Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

φάος-φως

Φαέθων
Μια θεατρική παράσταση που επιδιώκει να είναι διαδραστική χωρίς να το δηλώνει.
Λίγα λόγια για τους συντελεστές:
Συγγραφέας: δυναμική καταγραφή της αλήθειας, ήρεμη δύναμη, ελεγχόμενη φλόγα
Σκηνοθέτης: ασφαλής (για τους ηθοποιούς) καθοδήγηση, λιτή «γραφή»
Ηθοποιοί: αμεσότητα, ειλικρίνεια, πάθος, εσωτερικότητα, εξαιρετικός αυτοέλεγχος
Φωτισμός: υποβλητικός, διακριτικός, καίριος, χωρίς ίχνος έπαρσης
Ήχος: λειτουργικό εργαλείο της παράστασης, έδινε ρυθμό στη σκηνοθεσία
Κοστούμια: κατάλληλα, λειτουργούν βοηθητικά για τον θεατή, ώστε να εγκλιματιστεί στην ατμόσφαιρα του έργου.
Οι συντελεστές της παράστασης μοιράστηκαν μαζί μας ένα άρτιο θεατρικό αποτέλεσμα.

Εντοπίζω, ενστικτωδώς, κάποιες «προδιαθέσεις» που, ίσως, να σας διευκολύνουν στην προσέγγιση του έργου και γράφονται με αφορμή τα πρόσωπα (κατά σειρά βαρύτητας).

«Προϋποθέσεις» παρακολούθησης της παράστασης:  
  • καλή γνώση του εαυτού (εμείς - οι θεατές)
  • τόλμη να γίνουμε μάρτυρες στην αποκάλυψη «γνωστών» οικογενειακών  μυστικών (όλα τα πρόσωπα του έργου- εμείς)
  • εγρήγορση στη διαδικασία επίλυσης ψυχολογικών προβλημάτων (γιός, πατέρας, μητέρα)
  • απομυθοποίηση θρησκευτικών πεποιθήσεων (πατέρας)
  • αποκαθήλωση κοινωνικών προτύπων (πατέρας, μητέρα)
  • διαρκής επιδίωξη της ολοκλήρωσης της προσωπικότητας (γιός)
  • ικανοποιητική γνώση των ιστορικών και πολιτισμικών καταβολών (τα πρόσωπα του έργου - εμείς)
  • «φιλική» σχέση με τη σιωπή και «εχθρική» στάση απέναντι στην αποσιώπηση,
  • αναζήτηση του «τόπου» προορισμού της ψυχής (γιός, μητέρα, κόρες - εμείς)
Γενική εικόνα: Βρισκόμαστε στο «θάλαμο» ενός «ασύλου ανιάτων», μιας ομάδας «ασθενών» που αποσύρονται στα δωμάτιά τους για να «υποφέρουν ιδιωτικά» και έρχονται γύρω από το τραπέζι ως «άτομα» παρακινούμενα από συνήθεια ή από υποχρέωση να υπηρετήσουν τους οικογενειακούς ρόλους τους;
Ειδικές διαπιστώσεις:  
Στη συζήτηση που ακολούθησε την παράσταση, ανάμεσα σε συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Επιμόρφωσης: Ακαδημία Πλάτωνος-Η Πολιτεία και ο Πολίτης και στους συντελεστές της -εκτός του συγγραφέα-  ειπώθηκαν σημαντικά πράγματα σχετικά με τον σκοπό και τα μέσα υλοποίησής της. Αν εξέλειπαν και θεατές που επέμεναν να βρουν το ηθικό δίδαγμα της παράστασης, ή άλλοι που θεωρούσαν ως θεατρικό μόνο τον χώρο της σκηνής και όχι αυτό των διαδρόμων ανάμεσα στους θεατές ή και άλλους περιφερειακούς χώρους, τότε τα πράγματα θα ήταν ιδανικά.  
Καθώς γύριζα χθες το βράδυ στο σπίτι περπατώντας, είχα όλο το χρόνο να σκεφτώ ποιό ή ποιά θα μπορούσαν να είναι τα ηθικά διδάγματα. Απέρριψα όλες τις ηθικοπλαστικές απαντήσεις και κατέληξα σε ορισμένα "σκόρπια" συμπεράσματα, όπως:
1) ο πατέρας εξυπηρετεί τη διαστροφή του θεωρώντας ότι ο γιός του δεν είναι άντρας, ενώ η σύζυγος και οι κόρες του δεν είναι γυναίκες. Παραβιάζοντας τον προσωπικό χώρο καθενός από τα μέλη της οικογένειάς του αυταπατάται πως τα "διδάσκει" να "επαληθεύσουν" το φύλο τους.  Ο συγκεκριμένος πατέρας δείχνει να πιστεύει πως τα μέλη της οικογένειάς του είναι σαρκικές προεκτάσεις του εαυτού του που στερούνται ταυτότητας φύλου ή κοινωνικής ταυτότητας. Πρόκειται, στην ουσία, για ένα τυφλό και κουφό ζώο, που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από την όσφρηση, την αφή και τη γεύση.
2) Θεωρώ πως η ψυχική διαστροφή, του πατέρα, δε μπορεί να «στηρίζεται» σε μια αιρετική παραμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας, αγνοώντας την ίδια την ουσία της, που είναι το αγκάλιασμα και η βοήθεια προς τους ανθρώπους. Η θρησκεία, είναι, κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο πράγμα που μπορεί(;) και πρέπει να χρησιμοποιήσει κάποιος για να επιβάλλει την όποια ιδιαιτερότητά του στα μέλη της οικογένειάς του και -κατ' επέκταση- στον στενό κοινωνικό του κύκλο. Κι αυτό γιατί θρησκεία δεν είναι μια σειρά κοινών παραδοχών του ιερατείου της εκκλησίας ‘ ούτε ένα σύνολο κανόνων εξωτερικά επιβαλλόμενης λατρείας. Δεν είναι η φράση: «γεννηθήτω το θέλημά σου» η αφετηρία τεκμηρίωσης των ανώμαλων ορέξεων κάθε διεστραμμένου πατέρα-εξουσιαστή, αλλά μια σειρά αυτοπεριορισμών που μας διαχωρίζουν από τα άγρια ζώα.
3) Είμαι βέβαιος ότι, το ρεαλιστικά, ισχυρό φύλο, είναι οι γυναίκες όπως, για παράδειγμα, η μητέρα στο έργο, που βρίσκει τρόπο να αντιδράσει, τελικά, παίρνοντας δύναμη από την αγκαλιά του γιού της αλλά κυρίως εμπνεόμενη από τη συνολική αντίστασή του στον πατριαρχικό αυταρχισμό.
4) Καταλήγοντας, αρνούμαι να δεχθώ κηρύγματα συντηρητισμού, όχι από τους διδάσκοντες ή τις διδάσκουσες που είναι σχεδόν όλοι και όλες προοδευτικοί άνθρωποι, αλλά από συναδέλφους, θεατές, «αγνοημένες μεγαλοφυΐες» που γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και επιμένουν να μου το δείξουν, χωρίς να έχω εκφράσει προηγουμένως καμία αμφιβολία για το ποιό είναι το καλό ή το κακό και, κυρίως, χωρίς να έχω αναζητήσει σωτηρία και μάλιστα από αυτόκλητους σωτήρες. Κανείς από τους θεατές δεν μιλά ανοιχτά έχοντας μια στάση που υπονοεί πως όσα πει πιθανώς να χρησιμοποιηθούν  εναντίον του, σαν να επρόκειτο για «κατηγορούμενο» που πρέπει να φροντίσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του και όχι για κάποιον άνθρωπο ελεύθερο, με ανεξαρτησία της γνώμης του.
5) Έτσι, οι περισσότεροι από τους παρόντες αποφεύγουν να συμμετάσχουν στη συζήτηση κι ας διαφωνούν με κάθε υστερόβουλο θεατή που επιχειρεί να αποδομήσει την παιδευτική συγκρότηση και πρόταση του συγκεκριμένου σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου. Οι θεατές -παραδοσιακής ηθικής- συναισθάνονται πως το μήνυμα του έργου όχι μόνο δε βρίσκεται σε συμφωνία, αλλά αντίθετα, καταγγέλλει τη σαθρή δομή της πατριαρχικής ελληνικής οικογένειας και την ανοχή της μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας σε κάθε ανήθικο γεγονός και φαινόμενο ' αναρρωτώνται και αγανακτούν μόνο και μόνο γιατί η παράσταση δεν συμβάλλει στη διαιώνισή της ηθικής της απραξίας που κρύβεται κάτω από μια επίφαση γαλήνης και ηρεμίας στον κοινωνικό «βάλτο». 
6) Συνοψίζοντας, πιστεύω πως οι αιτίες της αβουλίας και της απραξίας των Νεοελλήνων ξεκινούν από το ιστορικό μας παρελθόν: είναι μια μακρινή «αντήχηση» δουλοπρέπειας, δηλαδή της καθημερινής πρακτικής στην επώδυνη περίοδο της Τουρκοκρατίας ‘ είναι παιδί της διαρκούς πολιτικής αστάθειας και των πολέμων κατά τη διάρκεια των Νεώτερων χρόνων, οφείλεται στη θεοποίηση του ατομικού συμφέροντος, του "εμείς ποτέ δε χάναμε στην οικογένειά μας" που έγραφε ο Γιάννης Νεγρεπόντης και τραγουδούσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, επαληθεύεται ως πρόσφατο κατάλοιπο της  τρομοκρατίας που άσκησε η Χούντα και δυστυχώς επικαιροποιήθηκε πάλι, στις μέρες μας, με την κρίση που οδηγηθήκαμε να περάσουμε.
Αν δεν έχω προσέξει κάτι άλλο, ή έχω παρερμηνεύσει κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν υπάρχει στο έργο μια ακόμα πλευρά ενδιαφέρουσα ή και ουσιώδης ‘ απλά δηλώνει πως τώρα, τελευταία, μαθαίνω ανάγνωση της «θεατρικής γραφής».
Γιώργος Δημητρίου Χ.
 Πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε και εδώ: http://www.culturenow.gr/34197/faethwn-toy-dhmhtrh-dhmhtriadh-sto-theatro-odoy-kykladwn-leyterhs-vogiatzhs
Η εικόνα είναι ένα δικό μου κολάζ με τίτλο Playing games (2008)

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Αναβαθμός



"ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΕΒΕΙΤΕ ΜΙΑ ΣΚΑΛΑ
Κανείς δεν θα έχει παραλείψει να παρατηρήσει ότι πολύ συχνά το έδαφος κάνει πτυχές με τέτοιο τρόπο, ώστε ένα μέρος σχηματίζει ορθή γωνία με το επίπεδο του πατώματος και στη συνέχεια, το άλλο μέρος παίρνει μια θέση παράλληλη σ' αυτό το επίπεδο, για να σχηματιστεί μια νέα κάθετος, διαδικασία που επαναλαμβάνεται είτε σε σχήμα ελικοειδές, είτε σε τεθλασμένη γραμμή μέχρι ύψη που ποικίλουν σημαντικά. Σκύβοντας και βάζοντας το αριστερό χέρι σ' ένα απ' τα κάθετα μέρη και το δεξί στο αντίστοιχο οριζόντιο, έχετε για μια στιγμή, στην κατοχή σας, ένα σκαλοπάτι ή αλλιώς σκαλί. Καθένα απ' αυτά τα σκαλοπάτια, που σχηματίζεται όπως είδαμε από δυό μέρη, βρίσκεται λίγο πιο ψηλά και πιο πίσω από το προηγούμενο, αρχή στην οποία βασίζεται η έννοια της σκάλας, αφού οποιοσδήποτε άλλος συνδυασμός θα έδινε σχήματα ίσως πιο ωραία ή πιο γραφικά, αλλά ακατάλληλα για τη μεταφορά από το ισόγειο στον πρώτο όροφο.
Ανεβαίνετε τις σκάλες από μπροστά, μια και από πίσω ή με το πλάι είναι ιδιαίτερα άβολο. Η συνήθης στάση συνίσταται στο να κρατηθείτε όρθιος με τα χέρια να κρέμονται χαλαρά, το κεφάλι όρθιο, όχι εντελώς αλλά τόσο ώστε τα μάτια να είναι ελεύθερα να βλέπουν τα σκαλιά που βρίσκονται πιο πάνω απ' αυτό που πατάτε και να αναπνέετε αργά και κανονικά. Για ν' ανεβείτε μια σκάλα, αρχίζετε σηκώνοντας το μέρος εκείνο του σώματος που βρίσκεται κάτω δεξιά, που σχεδόν πάντοτε είναι τυλιγμένο σε δέρμα ή καστόρι και που, εκτός από αξαιρέσεις, χωράει ακριβώς στο σκαλί. Μόλις ακουμπήσετε στο πρώτο σκαλοπάτι, το μέρος που είπαμε πριν και που, για συντομία, θα ονομάσουμε πόδι, ανασηκώνετε το αντίστοιχο αριστερό μέρος (που επίσης ονομάζεται πόδι, αλλά που δεν πρέπει να συγχέεται με το πόδι που πριν αναφέραμε) και, φέρνοντας το στο ύψος του ποδιού, συνεχίζετε την κίνηση μέχρι να το τοποθετήσετε στο δεύτερο σκαλοπάτι '  έτσι, σ' αυτό θα ξεκουραστεί το πόδι, ενώ στο πρώτο θα ξεκουραστεί το πόδι. (Τα πρώτα σκαλοπάτια παρουσιάζουν πάντα τη μεγαλύτερη δυσκολία μέχρι να αποκτηθεί ο κατάλληλος συγχρονισμός. Η σύμπτωση του ονόματος μεταξύ του ποδιού και του ποδιού κάνει δύσκολη την εξήγηση. Προσέξτε, ιδιαίτερα, να μη σηκώσετε ταυτόχρονα το πόδι και το πόδι).
Αφού φτάσετε μ' αυτόν τον τρόπο στο δεύτερο σκαλοπάτι, είναι αρκετό να επαναλάβετε διαδοχικά τις κινήσεις για να βρεθείτε στο τέλος της σκάλας. Από κει η κάθοδος είναι εύκολη, και γίνεται μ' ένα ελαφρό χτύπημα του τακουνιού που σταθεροποιεί τη σκάλα στο μέρος που βρίσκεται, απ' όπου δεν πρόκειται να κουνηθεί μέχρι την ώρα που θα κατεβείτε."
(Χούλιο Κορτάσαρ, Οι ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, Μετάφραση: Ελένη Χαρατσή, Εκδ. Ύψιλον, 1996, σ. 22-23)

Τίτλος τραγουδιού: Πρωϊνή γυμναστική - Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης - Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης - Δίσκος : Μικροαστικά 1973

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=87RGw90VbVM

Το παραλήρημα ενός επίδοξου αναρριχητή

- Τι ονομάζουμε "σκάλα;" (ιταλική λέξη)
- Τι είναι η "κλίμακα;" (ελληνική λέξη)
- Σκάλα είναι, όπως και η κλίμακα, μια δομή, κατασκευασμένη από μάρμαρο, γρανίτη, σίδερο, ξύλο και γυαλί -ή συνδυασμούς αυτών των υλικών- και αποτελείται από μια διαδοχική σειρά μικρότερων επιπέδων που ονομάζονται σκαλιά και οδηγούν σε ένα «άλλο» επίπεδο.
- Ποιος είναι ο σκοπός κατασκευής μιας σκάλας;
- Η σκάλα, φαίνεται να κατασκευάστηκε για να επιτρέπει σε ανθρώπους να προσεγγίζουν ανώτερα -υψομετρικά- επίπεδα από αυτό που ήδη βρίσκονται και εκκινούν, δηλαδή, από το ισόγειο ή το υπόγειο. Απώτερος στόχος της κατασκευής μιας σκάλας είναι, ο άνθρωπος, να αγγίξει την αυτοπραγμάτωσή του ή -αν αυτό του φαίνεται κάπως κουραστικό- έστω, μια ιδεοληψία του Θεού. Γι αυτό κτίστηκε ο Πύργος της Βαβέλ .  γι αυτό κατασκευάζονται και οι σύγχρονοι ουρανοξύστες.
- Μπορεί, η σκάλα, να έχει κατασκευαστεί από τη φύση ή από ζώα;   
- Μάλιστα, μπορεί!
- Όταν εκρήγνυται ένα ηφαίστειο, η λάβα χύνεται από τις πλαγιές του βουνού και κυλάει συνεχώς. Επειδή η λάβα ρέει κατά κύματα, μόλις κρυώσει και στερεοποιηθεί, σχηματίζει ωραία, γυαλιστερά, πλατιά «σκαλοπάτια» τόσο μεγάλα και λαμπερά που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε ποτέ να κατασκευάσει. Θα έχετε παρατηρήσει, τα θαυμάσια γλυπτά της φύσης, σε απόκρημνους βράχους, που οδηγούν στη θάλασσα. Θα μπορούσαμε, ίσως,  να περιμένουμε τη φύση να «δημιουργήσει» και να γλυτώσουμε τον κόπο της κατασκευής μιας σκάλας, αλλά τα ηφαίστεια εκρήγνυνται κάθε διακόσια, πεντακόσια, χίλια ή χιλιάδες χρόνια. Επομένως δε μπορούμε να περιμένουμε τόσο .  δυστυχώς, πρέπει να δραστηριοποιηθούμε μόνοι μας!
Καθόλου, για παράδειγμα, δε θα μπορούσε να με βοηθήσει ένα ηφαίστειο να ανεβώ στον επάνω όροφο της κατοικίας μου όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Αντίθετα, πολύ περισσότερο θα με διευκόλυνε η ζηλοφθονία ενός συγγενούς μου,  όταν με επισκέπτεται απρόσκλητος στο νέο μου σπίτι, και του λέω -ανεβαίνοντας στο επάνω πάτωμα- πως πρέπει να ετοιμαστώ γιατί με περιμένουν, ενώ εκείνος πολύ «χαίρεται» που δεν μένω σε ενοίκιο!
Αλλά και τα ζώα χρησιμοποιούν σχοινένιες σκάλες και, μάλιστα ασκούνται, αξιοποιώντας τα κλαδιά σαν σκαλοπάτια για να ανεβούν σε ψηλότερα σημεία των δέντρων και ν’ αποφύγουν τους εχθρούς ή να συναντήσουν την οικογένεια και τους φίλους τους.
- Είναι, όμως, η ανάβαση μιας σκάλας, η κατάλληλη άσκηση για όλους τους ανθρώπους;
- Θα έλεγα, πως όχι .   είναι, μάλλον, η πρέπουσα δοκιμασία μόνο για τους αποφασισμένους να αναβαθμίσουν τη ζωή τους, για τους φιλόδοξους, τους ανεξάρτητους και τους τολμηρούς.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να σύρεις τα βήματά σου, κάθε πρωί, στα γκρίζα πεζοδρόμια μιας μεγαλούπολης, στις τσιμεντένιες αποβάθρες του Ηλεκτρικού σιδηροδρόμου ή στα γρανιτένια δάπεδα του Μετρό. Τα πόδια σου -και το ένα και το άλλο- «πηγαίνουν» σχεδόν μόνα τους, σαν από συνήθεια, ακολουθώντας την ίδια καθημερινή διαδρομή, αλλά όταν πρόκειται να ανεβείς μια σκάλα, τότε τα πράγματα αλλάζουν .  αρχίζεις να σκέφτεσαι : που θέλω ν’ ανεβώ; αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω; Λες, να το τολμήσω; Συνήθως το αποφεύγεις, μα καμιά φορά γίνεσαι παράτολμος : Όχι, θ’ ανέβω κι ας ιδρώσω κι ας λαχανιάσω κι ας κινδυνέψω να πάθω ανακοπή! Είναι μεγάλη η πρόκληση! Ύστερα -αν ζήσεις- θα έχεις να θυμάσαι πόσο περήφανος αισθάνθηκες, εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές!
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Εδώ και διαρκώς!


 
Αναρρωτιέμαι: αλλάζει η οπτική μας γωνία παρατηρώντας τα πράγματα, με το πέρασμα του χρόνου; Εμείς, μόνοι, καθορίζουμε απόλυτα την πορεία της ζωής μας; Γεννιόμαστε και παραμένουμε οι ίδιοι με μικρές αλλαγές ή υπάρχει σαφές και προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα (μοίρα) το οποίο επαληθεύουμε, συνήθως, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι το υπηρετούμε;
Θυμάμαι, στο σχολείο, όταν ο καθηγητής ή η καθηγήτρια "σήκωνε" κάποιον "στον πίνακα", για να πει το μάθημα και αυτός ήταν "μισο-διαβασμένος" η συνηθισμένη απάντησή του στην προτροπή του διδάσκοντος: 'Άρχισε!" ήταν: "Από που ν' αρχίσω, από την αρχή;" και η περιπαικτική απάντηση ήταν δεδομένη: "Άρχισε από όπου θέλεις ' άρχισε από τη μέση!". Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα ήμουνα καλός μαθητής, αλλά όχι άριστος και αυτό συνέβαινε γιατί δεν μάθαινα γρήγορα με την τυπική διαδικασία, δηλαδή από τα βιβλία ή την παράδοση του μαθήματος από τον διδάσκοντα, αλλά με το βιωματικό τρόπο, δηλαδή με επισκέψεις σε μουσεία, εκπαιδευτικούς περιπάτους ή εκδηλώσεις και εκδρομές. Παρόλα αυτά, επιτρέψτε μου να αρχίσω από την αρχή.
Θα πρέπει να ήμουνα μηνών ακόμα μωρό, όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι του Μάνου Χατζηδάκη "Κάπου υπάρχει η αγάπη μου" σε μια παραμυθένια, όπως φάνταζε στα μάτια, στα αυτιά και στη μύτη ενός νηπίου, εποχή (1958-1965), όπου η μουσική  έδειχνε να γράφεται για παιδιά, αλλά συγκινούσε ιδιαίτερα τους μεγάλους. Από τη μια πλευρά, η ευωδιά των γιασεμιών σε κάθε γειτονιά, η αίσθηση της υγρασίας στις υπόγειες καρβουναποθήκες που λειτουργούσαν και σαν ταβερνάκια, η ξεχωριστή οσμή του κρασιού στα νέα βαρέλια, αλλά και η ιεροτελεστία του κυριακάτικου τραπεζιού, όπου μαζευόταν όλο το σόϊ, διόγκωναν τον μύθο μιας πλατιάς κοινωνικής συλλογικότητας. Από την άλλη πλευρά, κατά τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας, η πολεμική ατμόσφαιρα των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων και της διαρκούς πολιτικής αναταραχής που οδήγησε στο δυστύχημα της Επταετίας, κατέστρεφε τη μακαριότητα του παραμυθιού, με προσγείωνε σε μια βάρβαρη καθημερινή, επαναληπτική ζωή, όπου ο μύθος εμπλεκόταν κι ύστερα παραμορφωνόταν από τα γρανάζια των μοντέρνων καιρών. Έτσι, μέσα στα χρόνια, αισθανόμουνα διαρκώς  την ανάγκη να αναζητήσω  τον χαμένο παράδεισο της παιδικής αθωότητας. Να γιατί, χρησιμοποιούσα τα παλιά τραγούδια ως  ιστοσανίδα για να ταξιδέψω πίσω στον "χαμένο" τόπο.  
Όλο αυτό το πολιτισμικό υλικό των εικόνων, των ήχων και των μυρωδιών -αποδεικνύεται από τα πράγματα- πως δεν χανόταν, αλλά συσωρευόταν στη μεγάλη αποθήκη του ασυνειδήτου μου και κάποια στιγμή στα χρόνια της εφηβείας  (13-14 ετών) ξεχείλισε και άρχισε να βάφει με λέξεις τα προκλητικά, λευκά χαρτιά, που βρίσκονταν πάνω στο πρώτο, ολοκαίνουργιο και μόνο γραφείο που είχα αποκτήσει ποτέ -ως δώρο- από τους γονείς μου! Ήταν η εποχή που άρχισα τις "καταχρήσεις" ή μάλλον τη μία "κατάχρηση"  ' να γράφω! Η τελετουργία διαρκούσε από τις 8 ως τις 12 τα μεσάνυχτα ή και την πρώτη ώρα της νέας ημέρας, ενώ μέχρι τότε ήταν κανόνας απαράβατος στις 9 η ώρα το βράδυ, να έχω ήδη αποκοιμηθεί!
Τίτλος πρώτου ποιήματος: "Ψάχνοντας τη χαρά". Αυτή είναι η μικρή ιστορία του: Ένας λαϊκός συνθέτης -δεν ρώτησα ποτέ το επώνυμό του- είχε ζητήσει από τον πατέρα μου να γράψει στίχους, σε μια εποχή που ήταν άνεργος. Ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικός στο να κατασκευάζει πράγματα με τα χέρια του, υπήρξε βαθιά μουσικόφιλος, αλλά δεν μπορούσε να "γράψει". Έτσι, λοιπόν, αυτό το πρώτο σχεδίασμα έγινε με σκοπό να "δείξω" στον πατέρα μου, πως μπορεί να είναι οι στίχοι ενός ποιήματος, που πρόκειται να μελοποιηθεί! Θα πρέπει να δηλώσω ότι τον απογοήτευσα: το στιχούργημά μου δεν ήταν γραμμένο σε ρυθμό ζεϊμπέκικου, δεν ήταν χασάπικο, ούτε κάν τσιφτετέλι! Πολύ αργότερα έμαθα, πως -αν διορθωνόταν- θα μπορούσε να είναι μια ευαίσθητη μπαλάντα! Δεν είχα συνειδητοποιήσει τη διαφορά σχεδιασμού ποιήματος-στιχογραφήματος  (κουπλέ-ρεφραίν), ούτε δομικά στοιχεία όπως είναι οι ρυθμοί, τα μέτρα, και οι παύσεις" ' δεν γνώριζα να οδηγώ το "όχημα του λόγου", αλλά "καιγόμουνα" να το οδηγήσω ' συγκρούστηκα με την πραγματικότητα και μάλλον "επέζησα!". Άγνοια κινδύνου, παιδική αφέλεια, υποψία έπαρσης, επίπονη, πρωτόλυα προσπάθεια να "δώ" το μέλλον μου, με τον ίδιο τρόπο που επιχειρεί κάποιος να ατενίσει ολόκληρο τον ορίζοντα από την κορυφή ενός χαμηλού λόφου.  Παράλληλα, ενώ ήμουνα ένα πολύ κοινωνικό και αγαπητό -στην παρέα- παιδί, με έντονη συμμετοχή σε όλα τα ομαδικά παιχνίδια (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κλπ), το σταθερό μου σημείο -δημιουργικής αναφοράς- ήταν και παρέμεινε το γραφείο, η νύχτα και η φωτισμένη λάμπα που στόχευε το λευκό χαρτί. Η γραπτή εξομολόγηση ως αφετηρία μιας προσωπικής μελλοντολογίας! Παιδικές ασθένειες!
Τώρα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, έχει -προφανώς- περάσει και δεν εμπιστεύομαι τον καθρέφτη που δείχνει να "μ' έχει πάρει με κακό μάτι", αποφάσισα να "γυμναστώ", λιγάκι, πάνω στον σταθερό στίβο όπου συνήθισα να αγωνίζομαι ' στο γραφείο μου! Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον θείο μου τον Γιώργο -αδελφό της μητέρας μου-  ιδιαίτερα καλλιεργημένο άνθρωπο και αγωνιστή της Δημοκρατίας, που όταν τον ρώτησα κάποτε -όταν ήμουν 29 χρονών- πώς αισθάνεται που μεγάλωσε (τότε ήταν 78 ετών) μου απάντησε έκπληκτος και χαρούμενος ταυτόχρονα, χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, από πάνω προς τα κάτω, σα να πλενόταν: "Ξέρεις, αν δεν κοιτάξω στον καθρέφτη, δεν συνειδητοποιώ πως μεγάλωσα! Είμαι ... ας πούμε ... 23 χρονών!". Θα μου ήταν αδύνατο να ζήσω αποστασιοποιημένος σε τέτοιο βαθμό από την παρούσα φυσική μορφή μου ' αντιθέτως, μάλιστα ' ζώντας στο παρόν θα μπορούσα, ίσως, να "αποδείξω" με κάποιο τρόπο τη συνέχεια της διανοητικής μου πορείας. Αναρρωτήθηκα, λοιπόν: άν ανέβαινα πάλι στον χαμηλό λόφο και δοκίμαζα να εντοπίσω τη θέση μου και να "παρατηρήσω" το μέλλον, άραγε, τι θα έβλεπα Κάτι αντίστοιχο μ' εμένα, κάνουν οι μουσικοί, στο δεύτερο βίντεο, συνδέουν τον Ελληνικό πολιτισμό, όπως εκφράζεται από τη σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη "Δακρυσμένα μάτια"  με την Ασιατική μουσική κουλτούρα και αναπαριστούν -κατά τη γνώμη μου- με πειστικότητα την αίσθηση που αποπνέει  το δεύτερο ποίημά μου. Παραθέτω τις δύο εικόνες, τότε (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1973) και τώρα (Οκτώβριος 2014) ' παρακαλώ, δείτε και πείτε μου! 
Προτιμώ να ακούσω τη δική σας γνώμη, γιατί γνωρίζω, εκ των προτέρων, πως θα με λυπηθήτε και δε θα μου πείτε "όλη την αλήθεια" σχετικά με τις καλλιτεχνικές μου δυνατότητες, ενώ εγώ, με τον εαυτό μου, είμαι ανελέητος! Ως απόγονος ανθρώπων της Ιωνίας που κληρονόμησε την έντονη αγάπη για τη ζωή και τον βαθύ αυτοσαρκασμό, δεν φοβάμαι τη γελοιοποίηση, γι αυτό νομίζω πως σπάνια γελοιοποιούμαι '  χωρίς να είμαι απολύτως βέβαιος!
 
Ψάχνοντας τη χαρά
 
Μια φορά, θα πάω κάπου
λίγο αόριστα, μ’ αληθινά
σε δρομάκια του έρωτα, κάπου,
που να υπάρχει ζωνταν’ η χαρά!
 
Στης ζωής το μουράγιο ακουμπάω,
λίγο ανήσυχος ψάχνω να βρω
τη χαρά που παντού αποζητάω,
με το πλοίο του έρωτα να δω. 
  
Ταξιδεύοντας μέρες και νύχτες
στου ονείρου τα ωραία τα μέρη
και περνώντας μυριάδες ηλιαχτίδες
η μοίρα στο πεπρωμένο θα με φέρει.

Κι όταν κάποτε το βλέπω φτάνω,
φτάνω,
απ’ το μικρό γραφικό μου καραβάκι
μια σανίδ’ ακόμ’ απομένει
τσακισμένη κι αυτή λιγάκι.
 
Κι όταν κάποτε φτάσω αυτό που θέλω
ξαφνικά στου ονείρου την άκρη,
στη σκληρή πραγματικότητα μπαίνω
κι απ’ τα μάτια μου κυλάει ένα δάκρυ.

Με συντρίμμια ελπίδες
κι αναμνήσεις ηλιαχτίδες
παίρνω το γνωστό ανηφορικό δρομάκι,
με καρδιά τσακισμένη λιγάκι.

Και προχωρώ μέσ’ στο στενό, παλιό δρομάκι,
χωρίς όνειρα κι ελπίδες για ζωή,
με εφόδιο το τριμμένο μου σακάκι,
τον παλιόφιλο το μόνο στη ζωή.
                    
Μια φορά σ’ έναν καιρό
 
Μια φορά θα πάω κάπου, σ’ έναν τόπο αληθινό
να περιδιαβώ μονάχος κάποιον άγνωστο οικισμό.
Πρώτη φορά, έν’ απόγευμα χρυσό καλοκαιριού,
που ο ήλιος θά ’χει γύρει κουρασμένος
και το ανθρώπινο μελίσσι
την πορεία θα ’χει πια αποφασίσει,
να συναντήσει τον κατάφωτο καιρό.
 
Ταξιδεύοντας, μερόνυχτα και νύχτες
ανάμεσα σ’ όνειρα κι αποθυμιές και θύμησες,
μύρια σπαθιά -του ήλιου ακτίνες-
τη σκέψη μου διακρίνουν
για να με φέρουν στο μοιραίο σκοπό,
στον αυτονόητο στόχο,
στη μήτρα που θα γεννηθώ,
στη γη που θα φυτρώσω.
 
Ίσως δεν ήταν τόσο μακρινό
κι έρημο το νησί μου,
κι ούτε έχει απάτητα βουνά και σκοτεινές χαράδρες .
μα ένα ξύλινο σκαρί
- καλοβαμμένο ωστόσο -
με χρώματα απαλά κι αέναες αποχρώσεις,
καράβι καλοτάξιδο που μύριζε ρετσίνι
και χώμα μετά τη βροχή,
-οργή και καλοσύνη-
την άγκυρά του σύρει,
τ’ όραμα ξεδιαλύνει,
κι όλο αμφιταλαντεύεται:
«μ’ αφήνει - δε μ’ αφήνει»
να ξεμακρύνω, να σωθώ,
να βρω τη λησμοσύνη.
 
Στην άκρη της στεριάς την τελευταία,
κάθομαι με τα πόδια ν’ ανεμίζουν στο κενό,
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα,
κρέμομαι από το βράχο,
άρχισα να κραυγάζω με θυμό,
τόλμησα, με λύσσα να χειρονομώ,
συνέχισα, νωχελικά να ψιθυρίζω
κι όταν ο ήλιος βυθιστεί αργά μέσ’ στα νερά,
λέω πως είναι σε πια καιρός
σε άπειρους λυγμούς ν’ αναλυθώ,
να υπαινιχθώ πως έμαθα,
-επιτέλους- να χωρίζω.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
(Γ. Χατζηαποστόλου)
 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Σύν-χρονος έρωτας



Sonnet XCVII
By William Shakespeare (1564-1616)

How like a winter hath my absence been
From thee, the pleasure of the fleeting year!
What freezings have I felt, what dark days seen!
What old December's bareness everywhere!
And yet this time remov'd was summer's time,
The teeming autumn, big with rich increase,
Bearing the wanton burthen of the prime,
Like widow'd wombs after their lords' decease:
Yet this abundant issue seem'd to me
But hope of orphans and unfather'd fruit;
For summer and his pleasures wait on thee,
And thou away, the very birds are mute;
Or if they sing, 'tis with so dull a cheer
That leaves look pale, dreading the winter's near.


Σονέτο 97
(Μετάφραση από τον Διονύση Καψάλη)
 
Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα·
πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης
ήταν για μένα, και καρπός χωρίς πατέρα·
το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
Κι αν κελαηδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
 
  
Οι δύο εποχές μιάς ψυχής  

Φυσάει χειμώνας στην ψυχή μου που νηστεύει
αιθέρια χάδια, βλέμματα, σιωπές,
απ' τον καιρό που έχεις φύγει μένουν άδεια
τα μάτια και τ΄αυτιά μου, απ' αγκαλιές.
Συνήθισα να ψηλαφίζω στο σκοτάδι
γνώριμα πρόσωπα και άγνωστες πληγές
και στην αρχή του χρόνου, πλησιάζω
ήλιο καυτό και παιδικές φωνές.
Ψάχνω για το φθινόπωρο, την άνοιξη λατρεύω
σα γυναικεία θεότητα π' όλους τους απωθεί,

υπόσχομαι -στον ύπνο μου- να πάψω να γυρεύω
μιαν ανθισμένη μυγδαλιά με φύλλωμα δασύ.
Θέλω να είμαι έτοιμος την ώρα του θανάτου,
καθόλου να μη λυπηθώ που φεύγω απ' τη ζωή,
να συμφωνήσω πια να ζω, μόνο με τ' άνω άκρα
και να σφουγγίσω με χαρά, τα φρύδια της ψυχής.
Χωρίς εσένα, έμαθα, ν' αναζητώ τα λίγα,
μικρού πουλιού κελάιδημα, να μη με συγκινεί,
να μένω  στα χαλάσματα, να τρέφομαι με φύκια,
να ζω μέσα στην παγωνιά κι ας είμαι ιθαγενής.
 

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Καταμεσήμερο σωστό

 
 
Όλα άρχισαν μια ηλιόλουστη ημέρα του φθινοπώρου του ’14 και συνεχίστηκαν μια άλλη, χειμωνιάτικη ημέρα του ’15. Μετα-γραφή της ανακοίνωσης στο Διαδίκτυο: Το Εθνικό (χωρίς «ν») Καποδιστριακό (το ίδιο) Πανεπιστήμιο (ας μην επαναλαμβανόμαστε...θα γίνουμε στο τέλος κουραστικοί) Αθηνών (εδώ δε μπορούσα να αποφύγω το «ν» - ζητώ συγνώμη από τον Γιάνη Βαρουφάκη) διοργανώνει Σεμινάρια Επιμόρφωσης, για απόφοιτους πανεπιστημίου και για ενήλικες πολίτες στο πλαίσιο του Προγράμματος: Ακαδημία Πλάτωνος - Η Πολιτεία και ο Πολίτης. Τα μαθήματα προσφέρονται Δωρεάν! Όσες πιστές και όσοι πιστοί... προσέλθετε! Συμπλήρωσα την αίτηση συμμετοχής, την έστειλα, περίμενα λίγες ημέρες μπροστά στον υπολογιστή, την δέχθηκαν. Συμμετέχω στο Πρόγραμμα, ήδη από τον προηγούμενο κύκλο, όπως αρκετοί και αρκετές, φίλοι και φίλες.
Είδα στον χάρτη, που βρίσκεται το παλιό κτίριο της ΑΚΤΟ και ξεκίνησα ένα μεσημέρι να κάνω «αυτοψία». Η συνάντηση είχε καθοριστεί στις 12.45, δηλαδή 13.00 για τα Ελληνικά δεδομένα. Έφτασα στις 12.50 και ανεβαίνοντας με τον ανελκυστήρα με τα διαφανή τοιχώματα, είδα μια Αρμενική (;) εκκλησία κοντά στο κτίριο. Μου αρέσει να κινούμαι σε χώρους που δεν περιορίζουν το βλέμμα μου. Αν δεν ντρεπόμουν, λόγω ηλικίας, μήπως «συλληφθώ», θα ανεβοκατέβαινα -χωρίς λόγο- για να χαρώ τη θέα! Πέρασα από το παλιό κτίριο σε μια καταπράσινη αυλή που είχε κατακυριευθεί από αναρριχητικά φυτά και παρατήρησα πως στην κορυφή του φοίνικα υπήρχε μια φωλιά περιστεριών.  Βρέθηκα να διασχίζω τον διάδρομο - βεράντα ενός σύγχρονου κτιρίου κατασκευασμένου από συμπαγές μπετόν και ασοβάντιστα -για λόγους μοντέρνας αισθητικής- τούβλα όπου απουσίαζαν οι οξείες γωνίες και κυριαρχούσαν οι καμπύλες.  Αυτός μάλλον ήταν ο λόγος που μου φάνηκε αρκετά φιλικό.
Μπήκα σε μια «α-ταξία» με πολλές γυναίκες -περισσότερες από 30, υπολόγισα- και έναν-δυό άντρες. Ωραία! σκέφτηκα. Κάτι σημαντικό θα γίνει, με μια τέτοια σύνθεση! Με την είσοδό μου στην αίθουσα, κατευθύνθηκα αριστερά, δηλαδή στη φυσιολογική μου θέση, απέναντι από τον πίνακα και κάθισα σε ένα σκαμνί με στρογγυλή βάση -σχεδόν στο κέντρο της αίθουσας- δίπλα σε μια κυρία που είχε δέσει το άγχος της σε κότσο. Ελάχιστα λεπτά, αργότερα, ένα κορίτσι με πυρόξανθα μαλλιά, σοβαρά μάτια και ένα αυστηρό προσωπάκι, μας ζήτησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο να συστηθούμε και να μιλήσουμε για τους λόγους που μας οδήγησαν να επιλέξουμε τη συγκεκριμένη ενότητα, με την παρούσα διδάσκουσα. Όταν ήρθε η σειρά μου, είπα: «Με λένε Γιώργο, όπως λέει και το τραγούδι» (ακούστηκαν αυθόρμητα γέλια) «και επέλεξα την ενότητα γιατί στην περίληψη/εισαγωγή της, διάβασα πως θα ασχοληθούμε κυρίως με δύο μορφές τεκμηρίων πολιτισμού -κείμενα και κτίρια- και όχι με όλες τις μορφές των επιστημών και των τεχνών (πράγμα αδύνατο, για τις 10 εβδομάδες διάρκειας του προγράμματος)». Off the record, έχω να δηλώσω πως εμπιστεύομαι τους ανθρώπους -ειδικά, τους δασκάλους- που δεν υπόσχονται «τον ουρανό με τ’ άστρα» παρά μόνο ορισμένα άστρα. «Ακόμη»,  συνέχισα, «διάβασα τα επώνυμα των Σαίξπηρ. Τζόυς, Προυστ και μια προτροπή: Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει!» Το σπίτι μου είναι γεμάτο βιβλία, από τα οποία είναι ζήτημα εάν έχω διαβάσει τα μισά και πολύ θα ήθελα, με την κατάλληλη καθοδήγηση -να καλύψω, όσο μπορώ- τον χαμένο χρόνο». Το επώνυμο της διδάσκουσας μου θύμισε το δέντρο που επιμένει να ανθίζει στη μέση του χειμώνα και προαναγγέλλει σταθερά την άνοιξη .  την αμυγδαλιά, ή «μυγδαλιά», όπως την έλεγε ο αείμνηστος πατέρας μου!
Η καθηγήτρια δεν στάθηκε λεπτό, πίσω από την έδρα, αλλά άρχισε να κινείται στο διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις μας και να κάνει ένα τεστ απομνημόνευσης θέλοντας να συγκρατήσει τα ονόματά μας -αν ήταν δυνατόν- ακόμα και με την πρώτη φορά που τα άκουγε! Προς μεγάλη μου έκπληξη, με τη δεύτερη ανάγνωση, τα είχε καταφέρει! Συναισθάνθηκα να μου αναγνωρίζουν ταυτότητα ανθρώπου και έπαψα να είμαι ένα μέρος μιας ομοιόμορφης μάζας μαθητευομένων. Κάποιες συνάδελφοι δυσανασχέτησαν με την επιμονή της διδάσκουσας να συγκρατήσει άμεσα στη μνήμη της τα ονόματά μας, αλλά η ενόχληση παραμερίστηκε αμέσως όταν η καθηγήτρια άρχισε να απευθύνεται σ’ εμάς προσωπικά και στον ενικό, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια! Έκανα τον σταυρό μου και προσπάθησα να μη χαμογελάω συνεχώς, γιατί κάτι τέτοιο θα μπορούσε να παρεξηγηθεί. Έχοντας υπόψη μου την ετερόκλητη σύνθεση των συμμετεχόντων σε άλλες Θεματικές Ενοτήτες, ψιθύρισα: Επιτέλους! Εδώ είμαστε! Να, μια διδάσκουσα που γνωρίζει αρκετά καλά τον εαυτό της, ώστε να μη φοβάται να γνωρίσει τους άλλους και έχει -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια- εξαιρετική αίσθηση του μέτρου όσον αφορά τα όρια των σχέσεων διδάσκοντος-διδασκομένου! Εγκαθιδρύθηκε στην τάξη μια δημοκρατία, βασισμένη σε έναν απροκάλυπτο «παιδικό αυταρχισμό», με το «έτσι θέλω» να σας γνωρίσω/«έτσι πρέπει» να γνωριστούμε, και παρόλα αυτά ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος!   
Κατά τη διάρκεια, αυτών των σχεδόν τριών μηνών που διήρκεσε ο κύκλος των μαθημάτων, γνωριστήκαμε καλύτερα, διαβάσαμε/συγκρίναμε κείμενα, είδαμε μια θεατρική παράσταση και  ακολούθησε μια εξαιρετικά δημιουργική συζήτηση στην αίθουσα. Οι περισσότεροι από εμάς διαφωνήσαμε με τον τρόπο παρουσίασης της παράστασης από τον σκηνοθέτη. Η διδάσκουσα είχε διαφορετική άποψη από εμάς και υπερασπίστηκε με πολύ διακριτικό τρόπο την παράσταση. Έπνιξε έναν λυγμό τη στιγμή που θυμήθηκε τον αγαπημένο τους φιλόλογο -αυτής και των συμμαθητών της- και εξαιρετικό παιδαγωγό Π. Οικονόμου που «έφυγε» προσφάτως και είχε, προφανώς, εμπνεύσει πολλά παιδιά, ανάμεσα σε αυτά και τον σκηνοθέτη της παράστασης. Ακόμα και τις στιγμές που ήταν έτοιμη να εκραγεί, απόσβενε τον θυμό με ένα ελαφρό κοκκίνισμα στο πρόσωπό της και μου έριξε μια άγρια ματιά, αλλά απόλυτα ελεγχόμενη, επειδή επέμενα να διαφωνώ. Είναι πρωτόγνωρο, για μένα, το φαινόμενο να με διδάσκει ένα πλάσμα που συνδυάζει την παιδική αθωότητα της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και την επαναστατικότητα της Janis Joplin! Ήταν ολοφάνερο πως σεβόταν το δικαίωμά μας να διαφωνούμε, ακόμα και χωρίς να συνεισφέρουμε αδιάσειστη τεκμηρίωση των ισχυρισμών μας.
Τα τετράωρα των μαθημάτων μας κυλούσαν αβίαστα και ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο των συναδέλφων γυναικών που άρπαζαν και φιλούσαν(!) την καθηγήτρια στο τέλος των συναντήσεών μας, αιφνιδιάζοντάς την, αρκετές φορές! Δεν καταλάβαινε γιατί προκαλούσε τόσο έντονα συναισθήματα αγάπης και αποδοχής από τους «μαθητές» και τις «μαθήτριές» της, γιατί αισθανόταν ότι απλά έκανε το καθήκον της και αυτό ήταν να διδάσκει. Έτσι, το «οικονομικό»,θα έλεγα, σωματικό της μέγεθος, διευκόλυνε κάτι τέτοιες «αυθαιρεσίες!» Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο αισθανόμαστε την ανάγκη να αγκαλιάσουμε τα μικρά «σοφά» παιδιά κάποιες στιγμές που μας αφήνουν άφωνους με τις ώριμες απόψεις τους. Αν υπήρχε ενσυναίσθηση της αθωότητας τότε δεν θα υπήρχε αθωότητα. Πάντως, αυτό που συνέβη στις δύο τελευταίες συναντήσεις μας, δεν περιγράφεται!
Η προτελευταία μας συνάντηση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στη Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας, αλλά η βροχή μας οδήγησε στον χώρο του σταθμού του Μετρό στο Μοναστηράκι. Διαβάσαμε συγκινημένοι και συγκινημένες, σονέτα του Σαίξπηρ -από την θαυμάσια μετάφραση του Διονύση Καψάλη- δίπλα στην κοίτη του Ηριδανού, όπου τρέχει ακόμα λιγοστό νερό! Σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίασης, οι συρμοί του τραίνου συντονίστηκαν με τον ρυθμό ανάγνωσης των «τραγουδιών» έτσι ώστε να φθάνουν και να φεύγουν στην ώρα των διαλειμμάτων της ανάγνωσης! Όπως παρατήρησε πρώτη, η αδελφή μιας συναδέλφου που βιντεοσκοπούσε τη συγκέντρωσή μας, τη στιγμή, ακριβώς, που η ανάγνωση κάποιου σονέτου τελείωσε με μια αναφορά σε ακορντεόν, ακούστηκε από την αποβάθρα ακορντεόν, μάλλον από κάποιους πλανόδιους μουσικούς! «Βαγγελίστρα μου, η φωνή της!», όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Αυλωνίτης για τη λατέρνα του, στην αγαπημένη ταινία: «Λατέρνα φτώχια και γαρύφαλλο».
Υποκλινόμαστε στο θαύμα της ελεύθερης επικοινωνίας και ευχαριστούμε όποιον μας βλέπει από εκεί  πάνω, ψηλά και «σκηνοθετεί» για χάρη μας, τέτοιες στιγμές!
Με την ολοκλήρωση του κύκλου, συναντηθήκαμε στον χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Μετά από μια σύντομη περιήγηση, -όχι ξενάγηση- όπως φρόντισε να μας τονίσει η ενήλικη διδάσκουσα με το αυστηρό παιδικό προσωπάκι, βρεθήκαμε να πίνουμε καφέ σε ένα πολιτιστικό στέκι, εκεί κοντά. Διαβάσαμε ποιήματα, μιλήσαμε για τη ζωή, για τον θάνατο, για την αγάπη, για τον έρωτα, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την τύχη, για τον Θεό. Οι περισσότεροι είχαν να διηγηθούν μια προσωπική ιστορία όπου πλησίασαν, με κάποιο τρόπο, πολύ κοντά στον θάνατο και γι αυτό εκτιμούν αφάνταστα τη ζωή. Περάσαμε τρεις ώρες, παρέα, χωρίς να το καταλάβουμε, μέχρι τη στιγμή που ο υπεύθυνος του καταστήματος άρχισε να μας κοιτάζει επίμονα ντύνοντας την ενόχλησή του με ένα απροκάλυπτο χαμόγελο. Χαιρετηθήκαμε με μερικές φίλες της ομάδας που αποχώρησαν και πήραμε το λεωφορείο από την Ακαδημία Πλάτωνος, καταλήγοντας στην Ομόνοια. Η διδάσκουσα, νομίζω, πρότεινε να πάμε για γλυκό: Λουκουμάδες! Η πρόταση εγκρίθηκε ομόφωνα! Ψάξαμε να βρούμε το κατάστημα του Κτιστάκη στη γωνία Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου, αλλά φάνηκε πως το είχε κλείσει «η κρίση». Δε μπορεί! Το Σύμπαν ήταν μαζί μας . το λουκουματζίδικο όφειλε να είναι στη θέση του και ανοιχτό! Χωρίς να χάσουμε το κουράγιο μας, συνεχίσαμε να βαδίζουμε και, πράγματι, λίγα μέτρα πιο πέρα, συναντήσαμε το κατάστημα να λειτουργεί, σε νέα διεύθυνση! Ακολούθησε καινούργιος κύκλος συζητήσεων για τις ανθρώπινες σχέσεις και τους τρόπους αναζήτησης της αρμονίας των σχέσεων στον ακαδημαϊκό χώρο. Σε, σχετικά, ελάχιστο χρόνο καταφέραμε να γνωριστούμε καλύτερα και στη συνέχεια δώσαμε ραντεβού να συναντηθούμε την πρώτη ημέρα του νέου κύκλου μαθημάτων στην ίδια αίθουσα, την ίδια ώρα. Ύστερα χωριστήκαμε, λίγο αμήχανοι, μπροστά στις κυλιόμενες σκάλες της Ομόνοιας. Η διαχείριση των χωρισμών κάθε είδους είναι δύσκολη υπόθεση. Δεν παραλείψαμε να υπογράψουμε το δελτίο παρουσιών ο καθένας και η καθεμιά με το Όνομά του/της!
«Είναι κάτι σταυροδρόμια, μαγεμένα, που συναντιόμαστε...», λέει το γνωστό  τραγούδι!  Με αφορμή μια τέτοια ουσιαστική επικοινωνία, σε διδακτικές ενότητες όπως αυτή που μόλις ολοκληρώθηκε (Τεκμήρια πολιτισμού : μνήμη και προοπτική) επιβεβαιώνουμε, πως είμαστε κάτι περισσότερο από φυσικές παρουσίες . είμαστε ζωντανά πρόσωπα!    
 Γιώργος Δημητρίου Χ.  

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Εμείς και Αυτοί!


Περί Αρχαίων και Νέων ο λόγος, αγαπητοί φίλοι και αγαπητές φίλες ' περί Ελλήνων και Βαρβάρων, ανδρών και γυναικών, λαών της Μεσογείου και κυβερνήσεων του Βορρά και της Δύσης, χρηματιστών και χρηματιζομένων,  Χριστιανών και "λιγότερο" Χριστιανών, πωλητών και καταναλωτών.
Το ερώτημα επανέρχεται είναι γνωστό: Μπορεί ο άνθρωπος ή ο λαός που οφείλει πολλά χρήματα και αδυνατεί να καταβάλλει άμεσα το τίμημα,  να διατηρεί, ταυτόχρονα, τόσο την ελευθερία όσο και την αξιοπρέπειά του; Οι δανειστές και η προηγούμενη κυβέρνηση απαντούν ομόφωνα και μεγαλόφωνα: Όχι! Η νέα κυβέρνηση και όσοι την υποστηρίζουν είτε με τη δημόσια σιωπή είτε με τους παρασκηνιακούς ψιθύρους τους, απαντούν: Ναί! Γνωρίζετε, νομίζω, τι συνέβαινε στους αγώνες ρητορικής τέχνης της Αρχαιότητας ' κέρδιζε συνήθως όποιος ρήτορας μιλούσε τελευταίος, ανεξάρτητα από το αν είχε δίκιο ή άδικο, μόνο και μόνο γιατί κέρδιζε τις τελευταίες εντυπώσεις του κοινού. Αν βέβαια είχε και αρκετό δίκιο, τότε ήταν ακαταμάχητος. Αυτό συμβαίνει με τη ρητορική της νέας Ελληνικής κυβέρνησης που δείχνει πειστική και ακούγεται αισιόδοξη, μα,  στην περίπτωσή μας, ο χρηματιστής είναι στριφνός και φιλύποπτος και ο κακοπληρωτής πελάτης, καλοπροαίρετος αλλά δυστυχής. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι: Θα επιτρέψουν στον μελλοθάνατο να ζήσει  και επομένως να εξωφλήσει τα χρέη του ή θα τον καταδικάσουν σε θάνατο προς παραδειγματισμό άλλων κακοπληρωτών που συνωθούνται στην ουρά των ταμείων; Η λογική λέει πως πρέπει να είναι κάποιος ζωντανός και μάλλον υγιής για να μπορέσει να ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων και, στις οικονομικές του υποχρεώσεις, αλλά οι τοκογλύφοι δεν φημίζονται για τη δύναμη της λογικής τους σκέψης.
Σε αυτό, λοιπόν, το υπαρξιακό αδιέξοδο ο Έλληνας και η Ελληνίδα καταφεύγουμε και πάλι στην πολιτιστική μας κληρονομιά για να τροφοδοτήσουμε νέες προσπάθειες αναζωογόνησης και ανατροφοδότησης των κάθε είδους δραστηριοτήτων μας. Η αίσθηση καθαυτή των ναών της Ακρόπολης και και των γλυπτών που στεγάζονται στο νέο μουσείο της, προσφέρουν μια εμπειρία ζωής. Έχω σταματήσει αρκετές φορές μπροστά στον Παρθενώνα και δυσκολεύομαι αφάνταστα να κοιτάξω το ναό΄ πέρα από λίγα δευτερόλεπτα ' αισθάνομαι ένα ωστικό κύμα να εξωθεί το βλέμμα μου προς τον ουρανό. Περιδιαβαίνοντας αυτό το νέο μουσείο -θυμάμαι- κάτι παρατηρούσα προς άλλη κατεύθυνση όταν αισθάνθηκα μια ζωντανή παρουσία ' γύρισα απότομα αριστερά και βρέθηκα σε απόσταση αναπνοής από τις καρυάτιδες ' αισθάνθηκα την ανάγκη να τις αγγίζξω ' αλλά η στάση τους ήταν παράλληλα οικεία και αποτρεπτική. Έτσι γίνεται πάντα με τα ιερά πρόσωπα: την Παναγία, τον Χριστό, τις μυροφόρες και τους αγγέλλους. Το Ελληνικό Πνεύμα όσο κι αν επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί από ψευτο-πατριωτικές κυβερνήσεις, δικτατορίες και αγράμματους μονάρχες -γηγενείς και ξένους-  διατηρεί, πάντα, τη δύναμη και την καθαρότητά του. Οι απόγονοι του Βέμπερ θα πρέπει να επικαιροποιήσουν την Πρωτεσταντική -για να μην πούμε, την Καλβινιστική- ηθική σε σχέση με το μέλλον του Καπιταλισμού, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την εφαρμογή του σε Χώρες "υψηλού κινδύνου" όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα. Η ένταση και η ωμότητα επιβολής επεκτατικών οικονομικών πολιτικών είναι ανάγκη να μειώνονται συνεχώς γιατί διαφορετικά θα καταρρεύσει σύντομα το "τεχνητό" ευρωπαϊκό οικοδόμημα της Ενωμένης Ευρώπης που ενδιαφέρεται μόνο για  τις οικονομικές συναλλαγές. Οι αυτοκτονίες λόγω αδυναμίας αποπληρωμής χρεών θα πρέπει να περιοριστούν σε θανάτους για λόγους ερωτικής απογοήτευσης ή, έστω, για λόγους "τιμής", αφού είναι αδύνατο να εκλείψουν απόλυτα. Η αναζήτηση τροφής από τους ανθρώπους σε κάδους σκουπιδιών θα πρέπει να περιοριστεί σε αναζήτηση ανακυκλώσιμων υλικών, αφού στερούμαστε οικολογικής συνείδησης και αφήνουμε τα χρήσιμα υλικά σε λάθος κάδους. Οι στρατευμένοι επικοινωνιολόγοι θα πρέπει να βρουν ένα αξιοπρεπές επάγγελμα να κάνουν ' καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, πέρα ίσως από την παραγωγή και αυτο-κατανάλωση "θεωρητικών" απορριμάτων. 
Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, αποδεικνύεται από τα "πράγματα" πως οι  αντοχές μας είναι μεγαλύτερες από την ανοχή μας. Σε αυτό τον τόπο έγιναν πολλά στο παρελθόν γιατί οι άνθρωποι δεν ήσαν κύριοι του εαυτού τους και συνήθισαν να κυβερνώνται από πολιτικούς εκπροσώπους, με χαλαρές δημοκρατικές πεποιθήσεις και αμφίβολης ποιότητας ηθική. Νομίζω ότι όλοι καταλαβαίνετε τι εννοώ. Πάντως, για όσους ακόμη δεν κατάλαβαν, ας υπενθυμίσουμε ότι: "Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα..." πολλά μπορεί, να μη γίνουν!  
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Τα πνευματικά δικαιώματα μιας φαντασίωσης


Ελπίζουμε σε καλύτερες ημέρες μόνον όταν κάνουμε όμορφα όνειρα τις νύχτες. Μα δεν ανησυχώ όσο τροφοδοτώ τους μύθους μου  με μεγαλούτσικες και λαμπερές χρωματιστές πέτρες από ένα υλικό αφράτο σαν ελαφρόπετρα .  τη φαντασίωση.
Ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά όταν ακολουθώ τη νοητή γραμμή που σχηματίζουν τα υπέροχα πόδια μιας μελαχρινής γυναίκας που έβαψε τα μαλλιά της ξανθά από έλλειψη αυτοπεποίθησης .  στέκεται πίσω και πλάγια και χαμογελάει ανελέητα, μόλις το βλέμμα μου ανηφορίσει τόσο ώστε να συναντήσει τα μάτια της. Προκαλούν τη φαντασίωσή μου αλλά αισθάνομαι ότι την ελέγχουν . τη ρυθμίζουν .  της επιτρέπουν να αναπτυχθεί ως ένα σημείο, της βάζουν «όρια». Τι τα θέλεις! Όλα είναι πεπερασμένα σ’ αυτή τη ζωή που δεν αντιληφθήκαμε πως άρχισε αλλά θα τελειώσει οπωσδήποτε -τουλάχιστον με την τωρινή, βιολογική της μορφή- και θα συνεχίσει, ίσως, να είναι αιώνια με μια άλλη μορφή χωρίς μυρωδιές, χρώματα, ήχους, αγγίγματα και γεύσεις. Διαισθάνομαι πως η φαντασίωσή μας θα ήταν μια έγχρωμη, βουβή ταινία αν δεν συμπληρωνόταν την ίδια στιγμή με ότι ακούμε, ότι μυρίζουμε, ότι αγγίζουμε και ότι γευόμαστε.
Αγγίζω ένα ροδαλό, κατάλευκο δέρμα, ενώ είμαι μαύρος, από περιέργεια να «δω πως είναι» . πόσο μου επιτρέπει η αίσθηση να πλησιάσω το ενσαρκωμένο μου όνειρο. Σηκώνομαι από το κρεβάτι ποτισμένος από μια γαλήνη τόσο ζωντανή, σχεδόν επαναστατική, χαρισμένη από μια θηλυκή εκδοχή του εαυτού μου που μειδιά ξαπλωμένη και ανακλαδίζεται βγάζοντας τα αλαβάστρινα χέρια της από τα σεντόνια σα να προσπαθεί να σηκώσει τη βάση του ουρανού που γέμισε το κοινό μας προσκέφαλο, για τις ανάγκες της φαντασιακής μας παράστασης. Περπατώ για λίγο κι ονειρεύομαι .  τα έπιπλα, οι κουρτίνες, τα βιβλία αναπνέουν τόσο αθόρυβα .  με προκαλούν να ονειρευτώ, σχεδόν με διευκολύνουν!  Ήθελα, φαίνεται, πολύ, να βρεθώ κοντά σε μια γυναίκα ώριμη, ελκυστική και ζωντανή. Συμπαρίσταμαι, νοερά, σε όσους αναζητούν μια γυναίκα, με ωραίο σώμα, αδιάφορο πρόσωπο και ακαθόριστο αυτοσεβασμό, δηλαδή, με έναν συνηθισμένο μέσο όρο, αλλά δεν συμμερίζομαι την άποψή τους. Άλλωστε κι εγώ, ως εκπρόσωπος μιας διαφανούς μετριότητας, αισθάνομαι. Απομακρύνομαι αργά-αργά από το κατάφωτο παράθυρο και συνεχίζω να φαντάζομαι ακόμα κι όταν περιγράφω αληθινές ιστορίες.
Ήταν μια συννεφιασμένη, ανοιξιάτικη μέρα του Μαρτίου. Το τρένο θα ερχόταν στις 18.15΄, όπως μου είπε και μόλις που το προλάβαινα. Μετέφερα τρεις πλαστικές σακούλες γεμάτες τρόφιμα και μία με χόρτα και λαχανικά από την  οποία εξείχαν δύο μεγάλα πράσα. Μια καλή φίλη με μετέφερε με το αυτοκίνητό της από την Ελευσίνα στη Μαγούλα .  φτάσαμε 5΄ πριν έλθει το τρένο. Μόνο, που το τρένο έφτασε 16΄ αργότερα και ο περαστικός που ρώτησα ποια είναι η διεύθυνση προς Αθήνα με έστειλε, με ένα βαριεστημένο νεύμα, σε μια κατεύθυνση.
Μπήκα σε μια άνετη, ολοκαίνουργια αυτοκινητάμαξα, με αρκετούς επιβάτες και βρήκα θέση δίπλα σε μια κοπέλα που είχε κουρνιάσει στην άκρη του καθίσματος με την πλάτη προς το παράθυρο και λαγοκοιμόταν. Άνοιξε, για ελάχιστα δευτερόλεπτα τα μάτια της, πήγε να χαμογελάσει, μάλλον με τον πολύ προσεκτικό τρόπο που κάθισα για να μην την ενοχλήσω και το σχεδόν φοβισμένο ύφος μου και τα ξανάκλεισε για να μην τα ξανανοίξει ως το τέλος της κοινής μας διαδρομής.
Απέναντί μου καθόταν μια κυρία προχωρημένης ηλικίας -μελαχρινή μέχρι παρεξηγήσεως- που, παρά τη φθορά του χρόνου, έδειχνε πως θα ήταν -στα νιάτα της- μια όμορφη γυναίκα. Είχε εναποθέσει στο άδειο, διπλανό της κάθισμα μια πλαστική και μια δερμάτινη τσάντα. Λατρεύω τις ευφυείς γυναίκες και τους σύγχρονους υπολογιστές γιατί έχουν γρήγορο "επεξεργαστή!" Σε εγκρίνουν ή σε απορρίπτουν, με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά την άρχική εντύπωση ' δεν φοβούνται να αλλάξουν γνώμη, αν διαπιστώσουν πως έχουν αδικήσει κάποιον κατά την πρώτη «ανάγνωση» και ... μυρίζουν ωραία!
Κοιτάζοντας έξω, καθώς το τρένο ξεκίνησε, παρατήρησα ότι η θάλασσα βρισκόταν στα αριστερά μου και όχι στα δεξιά, όπως κανονικά θα έπρεπε, με κατεύθυνση την Αθήνα. Σε λίγο η ηλικιωμένη κυρία που, σημειωτέον, κατείχε ένα ζευγάρι εξαιρετικά πόδια, τυλιγμένα σφιχτά σε ένα μαύρο, ανήθικο καλσόν και αναδεικνύονταν αποτελεσματικά από ένα κοντό φόρεμα, άρχισε να «ζεσταίνεται». Έβγαλε το επανωφόρι της, μουρμουρίζοντας κάτι για τον κλιματισμό του βαγονιού και κάθισε ακριβώς απέναντί μου, μετατοπίζοντας τις τσάντες στο άλλο κάθισμα. Ήταν φανερό! Το ταξίδι μου -όσο επρόκειτο να διαρκέσει- θα ήταν ευχάριστο έως και διδακτικό. Το τρένο συνέχισε το δρόμο του και η κυρία άρχισε να χαμογελάει στην αρχή διακριτικά, μα όσο περνούσε η ώρα απροκάλυπτα, αλλάζοντας διαρκώς πόδι μέχρι να βρει ποιο είναι το «σωστό» που θα έπρεπε να είναι πάνω από το «άλλο!». Ενώ προσπαθούσε να λύσει αυτό τον γρίφο, φαίνεται πως έχανε βαθμιαία την αίσθηση του χώρου και του χρόνου,  γιατί άρχισαν να την κοιτάζουν δύο ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά στην ίδια σειρά, από την άλλη πλευρά του βαγονιού. Τελικά τα κατάφερε και απέδωσε στα δυό της πόδια, την ισοτιμία και την ισονομία που τους ανήκαν και τα άφησε να συμβιώνουν ταραγμένα, το ένα δίπλα στο άλλο. Επειδή μάλιστα, είχε αρχίσει να κουράζεται ο λαιμός μου να κοιτάζω μία έξω από το παράθυρο και μία το ταβάνι της αμαξοστοιχίας, αποφάσισα να ακυρώσω τον πειρασμό αρχίζοντας να ενδίδω σε αυτόν. Άφησα το βλέμμα μου να βυθιστεί στο «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» όπως θά ’λεγε και ο Λουίς Μπουνιουέλ. Μιλάμε για απόλυτη συγκέντρωση στο πνεύμα του: στη βράση κολλάει το σίδερο, θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι, της φυλακής τα σίδερα ... Όχι αυτό το τελευταίο, είναι μάλλον άσχετο! Εν τω μεταξύ η κυρία . τι καλοπροαίρετη γυναίκα(!) με διευκόλυνε με μια χαλαρότητα να την πω; Ναι, χαλαρότητα έως ανεμελιά θα μπορούσα να την  πω! Οι άντρες δεν πίστευαν στα μάτια τους και οι γυναίκες με δυσκολία έπνιγαν επιφωνήματα έκπληξης αλλά και απορίας. Η κυρία δεν σταμάτησε την παράστασή της, αδιαφορώντας για τους ψιθύρους και τα βλέμματα γύρω μας τροφοδοτώντας  απλόχερα θα έλεγα ή μάλλον απλόποδα, τα αισθητήρια όργανά μου και με άλλα ερεθίσματα πέρα από τα οπτικά, όπως οσφρητικά και ακουστικά. Υπολόγιζα πως σε 5΄ λεπτά περίπου θα φτάναμε στους Αγίους Θεοδώρους και έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να ελέγξω την έκφραση των συναισθημάτων μου. Με κανένα τρόπο δεν έπρεπε  να προσβάλλω αυτή την αναξιοπαθούσα επαγγελματία με μια φράση ή με τη στάση μου! Κατάφερα, με κόπο, να χαμογελάω διακριτικά, σαν ηλίθιος και νομίζω πως κι εκείνη αισθάνθηκε κατά κάποιο τρόπο δικαιωμένη! Έδειχνε να συνειδητοποιεί ότι συνέχιζε να αρέσει .  άρα ήταν ακόμα, μια «νέα» και ελκυστική γυναίκα. Τότε ακούστηκε η ειδοποίηση: «Επόμενη στάση Άγιοι Θεόδωροι!»
Είχα πάρει το λάθος τρένο, κατευθυνόμουν σε λάθος κατεύθυνση αλλά είχα μια απρόσμενη βιωματική εμπειρία! Έγινε πλέον φανερό πως ήταν μοιραίο να μη γνωρίσω αυτή τη γυναίκα με τις ευαισθησίες, τις ανησυχίες αλλά και τις υλικές ανάγκες που τόσο την πίεζαν. Απέφυγα να την κοιτάξω τη στιγμή που σηκωνόμουν από τη θέση μου και κατέβηκα από το τρένο, μπαίνοντας σε ένα δυνατό ρεύμα πεντακάθαρου όσο και ορμητικού αέρα . του αέρα της Επαρχίας της Αθήνας ... όπου συνέχισα να ονειρεύομαι χωρίς ενδοιασμούς!

Γιώργος Δημητρίου Χ. 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Αφαίρεση ή έλλειψη;

 

Παρακολούθησα -προσπάθησα, τουλάχιστον, να παρακολουθήσω- προσφάτως ως μέλος μιας ομάδας 30 συναδέλφων, τη θεατρική παράσταση ενός νέου Έλληνα σκηνοθέτη. Πολύ λυπάμαι κάθε φορά που διαφωνώ, ως απλός θεατής, με τον τρόπο παρουσίασης μιας παράστασης. Ο αιφνιδιασμός και το σοκ που προκαλεί ηθελημένα στον θεατή ένας δημιουργός, για να αναδείξει μια παράσταση, μπορεί να λειτουργήσουν και αντίστροφα σε σχέση με τις προθέσεις του. Αισθάνθηκα σαν να επιδιώκουν να με καθοδηγήσουν παρουσιάζοντάς μου ως προωθημένη, καλλιτεχνικά, μια συνθετική εικόνα της πραγματικότητας γεμάτη σύμβολα και ανδρείκελα και όχι πλοκή και "ζωντανούς" ηθοποιούς.  αλλά δεν θα αναφερθώ ονομαστικά γιατί το έργο συνεχίζεται και η προσωπική μας γνώμη αφορά κυρίως εμάς.
Η πεποίθηση που σχημάτισα με την πάροδο των χρόνων σχετικά με τον σκοπό και τα μέσα οργάνωσης μιας  θεατρικής παράστασης έχει την αφετηρία της στη ρήση του Καρόλου Κουν: «Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας
Το νόημα που ερμηνεύω ότι περιέχει αυτή τη φράση είναι: «προσφέρουμε στον κόσμο με ειλικρίνεια, μια άρτια αναπαράσταση των σχέσεων και των καταστάσεων του έργου, όπως τις καταγράφει ο συγγραφέας και ελπίζουμε πως η χαρά (αληθινή ψυχαγωγία) που θα προκαλέσουμε στους θεατές θα είναι τόσο μεγάλη ώστε να επιστρέψει σε εμάς -τους συντελεστές του έργου- ως ικανοποίηση για τη δικαίωση των προσπαθειών μας».
Η ερμηνεία που επιχείρησα να δώσω στα κίνητρα που οδήγησαν τον σκηνοθέτη να δομήσει μια τέτοια παράσταση με προκάλεσε σε μια ενδοσκόπηση των δικών μου προθέσεων και σε μια σειρά από αφετηριακές δεσμεύσεις:
·        Αποδίδω τη δημιουργία και την ύπαρξη της φύσης και τη λειτουργία των ζωντανών όντων -και του ανθρώπου- στον Θεό.
·        Θεωρώ πως ο άνθρωπος αποτελείται από το φυσικό, φθαρτό του σώμα, την άυλη, αιώνια ψυχή του και το πνεύμα «του». Αντιλαμβάνομαι το πνεύμα ως μια μορφή ενέργειας με την οποία το σώμα επικοινωνεί με την ψυχή. Η πηγή αυτής της ενέργειας είναι ο Θεός και αποδέκτης είναι ο άνθρωπος και τα άλλα έμβια όντα.
·        Η ψυχή φαντάζει στα μάτια μου ως ένα εξατομικευμένο όργανο κατασκευασμένο -κατά κάποιο τρόπο- από «πνεύμα σε συμπύκνωση» που έχει ακανόνιστη "μορφή" και είναι εγκατεστημένο από τον Θεό στο σώμα του ανθρώπου με τη γέννησή του.
·        Η αποστολή και η ευθύνη του ανθρώπου κατά τη διάρκεια της ζωής του είναι να «διαμορφώσει» και, με τον τρόπο αυτό, να βελτιώσει την αξία της ψυχής του. Ένας από τους καλύτερους τρόπους για την πνευματική και επομένως για την ψυχική του καλλιέργεια είναι η συμμετοχή στην παιδευτική διαδικασία κυρίως με την απόκτηση γνώσεων και κοινωνικών εμπειριών.
·       Τις γνώσεις μπορεί να τις αποκτήσει κανείς με την επιστημονική ενασχόληση.  Ένας από τους κυριότερους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς για τη μετάδοση των εμπειριών της ζωής είναι η θεατρική αγωγή. Το θέατρο είναι η μίμηση επί σκηνής και η αναπαράσταση για χάρη του θεατή, σημαντικών και χρήσιμων για τη ζωή -σύμφωνα με τη γνώμη του συγγραφέα- ανθρώπινων συμπεριφορών.
·        Η δημιουργική παρουσίαση και η αναπαράσταση τέτοιων συμπεριφορών προκαλεί -κατά κανόνα- στον θεατή μια σειρά σκέψεων-συνειρμών σε αντιστοιχία με την πραγματική ζωή και διαμορφώνει στάσεις και πεποιθήσεις του ανθρώπου απέναντι σε σχέσεις και καταστάσεις της καθημερινής ζωής.
·        Ο άνθρωπος που διευκολύνει τη μετάδοση του πνεύματος του συγγραφέα στους ηθοποιούς και στη συνέχεια στους θεατές, είναι ο σκηνοθέτης. Η συμπληρωματική συμβολή του σκηνοθέτη ως διευκολυντή, δε μπορεί να αναβαθμιστεί σε κυρίαρχη, στην παρουσίαση μιας παράστασης. Ο σκηνοθέτης δεν είναι Θεός και δεν έχει καμία δικαιοδοσία να «σκηνοθετεί ψυχές». Ο σκηνοθέτης συντονίζει τη λειτουργία των θεατρικών προσώπων δηλαδή ανθρώπων με προσωπικότητα και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όχι απρόσωπων ενεργούμενων. Παράσταση χωρίς θεατρικό κείμενο ή παράσταση χωρίς θεατές δεν νοείται, ενώ παράσταση χωρίς σκηνοθέτη θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αν και πιθανότητα θα ήταν μια «κακή» παράσταση.
Όλοι γνωρίζουν πως σημαντικοί παράγοντες στη δημιουργία μιας θεατρικής παράστασης πέρα από την σκηνοθεσία, είναι τα σκηνικά-κοστούμια, η μουσική, ο χορός, ο φωτισμός. Αν πρόκειται για αρχαίο ή κλασικό έργο της θεατρικής δραματουργίας κύρια επιδίωξη του σκηνοθέτη θα πρέπει να είναι -κατά τη γνώμη μου- καταρχάς, η επιλογή μιας πιστής μετάφρασης του κειμένου (με τις αναγκαίες προσαρμογές στη σημερινή ζωή), η συμμετοχή του χορού σε ρόλο δευτεραγωνιστή (με κάποιες εξαιρέσεις), η ισότιμη με το χορό συνεισφορά της μουσικής και του φωτισμού στην παράσταση. Αν πρόκειται να παρουσιασθεί ένα έργο της σύγχρονης δραματουργίας, τότε δρούμε αναλόγως. Βασική επιδίωξη ενός σκηνοθέτη πιστεύω πως θα πρέπει να είναι να αναδειχθεί η δουλειά του έμμεσα, δηλαδή υπηρετώντας το κείμενο και όχι με κραυγαλέα υπογράμμιση του Εγώ του ή με σκοπό να δοθεί διέξοδος στις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Τα αρχαία ή τα κλασικά θεατρικά κείμενα έχουν τέλεια στερεότητα δομής και λειτουργίας και «αντέχουν» πολλούς πειραματισμούς, αρκεί να παρουσιάζονται άρτια, χωρίς περικοπές που να φθάνουν στο σημείο της αφαίρεσης ολόκληρων σκηνών ή ακόμα και πράξεων!
Η χρησιμοποίηση του χορού, των σκηνικών ή της μουσικής σε πρωταγωνιστικό ρόλο, σε βάρος του κειμένου και της ελεύθερης λειτουργίας των ηθοποιών δεν συνιστά πρωτοπορία αλλά μάλλον έλλειψη γνώσεων, αδυναμία παρουσίασης μιας πραγματικά ανταγωνιστικής παράστασης σε σχέση με όσες αντίστοιχες έχουν παρουσιαστεί στο παρελθόν και, εν τέλει, άγνοια κινδύνου! Η ανάδειξη του χορού σε πρωταγωνιστή, για παράδειγμα στην παράσταση μιας αρχαίας τραγωδίας, δεν είναι ένδειξη των δημοκρατικών πεποιθήσεων του σκηνοθέτη αλλά έλλειψη καλλιτεχνικού προσανατολισμού. Απόδειξη δημοκρατικότητας είναι η επιλογή και το ανέβασμα θεατρικών έργων που έγραψαν ανθρωπιστές συγγραφείς, για παράδειγμα ο Τσέχωφ, ο Μπρέχτ αλλά και σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς όπως ο Καμπανέλλης.
Το θέατρο πιστεύω πως πρέπει να απευθύνεται στο ευρύτερο δυνατό κοινό και όχι σε μια μικρή ομάδα ειδικών: θεατρολόγων, κριτικών θεάτρου, σκηνοθετών ή καλλιτεχνών κάθε ειδικότητας. «Δεν κάνουμε θέατρο για την καριέρα μας», «δεν κάνουμε θέατρο για την αυτοπροβολή μας».
Επομένως, το θέατρο, δεν πιστεύω πως οφείλει να παρουσιάζεται ως «πολυ-θέαμα» οπτικό ή ακουστικό (ένα παρατεταμένο ζωντανό video-clip) για να «αξίζει τα λεφτά του», κατά τη χυδαία λαϊκή έκφραση .  το καλό θέατρο δεν χρειάζεται τέτοιους τακτικισμούς γιατί έχει αντικειμενική και διαχρονική αξία! Φαίνεται πως τελικά, η αγάπη μας για το θέατρο και η αναζήτηση μιας καλής θεατρικής παράστασης, μέσα στα χρόνια, μοιάζει με τον τρόπο που προτείνει ο Σωκράτης για την επιλογή συζύγου: «Αν νυμφευθείς μια καλή σύζυγο, είσαι ευτυχισμένος, αν νυμφευθείς μια κακή, γίνεσαι φιλόσοφος!» Αυτή η προτροπή θα μπορούσε να μεταγραφεί στην εποχή μας ως: «Αν παρακολουθήσεις μια καλή θεατρική παράσταση είσαι ευτυχισμένος, αν παρακολουθήσεις μια κακή, γίνεσαι κριτικός θεάτρου!»
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

....παιδάκι μου...

 
Ανοίγοντας την τηλεόραση ένα βράδι στις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη,άκουσα το πρώτο "Άχ!" και κάθισα καλύτερα στη θέση μου για να καταλάβω τι συμβαίνει! Ανατρίχιασα! Ένα μικρό παιδί τραγουδούσε -με φωνή ώριμης γυναίκας- το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι "Τζιβαέρι"! Ένιωσα πλούσιος ' ένιωσα πλήρης!
Η παράδοσή μας είναι η πραγματική περιουσία μας. Η αφομοίωση και η μετουσίωση της Ελληνικής παράδοσης -σε όποιο βαθμό μπορούν να λειτουργήσουν στο μυαλό και στην ψυχή ενός μικρού κοριτσιού (10 ετών)- λειτουργούν ως λυτρωτική και σχεδόν μεταφυσική εμπειρία για όσους ενήλικες παρακολουθούν αυτή τη μοναδική ερμηνεία. Το αμήχανο χαμόγελο της μικρής ερμηνεύτριας, με την ολοκλήρωση του τραγουδιού, δείχνει την τεράστια διανοητική προσπάθεια που κατέβαλε για να καλύψει την απόσταση ανάμεσα στην παιδική και στην ενήλικη ζωή για διιάστημα 3΄λεπτών. Η Μαρίνα αντιμετώπισε το τραγούδι ως ένα δύσκολο θεατρικό ρόλο τον οποίο κατάφερε να υπηρετήσει με μια μοναδική "επαγγελματική" συνέπεια ενδεδυμένη ταυτόχρονα με την καθαρότητα και την αθωότητα της ηλικίας της.
Τα "Άχ!" της ήταν οι αναστεναγμοί της γερασμένης γυναίκας που φοβάται πως θα πεθάνει χωρίς να προλάβει να δει το ξενητεμένο εγγόνι της! Την κατάρα "ανάθεμα!" την εννοεί όταν την ψελλίζει!  Ο λυγμός στη φράση: "...που πήρες το παιδάκι μου.." είναι ο αληθινός σπαραγμός της νησιώτισσας μητέρας που προσμένει το παιδί της. Η αποθέωση του τραγουδιού έρχεται με τη χαμηλόφωνη φράση: "Σιγανά και ταπεινά!" Τι άλλο να προσθέσω; Τα λόγια περιττεύουν!
Είχα χρόνια να συγκινηθώ τόσο και να κλάψω και δεν ήμουν ο μοναδικός. Η κάμερα εντόπιζε αντρικά πρόσωπα άναυδα ή φανερά συγκινημένα και γυναίκες να μειδιούν με νόημα στις θέσεις του κοινού. Ο Βαγγέλης Γερμανός που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικό αυτοέλεγχο και τεράστια ψυχραιμία, με πολύ μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να αρθρώσει δυό φράσεις: "... η παράδοση παραδίδεται σε ανθρώπους που την αφομοιώνουν και τη μετουσιώνουν παιδί μου κι εσύ το έκανες αυτό σε 2 λεπτά! Αυτό μόνο θα σου πω: με συγκίνησες παιδί μου! Μπράβο!". Τα μάτια της Ευρυδίκης ήταν λίμνες συγκίνησης και μίλησε για : "μεγάλη ψυχή¨". Η Ντέμη είπε: "είσαι τυχερή!" Με τη φράση της αυτή εννοούσε προφανώς πως όποιος έχει τέτοιο καλλιτεχνικό χάρισμα, όπως η Μαρίνα, του το έδωσε ο Θεός και είναι ευλογημένος. Ο Γιώργος Θεοφάνους είχε ανατριχιάσει ολόκληρος στη διάρκεια του τραγουδιού, έστενε φιλιά και με τα δύο χέρια του στο τέλος του τραγουδιού και δυό φορές ενώ σχολίαζε -καθώς ακουγόταν πάλι το τραγούδι ως υπόκρουση- πήγε να βάλει τα κλάμματα!
Ένας από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας έλεγε πως για να περάσει κάποιος την Πύλη της Βασιλείας του Θεού θα πρέπει να είναι παιδί ή θα πρέπει να σκύψει! Η Μαρίνα είναι παιδί και το κοινό υποκλίθηκε στην ανθρώπινη ποιότητά της. Η υποβλητική και διακριτική μουσική ανέδειξε ακόμα περισσότερο αυτή την ευαίσθητη παρουσία.
Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή για την Ελληνική τηλεόραση!  
 
Γιώργος Δημητρίου Χ.
  

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Homo Politicantus

 
Δύσκολη εποχή ο χειμώνας, αλλά και όμορφη γιατί το κρύο -με κάποιο τρόπο- μας συγκεντρώνει στον εαυτό μας, μας κάνει περισσότερο προσεκτικούς, πιο προσγειωμένους. Αντιμετωπίζουμε τον χειμώνα όπως τους νέους φίλους που για κάποιο λόγο εμπιστευόμαστε γιατί έχουμε την αίσθηση πως τους γνωρίζαμε από παλιά, επειδή έχουν φανερά μικρά ελαττώματα: μεγάλη μύτη, λίγα ή πάρα πολλά μαλλιά, ατέλειωτη φλυαρία ή μεγάλα διαστήματα σιωπής, αλλά και ζεστό -καμιά φορά, διαβρωτικό- χαμόγελο.
Ένας σημαντικός παλιός φίλος ήταν και ο Δημήτρης Λιαντίνης κι ας μην είχα τη χαρά να τον γνωρίσω προσωπικά παρά μόνο μέσα από τη διδασκαλία του (ταινίες στο Διαδίκτυο) και κυρίως, από τα βιβλία του. Ειδικότερα, το βιβλίο του, HOMO EDUCANDUS - Φιλοσοφία της αγωγής - (Αθήνα, 1984) με προκάλεσε με κάποιο τρόπο να σκεφθώ ποια θα μπορούσαν να είναι τα στοιχεία της φιλοσοφίας της αγωγής που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν ένα πολιτικό όν ώστε να θεωρείται καλλιεργημένος άνθρωπος και επομένως, άξιος πολιτικός. Σε αντίστιξη με τον πολιτικό αγνωστικισμό από τον οποίο χρόνια υποφέρει η πατρίδα μας, αναζήτησα τα χαρακτηριστικά στοιχεία αγωγής ενός πολίτη ώριμου και λειτουργικού μέσα στην κοινωνία. Έτοιμη απάντηση δεν έχω να προσφέρω γιατί συνεχίζω να ερευνώ το θέμα, αλλά ακόμη και αν είχα, δεν θα τη μοιραζόμουν μαζί σας . θα ήταν σαν να σας την υπέβαλα ή σα να προσπαθούσα να την επιβάλλω πλαγίως, πράγμα απόλυτα αντιπαιδαγωγικό. Απέδωσα την αιτία του φαινομένου της πολιτικής δυσλειτουργίας στους ολιγοβαρείς πολιτικούς που θέλουν να ανήκουν στο είδος HOMO POLITICUS και στους αφελείς -μέχρι παρεξηγήσεως- θεατές και ακροατές των πρώτων που τόσο μεγάλη ανάγκη έχουν να ενταχθούν κι αυτοί στην κατηγορία του HOMO EDUCANDUS, χωρίς ποτέ τους να κάνουν τον κόπο να διαβάσουν ένα βιβλίο ή να εργαστούν τόσο χειρωνακτικά όσο και πνευματικά. Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, διαπιστώνω να ζουν και να υπάρχουν οι πολιτικοί για να θεωρητικολογούν και  να υπόσχονται πράγματα που αδυνατούν ή αδιαφορούν να υλοποιήσουν. Οι αρχαίοι σοφιστές θα ήταν ίσως περήφανοι γι αυτούς, αν τους άκουγαν σήμερα, αλλά δεν θα ήθελα να μάθω ποια γνώμη θα είχαν γι αυτούς οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
Σήμερα, η απουσία συνάφειας ανάμεσα σε πολιτική και κοινωνία με οδήγησε σε μια νοηματική «διασταύρωση»  με αποκύημα τον HOMO POLITICANTUS . ένα πλάσμα που γνωστοί θεατρικοί συγγραφείς όπως ο Δημήτρης Ψαθάς και ο Αλέκος Σακελλάριος ονόμασαν Φον Δημητράκη, Θανασάκη τον πολιτευόμενο, βουλευτή Καλοχαιρέτα (Στουρνάρα 288), Μαυρογυαλούρο και Γκρούεζα (Υπάρχει και φιλότιμο) ή Απόστολο (Ένας ήρωας με παντόφλες).
Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί συνήθισαν να κρύβουν τις σκέψεις και τις προθέσεις τους πίσω από οικονομικούς όρους, δυσνόητους από τον κοινό πολίτη και τον ψηφοφόρο μέσης νοημοσύνης. Τα  έχουν καταφέρει, αν όχι να ξεπεράσουν τις γνωστές καρικατούρες πολιτικών, ή πολιτικάντηδων, πάντως, να σταθούν ισάξια δίπλα τους!
Παρόλα αυτά, η Δημοκρατία παραμένει το καλύτερο σύστημα διοίκησης που θα μπορούσαμε -ποτέ- να έχουμε, αλλά στην Ελλάδα, πάσχει από την έλλειψη αγωγής του ανθρώπινου κεφαλαίου, δηλαδή, μεγάλου μέρους των πολιτικών και των πολιτών.  

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Ανήκουμε εκεί πάνω, στα ψηλά!



Χθες ήμουν ένα ξένοιαστο παιδί!
Σήμερα είμαι ένας ώριμος, αφηρημένος,
που ανήσυχα κοιτάζει σαστισμένος,
όσα χωράει το βλέμμα του να δει!

Συμπόνεσα το Αύριο, γεμάτο προσδοκίες,
-γέρικο ζώο  μεγαλώσαμε μαζί-
κι άρχισα να το ξελαφρώνω από κακίες
για να με συντροφεύσει ακούραστο
στο δρόμο το μακρύ!

Οι λίγες γνώσεις μου προέρχονται,
απ' ότι έχω αντιληφθεί  απ’ όσα είδα!
Θα πει πως έχω -Αύριο- κάτι,
αφού βρίσκω λόγο να προσεύχομαι γι' αγάπη.

Αναλογούν εμπόδια - βουνά
στο δρόμο τον τραχύ που πρέπει να βαδίσω
και πήγα να τα συναντήσω
γιατί καθυστερούσανε να τοποθετηθούν.

Η αγάπη, μας ανεβάζει εκεί πάνω στα ψηλά
-κάτω από τα σύννεφα, ίσα με τη γη-
εκεί που στροβιλίζονται πολύβουα περιστέρια,
στο νεροκρέβατο που γέρνουν τα δελφίνια,
σφυρίζοντας τη λήξη του μόχθου της ημέρας.

Αγάπη .  δυναμόμετρο,
ατσάλινος μοχλός,
λατρεία της γυναίκας,
αέναος ρυθμός,
ιδεατές αράχνες έτοιμες να καλύψουν,
με πλέγμα ορατό, το πλήθος των σωμάτων
κι άγρια χέρια μ' απαλά,
την υγρασία χαρίζουν,
στον κόσμο των πνευμάτων.

Έρωτας βγάζει μια γυναίκα να χορέψει στη βροχή
μεσάνυχτα προχωρημένα,
αρχές του φθινοπώρου .
αγιασμός με τ’ άρωμα της φυλλωσιάς των δέντρων
ανατριχιάζει τη δική σου την ψυχή
φτωχέ κι αδέξιε χειριστή του ονείρου
«λίγο μετά», του «προ ολίγου».

Αλλάζει χρώματα το βλέμμα της γυναίκας μου
σ’ όλο το φάσμα απ’ το «καφέ» ως το γαλαζοπράσινο,
καθώς ο ήλιος φωτογράφος τολμηρός
βάλθηκε να τρυπώσει στο μυαλό . 
βρήκε τη Μούσα του να περιμένει ραγισμένη
κι όρμησε να την κατακτήσει με το φως,
το χρώμα και τη σκέψη.

Τυχερός, όποιος άκουσε τα ουράνια βιολιά
στο πρώτο σκίρτημα του έρωτα .
ευλογημένη, αυτή που έχασε την αίσθηση της βαρύτητας στο πρώτιστο φιλί . 
αθάνατος όποιος μπόρεσε να δει με τα μάτια της αγαπημένης του,
κρυφοκοιτάζοντας πίσω απ' την ίριδα τον κόσμο,
σε χρόνο ανύποπτο,
μια ώρα που είχαν αποκοιμηθεί οι γέροι δράκοι
και ξαγρυπνούσαν, σφριγηλοί οι φύλακες,
σε μι' άγια στιγμή,
καθορισμένη.


Γιώργος Δημητρίου Χ.