουρλομανδύα της λιτότητας, αυτό δεν θα θεράπευε τα βασικά μειονεκτήματα του κοινού νομίσματος, τα οποία είναι πολύ γνωστά στους οικονομολόγους όλου του κόσμου. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι είτε με έναν γρήγορο θάνατο ή με μια παρατεταμένη αγωνία.

• Πριν από μερικές μέρες, το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Φράιμπουργκ διαπίστωνε ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία πιθανότητα να αποπληρώσει τα δάνειά της και ότι η πιστοληπτική της ικανότητα μειώνεται ταχύτατα. Τι σημαίνει αυτό κατ’ εσάς;

Δεν αποτελεί έκπληξη. Έλεγα από το φθινόπωρο του 2011 ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε και δεν θα αποπλήρωνε τα δάνεια που είχε συνάψει. Είχαμε ήδη αρκετά «κουρέματα», αλλά ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να είναι μη βιώσιμο. Όσο γρηγορότερα παραδεχτούμε αυτή την αλήθεια, τόσο καλύτερα θα είναι τα πράγματα για όλους στην Ευρώπη.

• Η έξοδος από το ευρώ αποτελεί ένα ρεαλιστικό σενάριο και ποιες θα ήταν οι συνέπειες στην πραγματική οικονομία και στην κοινωνική ζωή;

Και πάλι, είπα από το 2010 ότι η έξοδος από την ευρωζώνη, με μια μεγάλη υποτίμηση, θα ήταν η καλύτερη επιλογή για την Ελλάδα. Φυσικά, αυτό θα συνεπαγόταν οικονομικά δεινά, αλλά πολύ μικρότερα απ’ αυτά που έχουν επιβληθεί τώρα στον ελληνικό λαό, και μάλιστα χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Με μια μεγάλη υποτίμηση, η ελληνική βιομηχανία και γεωργία θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητά τους και οι εξαγωγές τους θα αυξάνονταν σε σχέση με τις εισαγωγές. Η αύξηση του ΑΕΠ έχει υπολογιστεί ότι θα ήταν μεταξύ 20% και 30% στα πρώτα τρία χρόνια μετά την υποτίμηση.

• Και ποιες θα ήταν οι συνέπειες για την υπόλοιπη ευρωζώνη;

Όπως σας είπα, η ευρωζώνη είναι καταδικασμένη, επειδή ήταν εξαρχής εσφαλμένη. Εάν η Ελλάδα είχε εγκαταλείψει το ευρώ από το 2010 ή το 2011, αυτό θα είχε ακρωτηριάσει την ευρωζώνη. Όμως αυτό θα συνιστούσε ένα μικρότερο κακό από τη σημερινή κατάσταση. Φυσικά, ορισμένες ξένες τράπεζες θα είχαν αντιμετωπίσει δυσκολίες. Όμως τώρα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες εξαιτίας της λιμνάζουσας οικονομίας. Ακόμα και εάν η Ελλάδα έφευγε τώρα, αυτό θα αποτελούσε ένα ισχυρό σοκ για την εύθραυστη δομή της ευρωζώνης.

• Επαρκεί ο μηχανισμός επιτήρησης των τραπεζών για να τεθούν υπό έλεγχο η «σκιώδης τραπεζική» και οι κερδοσκοπικές πρακτικές, οι οποίες έχουν προκαλέσει την παρούσα κρίση;

Η λεγόμενη «τραπεζική ένωση» έχει καταλήξει να είναι η πιο γελοία κατάσταση, όπου πολλές τράπεζες (στη Γερμανία) δεν θα τεθούν υπό αυτήν την επιτήρηση και ο απαιτούμενος προϋπολογισμός (για τη στήριξή τους) δεν θα είναι έτοιμος πριν από το 2025! Αλλά η ιστορία της «τραπεζικής ένωσης», με όλα τα παζάρια και τις διαπραγματεύσεις που δεν οδηγούν πουθενά, μάς έχει διδάξει ένα μάθημα: ότι η Γερμανία θα κάνει οτιδήποτε προκειμένου να μην αναγκαστεί να πληρώσει για άλλες χώρες. Καμία χώρα, περιλαμβανομένης της Γαλλίας, δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη ρυθμιστική της εξουσία όταν αυτή αφορά το χρήμα. Είναι κρίμα που κανένας δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτό το μάθημα.

• Έχετε δηλώσει ότι μια πραγματικά Ομοσπονδιακή Ευρώπη είναι λιγότερο πιθανή από μια επέμβαση των Αρειανών στη Γη. Πώς το εξηγείτε αυτό;

Καθώς οι ευρωεκλογές πλησιάζουν, πολλοί άνθρωποι σε πολλά πολιτικά κόμματα μιλούν τώρα για την «Ομοσπονδιακή Ευρώπη» και δεσμεύονται να κάνουν ό,τι δεν έκαναν για περισσότερο από είκοσι χρόνια. Αυτό αποτελεί μια καθαρή φαντασίωση, όμοια με την άσκηση τραπεζικής σε μια εισβολή Αρειανών. Θα μπορούσαμε να δούμε αυτή τη φαντασίωση σαν ένα είδος εγωιστικής ψευδαίσθησης ή σαν ένα είδος καταραμένου ψέματος.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ και ακόμα και σήμερα δεν έχουν καμία πρόθεση να οικοδομήσουν μια «Ομοσπονδιακή Ευρώπη». Αλλά αυτό που ήταν φαντασίωση παραμένει φαντασίωση. Χώρες που πρόσφατα εντάχθηκαν στην Ε.Ε. δεν επιθυμούν να βοηθήσουν άλλους. Ο Βορράς δεν επιθυμεί να βοηθήσει τον Νότο. Η ιδέα μιας «Ομοσπονδιακής Ευρώπης» είναι νεκρή. Αποδειχτήκαμε ανίκανοι να θεσπίσουμε μηχανισμούς για μια πραγματική συνεργασία και ενσωμάτωση. [....]

Ποιος είναι
Ο Ζακ Σαπίρ είναι διευθυντής σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού και επικεφαλής του Κέντρου Μελετών Μεθόδων Εκβιομηχάνισης. Τα τελευταία χρόνια έχει ταχθεί υπέρ της απο-παγκοσμιοποίησης, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το μέλλον της ευρωζώνης και έχει καλέσει τη Γαλλία να την εγκαταλείψει. Θεωρείται ένας από τους πλέον «αιρετικούς» οικονομολόγους της Γαλλίας, αλλά και από τους βαθύτερους γνώστες της οικονομίας της Ρωσίας, όπου διδάσκει στη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις το βιβλίο του «Εργάτες και εργασιακές σχέσεις στη Ρωσία» (1990).
Η Εφημερίδα των Συντακτών  09/03/14
Μια εκτενέστερη εκδοχή αυτής της συνέντευξης μπορείτε να βρείτε στο ιστολόγιο του Σαπίρ, υπό τον τίτλοGreece at bay (Η Ελλάδα σε δύσκολη θέση), στον σύνδεσμο http://russeurope.hypotheses.org/2033.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Η εμπειρία του πολιτισμού


Η τοποθέτηση της πολιτιστικής εμπειρίας*
Όταν πρωτόγινα φροϋδικός ήξερα τι σήμαινε. Η θάλασσα και η ακτή αντιπροσώπευαν την ατέλειωτη συνουσία ανάμεσα στον άντρα  και  τη γυναίκα, και το παιδί πρόβαλε απ’ αυτή την ένωση για να χαρεί μια σύντομη στιγμή, προτού γίνει με τη σειρά του ενήλικος και γονιός. Τότε, σαν σπουδαστής του ασυνείδητου συμβολισμού, ήξερα ότι η θάλασσα είναι  η μητέρα και πάνω στην ακτή γεννιέται το παιδί. Τα βρέφη ξεπροβάλλουν από τη θάλασσα και ξεβράζονται στην ακτή όπως ο Ιωνάς από τη φάλαινα. Έτσι, η ακροθαλασσιά ήταν τώρα το κορμί της μάνας, μετά τη γέννηση του παιδιού .  η μητέρα και το βιώσιμο πια βρέφος  αρχίζουν να αλληλογνωρίζονται . (σ. 169)
Έχω χρησιμοποιήσει τον όρο πολιτιστική εμπειρία σαν προέκταση της ιδέας των μεταβατικών φαινομένων και του παιχνιδιού, χωρίς να είμαι βέβαιος ότι μπορώ να ορίσω τη λέξη «κουλτούρα». Η έμφαση, πραγματικά, έχει δοθεί στην εμπειρία. Χρησιμοποιώντας τη λέξη κουλτούρα σκέφτομαι την κληρονομημένη παράδοση. (σ. 174).
Αυτές οι πολιτιστικές εμπειρίες προμηθεύουν το στοιχείο της συνέχειας στην ανθρώπινη φυλή, που ξεπερνά την ατομική  ύπαρξη. Θέτω το αξίωμα ότι οι πολιτιστικές εμπειρίες είναι άμεση συνέχεια του παιχνιδιού, … (σ. 176)

ΚΥΡΙΑ ΘΕΣΗ
Εδώ  λοιπόν είναι η κύρια διατύπωσή μου. Διατείνομαι ότι:
1.     Ο χώρος που τοποθετείται η πολιτιστική εμπειρία βρίσκεται στο δυνητικό διάστημα ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον (αρχικά, το αντικείμενο). Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το παίξιμο. Η πολιτιστική εμπειρία αρχίζει με τη δημιουργική ζωή που πρωτοεκδηλώνεται στο παιχνίδι.
2.     Για κάθε άτομο, η χρήση αυτού του χώρου καθορίζεται από εμπειρίες ζωής που εμφανίζονται στα πρώιμα στάδια της ατομικής ύπαρξης.
3.     Το βρέφος έχει από την αρχή σε μέγιστο βαθμό έντονες εμπειρίες στο δυνητικό χώρο ανάμεσα στο υποκειμενικό αντικείμενο και το αντικείμενο που γίνεται αντικειμενικά αντιληπτό, ανάμεσα στις προεκτάσεις  του εγώ και τα μη εγώ αντικείμενα. […]
4.      Κάθε βρέφος έχει τη δική του καλή και κακή εμπειρία σ’ αυτόν το χώρο. Η εξάρτηση είναι  πολύ μεγάλη. Ο δυνητικός χώρος συμβαίνει να υπάρχει μόνο σε σχέση με έν αίσθημα εμπιστοσύνης από τη μεριά του βρέφους, δηλαδή, εμπιστοσύνης  που συνδέεται με τη δυνατότητα εξάρτησης από τη μητρική μορφή ή το περιβάλλον. (σ. 176) Η εμπιστοσύνη είναι η ένδειξη της δυνατότητας για εξάρτηση που έχει ενδοβληθεί.
5.     Προκειμένου να μελετήσουμε το παιχνίδι, και κατόπιν την πολιτιστική ζωή του ατόμου, πρέπει να μελετήσουμε τη μοίρα του δυνητικού χώρου, ανάμεσα σε ένα οποιοδήποτε βρέφος και στην ανθρώπινη (που, συνεπώς , πέφτει σε λάθη) μητρική μορφή που είναι βασικά προσαρμοστική χάρη στην αγάπη. Θα γίνει κατανοητό ότι, στην περίπτωση  που η περιοχή αυτή θεωρηθεί  μέρος της δομής του Εγώ, έχουμε ένα μέρος του Εγώ που δεν είναι σωματικό Εγώ.  Ένα μέρος που δεν είναι θεμελιωμένο στο πρότυπο των σωματικών λειτουργιών  αλλά στις σωματικές εμπειρίες. Αυτές οι εμπειρίες ανήκουν στη σχέση με αντικείμενα  μη οργιαστικού είδους ή σε ότι μπορούμε να αποκαλέσουμε ικανότητα του Εγώ για σχέση στο χώρο, όπου, μπορεί να πει κανείς ότι η συνέχεια παραχωρεί τη θέση της στη συνάφεια. (σ.177)
Ο Fred Plaut, ένας γιουνγκικός αναλυτής έχει γράψει μια διατριβή (1966) απ’ όπου παραθέτω:
Η ικανότητα να σχηματίζει εικόνες και να τις  χρησιμοποιεί εποικοδομητικά με το να τις μετασχηματίζει  σε καινούργια πρότυπα –αντίθετα απ’ ότι γίνεται στα όνειρα και τις φαντασιώσεις- εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου να εμπιστεύεται.
Η  λέξη εμπιστοσύνη  σ’ αυτή την περίπτωση δείχνει σαφή αντίληψη εκείνου που εννοώ όταν αναφέρομαι στο χτίσιμο της πεποίθησης που βασίζεται στην εμπειρία, τον καιρό της μέγιστης εξάρτησης, πριν από την απόλαυση και τη χρήση του αποχωρισμού και της ανεξαρτησίας. (σ. 179)
Έγινε ίσως κατανοητό από τα παραπάνω πόσο σημαντικό μπορεί να είναι για τον αναλυτή να αναγνωρίσει την ύπαρξη αυτού του τόπου, του μόνου τόπου  όπου το παιχνίδι μπορεί ν΄ αρχίσει, ενός τόπου που βρίσκεται το σημείο της σχέσης συνέχειας-συνάφειας, και όπου γεννιούνται τα μεταβατικά φαινόμενα.
Ελπίζω  ότι έχω αρχίσει να απαντάω στο ερώτημά μου: πού είναι τοποθετημένη η πολιτιστική εμπειρία. (σ. 181)

Πρωτότυπος τίτλος:  D.W. Winnicott: Playing and Reality (1971)
Ντ. Βίννικοτ: Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα. Μετάφραση: Γιάννης Κωστόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα: 1979, σ. 168-181.
*Δημοσιεύτηκε στο International Journal of Psychoanalysis, Vol. 48, Part 3, (1967).

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Η ποιότητα του πλούτου


 
Απελευθέρωση από την κοινωνία της αφθονίας
Αισθάνομαι ευτυχισμένος βλέποντας εδώ τόσα πολλά λουλούδια και γι' αυτό θέλω να σας θυμίσω ότι τα ίδια τα λουλούδια δεν έχουν άλλη δύναμη, παρά μόνο τη δύναμη των ανδρών και των γυναικών που τα προφυλάγουν από την επίθεση και την καταστροφή.
Σαν ένας απελπισμένος φιλόσοφος που γι' αυτόν η φιλοσοφία έχει γίνει ένα με την πολιτική, φοβάμαι ότι θα κάνω σήμερα εδώ μια ομιλία μάλλον φιλοσοφική και πρέπει να ζητήσω την ανοχή σας. Απασχολούμαστε με τη διαλεκτική της απελευθέρωσης [...] όχι μόνο της διανοητικής αλλά αυτής που περιλαμβάνει το πνεύμα και το σώμα, της απελευθέρωσης ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σκεφθήτε τον Πλάτωνα: η απελευθέρωση από τη ζωή μέσα στη σπηλιά. Σκεφθήτε τον Χέγγελ: η απελευθέρωση με την έννοια της προόδου και της ελευθερίας στην ιστορική κλίμακα. Σκεφτήτε τον Μαρξ. Με ποιά έννοια τώρα η διαλεκτική είναι απελευθέρωση; Είναι απελευθέρωση από το εμπόδιο ενός κακού και ψεύτικου συστήματος, είτε οργανικό είτε κοινωνικό κι αν είναι, είτε ψυχικό ή διανοητικό: απελευθέρωση με τις δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα σ' ένα τέτοιο σύστημα. (σ. 71) [....] Τώρα τι γίνεται σήμερα στην δική μας κατάσταση. Νομίζω ότι αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση πρωτοφανέρωτη στην ιστορία, γιατί σήμερα πρέπει να απελευθερωθούμε από μια κοινωνία που λειτουργεί σχετικά καλά, που είναι πλούσια και δυνατή. Εδώ μιλώ για την απελευθέρωση από την κοινωνία της αφθονίας, δηλαδή την προηγμένη βιομηχανική κοινωνία. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι η ανάγκη της απελευθέρωσης όχι από μια φτωχή, όχι από μια σάπια κι ούτε στις πιο πολλές περιπτώσεις από μια τρομοκρατική κοινωνία, αλλά από μια κοινωνία που αναπτύσσει σε μεγάλη έκταση τις υλικές και τις πολιτιστικές ακόμα ανάγκες του ανθρώπου - μια κοινωνία που, ... διοχετεύει τα αγαθά σ' ένα τμήμα του πληθυσμού μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά. Και αυτό προϋποθέτει ότι αντιμετωπίζουμε την απελευθέρωση από μια κοινωνία όπου η απελευθέρωση είναι φαινομενικά χωρίς μαζική υποστήριξη. Ξέρουμε πολύ καλά τους μηχανισμούς της παραποίησης, της υποβολής και της καταπίεσης που είναι υπεύθυνοι γι' αυτή την έλλειψη της μαζικής υποστήριξης και για την απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των δυνάμεων της αντίθεσης στο κατεστημένο κοινωνικό σύστημα (σ. 72)
[....] Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε, με πιό ωμό τρόπο, αυτή τη διαλεκτική της απελευθέρωσης σαν ένα φαύλο κύκλο. Η μετάβαση από την εθελοντική σκλαβιά (όπως υπάρχει σε μεγάλη έκταση στην κοινωνία της αφθονίας) στην ελευθερία προϋποθέτει την κατάργηση των θεσμών και των μηχανισμών της καταπίεσης. Και η κατάργηση των θεσμών και των μηχανισμών της καταπίεσης προϋποθέτει την προηγούμενη απελευθέρωση. Όσο για τις ανάγκες νομίζω ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε την ανάγκη της αλλαγής των συνθηκών που είναι ανυπόφορες για την ύπαρξη, από την ανάγκη της αλλαγής της κοινωνίας στο σύνολό της. Τα δύο αυτά δεν είναι ταυτόσημα και ούτε βρίσκονται υποχρεωτικά σε αρμονία. Ε ά ν  υπάρχει ανάγκη αλλαγής συνθηκών που κάνουν την ζωή ανυπόφορη, και έχει λογικές ελπίδες επιτυχίας μια τέτοια αλλαγή μέσα στην κατεστημένη κοινωνία καθώς αυτή ανέρχεται και προοδεύει, τότε πρόκειται απλά για μια ποσοτική αλλαγή. Η ποιοτική αλλαγή θα είναι η αλλαγή του ίδιου του συστήματος στό σύνολό του.
Θα ήθελα να δείξω ότι η διάκριση ανάμεσα στην ποσοτική και στην ποιοτική αλλαγή δεν είναι ταυτόσημη με τη διάκριση ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και στην επανάσταση. (σ. 75) Η ποσοτική αλλαγή μπορεί να σκοπεύει και να οδηγεί στην επανάσταση. [...] Με άλλα λόγια το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι σε ποιό σημείο η ποσότητα μπορεί να μεταβληθεί σε ποιότητα, η ποσοτική αλλαγή στις συνθήκες και τους θεσμούς μπορεί να γίνει ποιοτική αλλαγή.(σ. 76)
[....] Νομίζω ότι αυτοί οι δύο παράγοντες είναι εσωτερικά δεμένοι και ότι αποτελούν το σύνδρομο της τελευταίας φάσης του καπιταλισμού: δηλαδή την φαινομενικά αδιάσπαστη ενότητα -αδιάσπαστη για το σύστημα- της παραγωγικότητας και της καταστροφής, της ικανοποίησης των αναγκών και της καστολής τους, της ελευθερίας μέσα από ένα σύστημα σκλαβιάς δηλαδή υποδούλωσης του ανθρώπου στον μηχανισμό και την αδιάσπαστη ενότητα της λογικής και του παραλογισμού. [...]
Τώρα η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε είναι: γιατί χρειαζόμαστε την απελευθέρωση από μια τέτοια κοινωνία, αν είναι ικανή ... στο μακρινό μέλλον ίσως, ... να νικήσει τη φτώχεια, ... να μειώσει τον κόπο και τις ώρες της δουλειάς και να ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο; Και αν το αντίτιμο για όλα τα αγαθά που μοιράζει, γι' αυτή την άνετη σκλαβιά, για όλες τις επιτυχίες αυτές αποσπάται από ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από τη μητρόπολη και την αφθονία της; Και αν η ίδια η κοινωνία της αφθονίας δεν αντιλαμβάνεται τι κάνει, πως σκορπίζει τον τρόμο και την υποδούλωση, πως πολεμά την απελευθέρωση σε όλες τις γωνιές του πλανήτη; (σ. 77-78)
Ξέρουμε την παραδοσιακή αδυναμία των συναισθηματικών, ηθικών και ανθρωπιστικών επιχειρημάτων μπροστά σε μια τέτοια τεχνολογική πρόοδο μπροστά στην παράλογη λογική μιας τέτοιας δύναμης. (σ. 78)
[....] Μπορούμε να συνοψίσουμε την τραγική κατάσταση που βρισκόμαστε: Μια ριζική κοινωνική αλλαγή είναι αντικειμενικά απαραίτητη για δυό λόγους : πρώτα γιατί είναι η μοναδική ευκαιρία να διασωθεί η δυνατότητα της ανθρώπινης ελευθερίας και, ακόμα, γιατί είναι διαθέσιμα τα τεχνικά και υλικά μέσα για την πραγματοποίηση αυτής της ελευθερίας. (σ. 79)
 


 
[....] Με άλλα λόγια η απελευθέρωση φαίνεται ότι εξαρτάται από την αναγνώριση και την ενεργοποίηση μιας βαθύτερης διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης αυτής που είναι πιο κάτω από την παραδοσιακή υλική βάση: όχι μιας ιδεολογικής διάστασης που είναι πάνω και πέρα από την υλική βάση, αλλά μια διάσταση πιο υλική και από την ίδια την υλική βάση, μια διάσταση κάτω από την υλική βάση. Θα δείξω αμέσως τι εννοώ.
Η έμφαση στη νέα αυτή διάσταση δεν σημαίνει την αντικατάσταση της πολιτικής από την ψυχολογία, αλλά μάλλον το αντίθετο. Σημαίνει ότι τελικά πρέπει να υπολογιστεί το γεγονός ότι η κοινωνία έχει εισβάλλει στις βαθύτερες ρίζες της ανθρώπινης ύπαρξης, ακόμα και στο ασυνείδητο του ανθρώπου. (σ. 80) Π ρ έ π ε ι   να φτάσουμε στις ρίζες της κοινωνίας μέσα στα ίδια τα άτομα, που με αιτία την κοινωνική μηχανή, αναπαράγουν σταθερά την συνέχεια της καταπίεσης ακόμα και μέσα από τη μεγάλη επανάσταση.
[...] ...[τα] διαφορετικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας ελεύθερης, προϋποθέτουν, ... , μια ολοκληρωτική  αναθεώρηση αξιών, μια καινούργια ανθρωπολογία. Προϋποθέτουν ένα τύπο ανθρώπου που απορρίπτει τις αρχές που κυβερνούν  την συμπεριφορά των κατεστημένων κοινωνιών, ένα τύπο ανθρώπου που έχει απαλλαγεί από την επιθετικότητα και την θηριωδία που περιέχει ο οργανισμός της κατεστημένης κοινωνίας καθώς και την υποκριτική πουριτανική ηθική της, ένα τύπο ανθρώπου που βιολογικά είναι ανίκανος να κάνει πόλεμο και να προκαλέσει δυστυχίες, που έχει (αντίθετα) συνειδητοποιήσει καλά την χαρά και την ευχαρίστηση και δουλεύει συλλογικά και ατομικά για ένα κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον που μέσα του μια τέτοια ύπαρξη γίνεται δυνατή. (σ. 81).
[....] ... Αυτή η καινούργια, ανήκουστη και απρόβλεφτη παραγωγικότητα επιτρέπει την ιδέα μιας τεχνολογίας της απελευθέρωσης. [....]
Τι σημαίνει αυτό με συγκεκριμένα λόγια; Είπα ότι εδώ δεν μας ενδιαφέρει η ιδιωτική αισθαντικότητα και ευαισθησία, αλλά η [κοινωνική] αισθαντικότητα και ευαισθησία, η δημιουργική φαντασία και το παιχνίδι όταν γίνονται δυνάμεις μεταμορφωτικές. Σαν τέτοιες θα οδηγήσουν, για παράδειγμα, στον ολοκληρωτικό ανασχηματισμό των πόλεων και της εξοχής μας, την αποκατάσταση της φύσης μετά από την εξέλειψη της βίας και της καταστροφής του καπιταλιστικού εκβιομηχανισμού. Τη δημιουργία εσωτερικού και εξωτερικού χώρου για μοναξιά, ατομική αυτονομία και ηρεμία, την εξάλειψη του θόρυβου, των ακροατηρίων, της υποχρεωτικής συνύπαρξης, της μόλυνσης, της ασχήμιας. Αυτές δεν είναι απαιτήσεις ρομαντικές και υπεροπτικές - και το τονίζω όσο μπορώ περισσότερο. Σήμερα οι βιολόγοι επιμένουν ότι είναι οργανικές ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού και ότι η καταπίεση, η διαστροφή και η καταστροφή τους από την καπιταλιστική κοινωνία, ακρωτηριάζει στην πραγματικότητα τον ανθρώπινο οργανισμό όχι μόνο μεταφορικά, αλλά πραγματικά και κυριολεκτικά. (σ. 82-83)
[....] Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η διάλυση του σημερινού συστήματος είναι προϋπόθεση για μια τέτοια ποιοτική αλλαγή. (σ. 84)
[....] Ένα από θα καθήκοντα της αντιπολίτευσης σήμερα είναι η ενεργοποίηση και χρησιμοποίηση της καταπιεσμένης αντίθεσης, για να μπορέσει να δράσει σαν καταλύτης αλλαγής, πράγμα που παραμένει και πρέπει να παραμένει καθήκον πολιτικό.
Η δουλειά μας είναι η εκπαίδεση πάνω σε μια καινούργια βάση. Σήμερα η εκπαίδευση είναι και θεωρητική και πρακτική, και μάλιστα πολιτική πράξη, γίνεται όλο και περισσότερο διάλογος, παρά διδασκαλία και εκμάθηση. (σ. 86)
[....] Το εκπαιδευτικό σύτημα ε ί ν α ι  πολιτικοποιημένο, δεν είμαστε εμείς που θέλουμε να το πολιτικοποιήσουμε. [...] Και πρέπει γι' αυτό να αντιμετωπίσουμε την κοινωνία σ' ολόκληρο το δικό της χώρο, στη μαζική κινητοποίηση. Πρέπει να αντιτάξουμε στην υποβολή της υποδούλωσης την υποβολή της ελευθερίας. Πρέπει ο καθένας μας να προσπαθήσει να ξυπνήσει στον εαυτό του και μετά στους άλλους την ενστικτώδη ανάγκη για μια ζωή χωρίς φόβο, αποθηρίωση και βλακεία. Και πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε την ενστικτώδικη και συνειδητή απέχθεια για τις αξίες μιας αφθονίας που σκορπίζει επιθετικότητα και καταπίεση σε όλο τον κόσμο.
Πριν τελειώσω θα ήθελα να πω τη γνώμη μου για τους Χίππις. Μου φαίνεται ένα φαινόμενο σοβαρό. Αν συζητούσαμε για την ενστικτώδη απέχθεια απέναντι στις αξίες της κοινωνίας της αφθονίας νομίζω ότι εδώ μπορούμε να ψάξουμε και θα τη βρούμε. Αλλά νομίζω ότι οι Χίππις, καθώς και κάθε αντικομφορμιστικό κίνημα της αριστεράς, είναι διασπασμένοι. Υπάρχουν δυό τμήματα, κόμματα ή τάσεις. Το μεγαλύτερο μέρος είναι απλό μασκάρεμα και προσωπική γελοιοποίηση, και γι' αυτό, όπως υπέθεσε ο Γκεράσι, τέλεια αβλαβές στην πραγματικότητα, συμπαθητικό και γοητευτικό σε πολλές περιπτώσεις, αλλά και τίποτα άλλο πέρα από αυτό. (σ. 87)
[....] Το άλλο τμήμα ... των Χίππις ... συνενώνει κάπως την σεξουαλική, ηθική και πολιτική εξέγερση, ακολουθώντας στην πραγματικότητα μια μη επιθετική μορφή διαβίωσης: μια επιδίωξη επιθετικής μη επιθετικότητας που πετυχαίνει, τουλάχιστον θεωρητικά, την επίδειξη αξιών διαφορετικών σε ποιότητα, μια επανεκτίμηση των αξιών.
Όλη η εκπαίδευση σήμερα είναι θεραπεία: Θεραπεία με την έννοια της απελευθέρωσης του ανθρώπου με όλα τα γνωστά [μέσα] από μια κοινωνία που μέσα της αργά η γρήγορα θα μεταμορφωθεί σε κτήνος, ακόμα κι αν δεν το αντιλαμβάνεται πιά.
[....] Μπορούμε να προετοιμαστούμε γι' αυτό σαν καθηγητές, σαν σπουδαστές. Λέω ξανά ότι ο ρόλος μας είναι περιορισμένος, δεν είμαστε μαζικό κίνημα και δεν πιστεύω ότι στο κοντινό μέλλον θα δούμε ένα τέτοιο κίνημα. (σ. 88)
[....] Δεν πρέπει για κανένα λόγο να υποκύψουμε σε όποιες ψευδαισθήσεις. Αλλά θα ήταν ακόμα χειρότερο να υποκύψουμε στην πολύ εξαπλωμένη ηττοπάθεια που βλέπουμε γύρω. Σήμερα ο προπαρασκευαστικός ρόλος είναι απαραίτητος. Πιστεύω ότι δεν είμαι πολύ αισιόδοξος, ... , όταν λέω ότι μπορούμε πια να δούμε τα σημάδια όχι μόνο του ότι α υ τ ο ί  άρχισαν να φοβούνται και να ανησυχούν, αλλά τις πολύ πιο συγκεκριμένες αδυναμίες του συστήματος. Ας συνεχίσουμε λοιπόν όπως μπορούμε ....
 
Μαρκούζε Χ. Η απελευθέρωση από την κοινωνία της αφθονίας στο: Γκεράσι Τ., Μαρκούζε Χ., Σουήζυ Π., Γκολντμάν Λ., Καρμάικλ Σ. Η διαλεκτική της απελευθέρωσης, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα: 1972, σ. 71-89.





Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Ένα κανονικό ανθρωπάκι



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τιποτένιο ανθρωπάκι. Είχε μια τιποτένια μύτη, ένα τιποτένιο στόμα και φορούσε τιποτένια παπούτσια. Κίνησε να ταξιδέψει σ’ έναν τιποτένιο δρόμο που δεν οδηγούσε πουθενά. Συνάντησε έναν τιποτένιο ποντικό και τον ρώτησε:
-          Δε φοβάσαι τη γάτα;
-     Όχι, καθόλου, απάντησε ο τιποτένιος ποντικός, σε τούτη την τιποτένια χώρα υπάρχουν μόνο τιποτένιες γάτες, με τιποτένια μουστάκια και τιποτένια νύχια. Εξάλλου, εγώ σέβομαι το τυρί. Τρώω μονάχα τις τρύπες του. Δε λένε και τίποτα, αλλά είναι γλυκιές.
-          Γυρίζει το κεφάλι μου, είπε το τιποτένιο ανθρωπάκι.
-          Είναι ένα κεφάλι τιποτένιο ΄  και στον τοίχο να το χτυπήσεις δε θα πονέσει.
Το τιποτένιο ανθρωπάκι, θέλοντας να δοκιμάσει, έψαξε να βρει έναν τοίχο για να χτυπήσει το κεφάλι του, όμως ήταν ένας τιποτένιος τοίχος και, μια και είχε πάρει πολλή φόρα, βρέθηκε πεσμένος στην απέναντι πλευρά. Και εκεί επίσης δεν υπήρχε τίποτα απολύτως.
Το τιποτένιο ανθρωπάκι ήταν τόσο κουρασμένο απ’ όλο εκείνο το τίποτα, που αποκοιμήθηκε. Και ενώ κοιμόταν, ονειρεύτηκε πως ήταν ένα τιποτένιο ανθρωπάκι και πως πήγαινε σ’ έναν τιποτένιο δρόμο και συναντούσε έναν τιποτένιο ποντικό που έτρωγε κι αυτός τις τρύπες του τυριού και ο τιποτένιος ποντικός είχε δίκιο: είχαν πραγματικά γεύση τιποτένια.
 
Τζιάννι Ροντάρι,  Παραμύθια από το τηλέφωνο, (Απόδοση: Άννα Παπασταύρου), Αθήνα: Μεταίχμιο 2003, σ. 162

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ενήλικη αφέλεια


 
Ο καιρός που άρχισα να διαβάζω τακτικά παιδική λογοτεχνία δεν είναι πολύς. Μετέφερα για χρόνια πολλά το παιδί μέσα μου και δε μου έλειπε η παιδικότητα; Θεωρούσα αυτή τη μορφή λογοτεχνίας εύκολη στην κατανόηση, εύπεπτη και επομένως κατώτερη από αυτή που απευθύνεται σε μεγάλους; Όσο και να ψάχνω, δε βρίσκω βάσιμες δικαιολογίες και δεν χρειάζεται, γιατί τώρα πια έχω εκτεθεί . δεν ήταν η πρώτη φορά και δεν θα είναι, ασφαλώς, ούτε και η τελευταία. Τώρα που διαβάζω διαπίστωσα πως είναι μια "ακέραια" λογοτεχνία γεμάτη σύμβολα και καθαρότητα εκφραστικών τρόπων και σκοπών που διαλύει τη μοναξιά και συντροφεύει με χάρη και γενναιοδωρία την ψυχική αδυναμία των ενηλίκων να κατανοήσουν τα "απλά". 
Η χώρα του «ξε» ή Αντιγράφοντας τον Τζιάννι Ροντάρι
(αλλάζουν μόνο τα ονόματα, η χώρα και τα πράγματα)
Ο Ηλίας ο Χασομέρης ήταν σπουδαίος ταξιδευτής. Σε κάποιο από τα πολλά ταξίδια του, έτυχε να βρεθεί στη χώρα του «ξε».
- Μα τι σόι χώρα είναι αυτή η Ελλάδα; ρώτησε έναν ντόπιο, που δροσιζόταν κάτω από ένα δέντρο, καθώς ήταν κατακαλόκαιρο κι ο ήλιος έκαιγε.
Ο ντόπιος αντί γι’ απάντηση έβγαλε από την τσέπη του ένα ξυραφάκι και το έδειξε στο μικρό Ηλία, ανοίγοντας διάπλατα την παλάμη του χεριού του.
- Το βλέπετε αυτό;
- Είναι ένα ξυράφι ' όχι για ξύρισμα ' για μολύβια. 
- Λάθος. Είναι ένα «ξεξυράφι», δηλαδή ένα ξυράφι με το «ξε» μπροστά. Χρησιμεύει στο  να ξαναφυτρώνουν τα γένια και να μην χρειάζεται οι άντρες να αγοράσουν άλλο ξυραφάκι. Κάνει τα μολύβια να ξαναμακραίνουν, όταν έχουν ξυστεί πολύ, και είναι πολύ χρήσιμο στα σχολεία. Τα φτωχά παιδιά δε θα χρειαστεί να ξαναγοράσουν  δεύτερο μολύβι.
- Υπέροχο, είπε ο Ηλίας. Και μετά;
- Μετά έχουμε την «ξεκρεμάστρα».
- Την κρεμάστρα, θέλετε να πείτε.
- Η κρεμάστρα χρησιμεύει σε πολύ λίγα πράγματα, αν δεν έχετε παλτό να κρεμάσετε πάνω της. Με την «ξεκρεμάστρα» μας, όμως, όλα είναι εντελώς διαφορετικά. Μ΄ αυτή δε χρειάζεται να κρεμάς τίποτα, γιατί ό,τι χρειάζεται είναι ήδη κρεμασμένο. Αν θέλετε παλτό, πάτε και το ξεκρεμάτε. Όποιος έχει ανάγκη από σακάκι, δε χρειάζεται να πάει να το αγοράσει: περνάει από την ξεκρεμάστρα και το ξεκρεμάει. Έχουμε ξεκρεμάστρα για τα καλοκαιρινά και για τα χειμωνιάτικα, για αντρικά, για γυναικεία και για παιδικά ρούχα. Έτσι φοράμε λίγα ρούχα και κάνουμε οικονομία.
- Τέλεια. Κι έπειτα;
- Έπειτα έχουμε την «ξεφωτογραφική» μηχανή, που αντί να βγάζει φωτογραφίες, βγάζει γελοιογραφίες, κι έτσι γελάμε πολύ.
- Έχουμε την «ξετηλεόραση» που λέει μόνο αλήθειες και όταν ακουστεί ένα ψέμα ανάβει ένα κόκκινο φωτάκι που προειδοποιεί τους θεατές ώστε να καταλάβουν αμέσως πως δεν πρέπει να το πιστέψουν. Αμέσως μετά ακούγεται η αλήθεια.
Έχουμε τον «ξεϋπολογιστή» που μας διώχνει από κοντά του, καθώς, όποτε κάθεται κάποιος μπροστά στην οθόνη για πολλή ώρα, ανάβει ένα τόσο δυνατό φως που θαμπώνει τα μάτια. Ο «ξεϋπολογιστής» μας βοηθάει να επικοινωνήσουμε γρήγορα μεταξύ μας και να αποφασίσουμε σε ποιο σπίτι, ποιο σχολείο, ποια πλατεία θα συναντηθούμε με τους φίλους μας.
Κι έχουμε βέβαια και το «ξεκανόνι».
- Οοουου, φοβάμαι.
- Μη φοβάστε καθόλου. Το ξεκανόνι είναι το αντίθετο του κανονιού και χρησιμεύει στο να ξεκάνει τον πόλεμο.
- Και πώς λειτουργεί;
- Πανεύκολο. Μπορεί κι ένα παιδάκι να το χειριστεί. Αν γίνει πόλεμος σφυρίζουμε με την «ξεσάλπιγγα», ρίχνουμε μια βολή με το «ξεκανόνι» κι αμέσως ο πόλεμος σταματάει.
- Είναι θαυμάσια αυτή η χώρα του «ξε».
- Ναι, αλλά ξεχνάω πως τη λένε γιατί, επειδή είναι μικρή χώρα, όλη την ώρα αλλάζει ονόματα για να αρέσει στους ξένους: Ιωνία, Κάτω Ιταλία, Μικρά Ασία, Γραικία.  Το τελευταίο που άκουσα ήταν «Ελλάδα».
- Όχι, «Ξε-Ελλάδα;»
- Έχεις δίκιο, «Ξε-Ελλάδα».
- Ξέρω, Ελλάδα!
(Διασκευή: Γιώργος Δημητρίου)
 
Τζιάννι Ροντάρι  Παραμύθια από το τηλέφωνο. (Απόδοση: Άννα Παπασταύρου) Μεταίχμιο, Αθήνα 2003 (σελ. 29-30).
 
 


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτός είναι ο δικός μου βράχος!



Ο Αντώνης απ’ τους Αμπελοκήπους , [....] είχε έρθει στο Μαουτχάουζεν τον Απρίλιο του σαράντα τέσσερα. [...] τον φέρανε νύχτα, τον χώσανε και στην απομόνωση απ’ την πρώτη νύχτα, κ’ έτσι πέρασε άφαντος. [...] Τους τιμωρημένους τους είχαν σε ξεχωριστή παράγκα και δεν ήταν εύκολο να τους πλησιάσεις. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν προορισμένοι για να ξεκάμουν με ξεθεωτική δουλειά στο λατομείο. Μπορεί το χαρτί τους νά ’γραφε πως τιμωρούνται με ένα ή δύο μήνες «σκληρής εργασίας». Αλλά σ’ αυτού του είδους τη «σκληρή εργασία» λίγοι ήταν εκείνοι που αντέξανε πάνω από δυό εβδομάδες.
[....] Ξέραμε καλά τι ήταν η «σκληρή εργασία». Κατέβαιναν τρέχοντας τα 225 σκαλιά του λατομείου, έφταναν τρέχοντας 200 μέτρα πιο πέρα, τους φόρτωναν ένα αγκωνάρι στη ράχη, γύριζαν τρέχοντας στη σκάλα, ανέβαιναν τα 225 σκαλιά και, τρέχοντας πάλι, πήγαιναν μισό χιλιόμετρο μακριά. Αυτό γινόταν δώδεκα ώρες κάθε μέρα. Πλήγωναν οι ώμοι, τα πόδια, τα σωθικά.
[...] Ο τιμωρημένος γύρισε και το πρώτο βράδυ και το δεύτερο κι άλλα πολλά βράδυα. [....] Περάσανε μέρες. Ένα βράδυ στο στρατόπεδο απ’ άκρη σ’ άκρη μιλούσαν για τον Έλληνα που δούλευε στο συνεργείο των τιμωρημένων. Τα νέα τά ’φεραν αυτοί που δούλευαν στο λατομείο κ’ είδαν από κοντά τι έγινε.
[....] Εμείς μάθαμε «τι έγινε» από τους Σέρβους μιναδόρους που μέναμε μαζί στην ίδια παράγκα. Ήταν μετά από το μεσημεριανό φαΐ. Ο Ές - Ές επικεφαλής του συνεργείου των τιμωρημένων είχε ως εκείνη την ώρα ξεκάμει δεκαεφτά Εβραίους και Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου.
Μόλις κάποιος παραπατούσε, έβαζε τους άλλους να τον σύρουνε στα συρματοπλέγματα του φράχτη. Εκεί ο Ές - Ές τον έχωνε ανάμεσα στο φράχτη και τον πυροβολούσε. Ύστερα έγραφε σε ένα μπλόκ : «Ο υπ’ αριθ. 137.556 κρατούμενος αποπειραθείς να δραπετεύσει εξετελέσθη επί τόπου». Αυτή τη σημείωση την κρατούσε για τη βραδυνή αναφορά. Έγραφε όμως, άλλη μια και την καρφίτσωνε πάνω στον σκοτωμένο : «Μόνο η πειθαρχία οδηγεί στην ελευθερία».
Σ’ ένα ανέβασμα της σκάλας, ένας Εβραίος παραπατά. Ο Αντώνης του ’καμε νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’ αριστερό ανασήκωσε τ’ αγκωνάρι του Εβραίου. Όμως αυτό έγινε κοντά στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα. Ο Ές - Ές τους είδε και τους χώρισε. Διάταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο Ές - Ές πλησίασε και του είπε ν’ ανοίξει το στόμα. Ο Ές - Ές έβγαλε το περίστροφο, το ’χωσε στο στόμα του Εβραίου και πυροβόλησε.
Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια πάνω του. Ο Αντώνης τον κοίταξε άφοβα, έπειτα πλησίασε στο νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο αγκωνάρι και συνέχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Ο Ές - Ές πάγωσε. Δεν είπε τίποτα, δεν έκαμε τίποτα. Όταν όμως ξαναγύρισαν στο λατομείο, για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια, ο Ές - Ές φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. Άρχισε να βολταρίζει σαν μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει. Βρήκε ένα αγκωνάρι διπλό απ’ τ’ άλλα, το ’δειξε στον Αντώνη και είπε : «Αυτό είναι δικό σου». Ο Αντώνης κοίταξε τ’ αγκωνάρι, ύστερα τον Ές - Ές, ύστερα τα σκόρπια αγκωνάρια γύρω - γύρω. [...] Αυτός ο Έλληνας πήγαινε φιρί - φιρί ... Ο Ές - Ές είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του από τη θήκη, το ’τριβε νευρικά στο πανταλόνι του κ’ ετοιμαζόταν. Ο Αντώνης σταμάτησε μπροστά σ’ ένα αγκωνάρι, ακόμα μεγαλύτερο από εκείνο που του διάλεξε ο Ές - Ές.
- Αυτό είναι το δικό μου, είπε. Και το φορτώθηκε. Σ’ όλους τους δρόμους που κάνανε ως το βράδυ, σ’ όλα τα κουβαλήματα ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα, ο Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια.
Ο Αντώνης δεν πολυμιλούσε γι’ αυτή την ιστορία, βαριότανε. Κι όταν κανείς ερχότανε να τον δει και να του πιάσει κουβέντα, ... έλεγε : «Άει παράτα μας τώρα ... Τι το κάναμε δω θέατρο;»
Του λέγαμε : «Μα πώς, ρε Αντώνη; ... Δεν φοβήθηκες μη σε σκοτώσει;»
- Άαα, τον πούστη, απαντούσε, που νόμιζε πως θα κάτσω να με καβαλλήσει.
[...] Ο Αντώνης τότε μας εξηγούσε πως «από κείνη τη στιγμή ο Ές - Ές κάτι έπαθε, χάλασε το μηχανάκι του. Τό ’χω παρατηρήσει αυτό ... Άμα χαλάσει το μηχανάκι τους κλάψ’ τους».
- Ποιο μηχανάκι; ..
- Όλοι αυτοί έχουν ένα μηχανάκι μέσα στο κεφάλι που τους το βάζουν στη σχολή των Ές - Ές. Τους ανοίγουν το κρανίο και τους βάζουν μέσα το μηχανάκι πού ’χει εφεύρει ο Χίτλερ.
- Και τι δουλειά κάνει αυτό το μηχανάκι; ξαναρωτούσαμε.
- Τους κάνει ανάποδους, συνέχιζε ο Αντώνης. Άς πούμε, το κανονικό είναι να χαίρεσαι άμα ο άλλος είναι πονόψυχος ή άμα ο άλλος δε φοβάται. Είδατε όμως ποτέ σας κανέναν Ές - Ές να μη σκυλιάσει άμα δει έναν κρατούμενο να βοηθά τον άλλον; Αν τύχει πια και κανείς να δείξει πως δεν τους φοβάται, ούτε ψύλλος στον κόρφο του! Να τι κάνει το μηχανάκι! ... Τους βγάζει από το κανονικό!
- Ναι, βρε Αντώνη, λέγαμε, αλλά εσένα πώς σου τη χάρισε;
- Αφού σας είπα, χάλασε το μηχανάκι, κι άμα χαλάσει, κλάψ’ τους.
Ο Αντώνης τά ’λεγε πολύ σοβαρά όλ’ αυτά, παρ’ όλο που αστειευόταν ή που νόμιζε πως μας «δουλεύει» πως τα πιστεύουμε. Αλλά όπως και νά ’χει το πράγμα, δούλεμα ή αστείο, έλεγε την αλήθεια με το δικό του τρόπο.

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαουτχάουζεν Αθήνα, Θεμέλιο 1965, σ.σ. 95-101.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Με λίγη σοφία και πίστη, πορευόμαστε ....



Το όνομα κάθε ανθρώπου διαισθάνομαι πως μεταφέρει ένα ειδικό συναισθηματικό και πνευματικό φορτίο και μπορεί πολλές φορές να λειτουργήσει ως προσωπική ή κοινωνική δέσμευση συμπεριφοράς, όταν ακολουθεί στοιχειώδεις ηθικούς κανόνες. Αντιλαμβάνομαι το όνομα ως μια αποτύπωση της Θείας Χάρης πάνω στο πρόσωπο αλλά και στην κινητική κατάσταση κάθε ανθρώπου. Έτσι εξηγείται το χάρισμα του γέροντα Παϊσιου να αναγνωρίζει και να καλεί με τα ονόματά τους όσους αγνώστους τον επισκέπτονταν για πρώτη φορά στο  Άγιο Όρος, τον καιρό που ζούσε εκεί. 
Οι Σοφίες που γνώρισα έως σήμερα στη ζωή μου δικαιολογούσαν με έναν τρόπο το όνομά τους, οι Ελπίδες επίσης, ενώ οι Αγάπες απολάμβαναν την τύχη τους, επειδή νόμιζαν πως είχαν μια δεδομένη κληρονομιά θηλυκότητας, ενώ στην πράξη συνέχεαν το όνομά τους με τον Έρωτα. Μέχρι σήμερα δεν έχω γνωρίσει καμία Πίστη, όμως έχω πίστη στο Θεό. Καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεται να γενικεύσω την έννοιά Του σε "Ανώτερη Δύναμη" για να Τον δεχθώ, επειδή η αθεϊα είναι της μόδας και μπορεί να κινδυνεύσω να θεωρηθώ "out".
Έχω μια συμπάθεια, την ίδια στιγμή, για τις ημέρες που γιορτάζουν περισσότεροι ή περισσότερες από ένας ή μία άγιοι ή άγιες. Θεωρώ πως, με κάποιο τρόπο, είναι μια δικαίωση του ομαδικού χαρακτήρα της πίστης που ξεκινάει ως ατομική υπόθεση υπερφυσικής επικοινωνίας ανθρώπινου-Θείου και τείνει να γίνει οικουμενική καθημερινή πρακτική. Παρακάμπτουμε τη διάθεση ηθικοπλαστικής επίδρασης του αφηγητή και προσεγγίζουμε το περιεχόμενο αυτής της αληθινής ιστορίας που τόσο πολύ μοιάζει με παραμύθι. Κατά τη γνώμη μου και σύμφωνα με την αντίληψη πολλών άλλων, θρησκεία δεν είναι ο κλήρος -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- ο εμπλεκόμενος είτε με την πολιτική είτε με την κοινωνική εξουσία ' είναι ο μισότρελλος από την ερημιά και την απομόνωση ερημίτης που επισκέπτεται σπάνια την Αθήνα ή τις μεγάλες πόλεις και κινείται γρήγορα ανάμεσα στον κόσμο χωρίς να πολυκοιτάζει γύρω του ' ξέρει πως λειτουργεί η κοινωνία ' δεν χρειάζεται να διαβάσει τις στατιστικές μετρήσεις της κοινής γνώμης και έχει χρόνια τώρα αποκλείσει την περίπτωση του στατιστικού λάθους.
Τα παραμύθια όπως και οι αληθινές ιστορίες δε μας δεσμεύουν ' μας συντροφεύουν.



Χρόνια πολλά Σοφία, χρόνια πολλά Πίστη, χρόνια πολλά Ελπίδα, χρόνια πολλά Αγάπη!
Γιώργος Δημητρίου Χ.