Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Ερωτική ανατομία

(από 46΄.00΄΄ έως 57΄.36΄΄) 

Η ατμόσφαιρα, το κλίμα και οι διαθέσεις παίζουν κύριο ρόλο στο ερωτικό παιχνίδι.  Η μουσική βελτιώνει τις διαθέσεις και σταθεροποιεί το καλό κλίμα. Η γυναίκα, όπως και ο άντρας, δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει να παίζει βιολί ή οποιοδήποτε άλλο όργανο -εκτός, ίσως, από άρπα- και είναι αναγκαίο να πιστεύει τουλάχιστον σε έναν θεό, τον Έρωτα. Οι εταίροι, καμιά φορά, χρειάζεται να προσέρχονται στην ερωτική τελετουργία μεταμφιεσμένοι -εννοώ ενδυματολογικά- αλλά πρέπει να είναι απόλυτα ειλικρινείς ως άνθρωποι ' διαφορετικά δε θα απολαύσουν το παιχνίδι σε όλη του την έκταση. Όταν το συναίσθημα της ερωτικής έλξης είναι ισχυρό, μικρή σημασία έχει αν οι ερωτευμένοι βρίσκονται μόνοι τους ή σε κάποιο πολυσύχναστο χώρο ' οι άλλοι έστω και παρά τη θέλησή τους θα μετατραπούν αργά και σταθερά σε ένα ζωντανό σκηνικό, όσο εξελίσσεται το ερωτικό παιχνίδι μεταξύ των πρωταγωνιστών.  
Οι σύντροφοι καλό είναι να γνωρίζουν να χορεύουν γιατί ο ερωτικός χορός είναι ουσιώδες βήμα τόσο ανάμεσα στους ανθρώπους όσο και ανάμεσα στα πουλιά πριν από την ερωτική πράξη. Οποιαδήποτε άλλη δεξιότητα διαθέτουν οι συμμετέχοντες στο παιχνίδι προστίθεται στο μεγαλείο της διαδικασίας και διανθίζει την εξέλιξή της. Αν ζωγραφίζουμε, αν γράφουμε καλά ποιήματα, αν έχουμε ευχέρεια λόγου, αν είμαστε καλλίφωνοι προσθέτουμε πόντους στο παιχνίδι. Επειδή ο χαρακτήρας του ερωτικού παιχνιδιού είναι βαθιά δραματικός, όσες επιπολαιότητες κι αν φαίνεται ότι μπορεί να αντέξει από την πιθανή ανωριμότητα των συμμετεχόντων, αποκτάει ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος όταν ο άντρας εκφράζει με πάθος και καθαρότητα τα συναισθήματά του και η γυναίκα αισθάνεται πως είναι ασφαλής και ελέγχει απόλυτα τη ροή του παιχνιδιού. Είναι συνηθισμένο το θέαμα ενός άντρα που αποθέτει όλα τα όπλα όπως τη μυική του δύναμη, τα πλούτη (αν έχει) ή την -ως τότε- κοινωνική εμπειρία του στα πόδια της γυναίκας που διεκδικεί, όχι από κάποιον αντίζηλο, αλλά από τον ίδιο τον εαυτό της.
Οι άνθρωποι που εκτιμούν εξαιρετικά τη ζωή και πολύ περισσότερο τον έρωτα, συμβαίνει να είναι όσοι και όσες σε κάποια στιγμή της ζωής τους έχουν πλησιάσει το θάνατο ή πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα, που λειτουργεί ως συναγερμός για να τους υπενθυμίζει διαρκώς την αξία της ύπαρξης. Το χρώμα του δέρματος, το σχήμα και το χρώμα των ματιών, το περπάτημα, κάποιο ελατωματάκι στην άρθρωση του λόγου ή ίσως η ξενική καταγωγή μιας γυναίκας είναι πολύτιμα κομμάτια που συμπληρώνουν μια θαυμαστή ερωτική εικόνα για τον ερωτευμένο άντρα. Η ιδανική γλώσσα στην οποία μπορεί να επικοινωνούν οι ερωτικοί συμμέτοχοι, θεωρούνται τα γαλλικά και δεν είναι τυχαίο ότι θεωρήθηκαν ως ένα από τα απαραίτητα εφόδια μαζί με το πιάνο στην κοινωνική αποκατάσταση των γυναικών κάθε αναπτυγμένης κοινωνίας -και της ελληνικής- στη Δύση, κατά τον περασμένο αιώνα. Τα γερμανικά θεωρούνται ως γλώσσα της ειλικρίνειας, της εντιμότητας και της καθαρότητας και, παρότι λιγότερο στρογγυλεμένα στην ερωτική έκφραση από τα γαλλικά, είναι εξίσου αποτελεσματικά στην περίπτωση των ορθολογικών και σύγχρονων γυναικών. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα της τέχνης του έρωτα. Ο πληθυντικός είναι υποχρεωτικός ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται ελάχιστα έως καθόλου και δεν διευκολύνει την ερωτική επικοινωνία παρά μόνο όταν αντικατασταθεί από τον ενικό -με κοινή συμφωνία.
Τα κριτήρια ερωτικής ελκυστικότητας και αμοιβαίας αποδοχής διαφέρουν σημαντικά για τα δύο φύλα. Έτσι, ενώ για τον ερωτευμένο άντρα, γυναίκα θεωρείται ότι περιέχεται σε μια θήκη όμορφων ρούχων, μυρίζει όμορφα και έχει λεπτή φωνή, για μια γυναίκα τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα. Μια γυναίκα θεωρεί τον εαυτό της ελκυστικό και επιθυμητό όταν γίνεται αντιληπτή από τον άντρα ως ένα σύνολο όμορφων και χαριτωμένων, κληρονομικών και επίκτητων, αντίστοιχα, χαρακτηριστικών. Δεν αρκεί να έχει κατάλευκο δέρμα, φροντίζει να το ντύνει με κατάμαυρα φορέματα για να το αναδείξει σε υπέρτατο βαθμό -αν είναι αποφασισμένη να αρέσει μια συγκεκριμένη στιγμή. Προσέχει και αξιολογεί αυστηρά τους τρόπους συμπεριφοράς καθώς και την ευρηματικότητα, την τόλμη και την ευγένεια του άντρα που θα την προσεγγίσει ερωτικά. Η γυναίκα διαλέγει τον άντρα και όχι το αντίθετο, όσο κι αν πιστεύεται το ανάποδο από πολλούς που έχουν σηκώσει πολύ ψηλά το λάβαρο του κυνηγού. Αλλά το πιο απαιτητικό δεν είναι να προσεγίσει κάποιος μια γυναίκα, αλλά να συνεχίσει να την ενδιαφέρει εφόσον βρεθεί κοντά της.
Αφετηρία μιας επιτυχημένης σχέσης, είναι ο άντρας να τα πηγαίνει καλά, πρώτα με τον εαυτό του, να έχει μια μέση (και πάνω) πνευματική καλλιέργεια και να τον ενδιαφέρει η γυναίκα ως σύνολο και όχι μόνο ως ερωτικό αντικείμενο. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει να βλέπει, να ακούει, να μυρίζει, να σκέφτεται και ύστερα να αγγίζει και να γεύεται αυτό το αριστούργημα που λέγεται Γυναίκα! Πρέπει να παρατηρεί και να αξιολογεί -όχι αναγκαστικά θετικά, αλλά πάντως, αμερόληπτα- τα καινούργια ρούχα και παπούτσια της συντρόφου του, να ακούει μέχρι να τον παίρνει ο ύπνος τις αναλύσεις της για πρόσωπα και καταστάσεις της καθημερινότητας, να μυρίζει -αν δεν είναι βαριά συναχωμένος- το νέο της άρωμα, να σκέφτεται πως θα διευκολύνει τη ζωή της (με τη συμπεριφορά και τις πρωτοβουλίες του) και να χαίρεται με τις υπόλοιπες αισθήσεις του τον έρωτα, τρελά και παράλογα!   
 
Γιώργος Δημητρίου Χ.  

Τόμας Μαν Το μαγικό βουνό (τ. Α΄), μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Δίφρος, Αθήναι 1956 (σ.σ. 402-417)
Το μαγικό βουνό - audio-book. Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: https://www.youtube.com/watch?v=C6DEOONwDNY

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Αντι-παράδειγμα

 
 
Ένα κείμενο και μια εικόνα: Βιρτζίνια Γουλφ (Ένα δικό σου δωμάτιο), η ανακοίνωση της επαναλειτουργίας μετά από 15 χρόνια- ενός από τα πιο επικίνδυνα μονοπάτια στον κόσμο (El Camino del Ray).[1]  Στην ανάβαση συμμετέχει ένα ζευγάρι ορειβατών όπου ο ένας προηγείται ακολουθώντας στηρίγματα στους βράχους και βάζοντας σκοινιά για να ασφαλιστεί η διαδρομή και ακολουθεί η άλλη. Είναι μια ιδιαίτερα επικίνδυνη ανάβαση γιατί το λεπτό στρώμα μπετού που έχει τοποθετηθεί πάνω σε έναν αραιά δομημένο σκελετό που κατασκευάστηκε -μεταξύ του 1901 και του 1905- με ατσάλινες ράβδους, έχει υποχωρήσει σε πολλά σημεία και κάτω του χάσκει το χάος!
Παρόλα αυτά, ήδη από την πρώτη εντύπωση, είχα την περίεργη αίσθηση πως υπάρχουν πιο επικίνδυνα "πράγματα" από τα καταφανή και τα ολοφάνερα όπως αυτή η τρομακτική "βόλτα". Είναι πράγματα που έχουν να κάνουν όχι τόσο με το σώμα, αλλά με το νου, τις στάσεις και τις πεποιθήσεις μας. Οι τοίχοι του σπιτιού σου μπορεί  να είναι κατασκευασμένοι από τούβλα και σοβά, ενώ τα τοιχώματα ενός άλλου ζωτικού χώρου, όπως του παραπάνω φαραγγιού, για τους ορειβάτες, συμβαίνει να είναι σμιλεμένα σε βράχο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπου κι αν βρίσκεται ο προσωπικός σου χώρος, να υπάρχει ανεμπόδιστη θέα. Μοιάζουν ιδιαίτερα, τα δύσβατα μονοπάτια της φύσης, με τις διαδρομές της ελεύθερης σκέψης. Επανέρχεται στη σκέψη μου ένα θεμελιώδες ερώτημα: άραγε, οι πεποιθήσεις σας, διαφέρουν από την κυριαρχούσα άποψη; και αν, ναι, τολμάτε να τις εκφράσετε δημόσια, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις όποιες και όσο επώδυνες κι αν είναι αυτές για εσάς; Οι πλέον ριζοσπαστικοί -κυρίως οι γυναίκες- θα απαντήσετε αμέσως, ναι, αλλά μετά τη δεύτερη σκέψη, νομίζω ότι θα "κουμπωθείτε". Τι μας φοβίζει πιο πολύ: οι ελεύθερες σκέψεις μας, οι τολμηρές σκέψεις των άλλων ή και τα δύο; Πώς μεταδίδονται σ' εμάς οι σκέψεις των άλλων; Θα μου πείτε: με τη γραφή και με το λόγο! Πώς πραγματοποιείται αυτό; άμεσα και αυτόματα; Κατ' αρχάς, ναι, με τη "γλώσσα του σώματος" που δεν ψεύδεται ποτέ. Όταν όμως πρόκειται να εκφραστούν ποικίλα και πολύπλοκα νοήματα, όχι! Η γνώση μεταδίδεται με την ανάγνωση και τη γραφή. Μάλιστα!  Άλλη μια φορά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να σκέπτεται μεγαλόφωνα! Είναι η ίδια πρακτική με αυτή των παιδιών που τραγουδούν δυνατά περπατώντας στα σκοτεινά για να μειώσουν τον φόβο του αγνώστου και να μετατρέψουν το άγχος της μοναξιάς σε επιβεβαίωση αυτοκυριαρχίας. Διαβάζοντας το βιβλίο της Γουλφ, προσπάθησα να κρύψω κάποιες προσωπικές αδυναμίες αλλά η ανάγκη μου να φανερωθώ με οδήγησε να γράψω ένα μάλλον άχαρο και μακροσκελές ανέκδοτο ζωής[2] ' ένα αντι-παράδειγμα!
Ήθελα, λέει, να αισθάνομαι ασφαλής, κοντά στον κόσμο αλλά μακριά από επιβουλές κάθε είδους, θορύβους έντονους κι εφηβική αναίδεια. Το σπίτι μου δε θα ήτανε μεγάλο . ένα δωμάτιο αρκούσε, μ’ ένα ευρύ παράθυρο για να μπορώ να βγαίνω πετώντας κάθε πρωί και μια πόρτα που να βλέπει σε κήπο για όσους θέλουν μόνο να περπατάνε και περιμένουν -μια ζωή- τη μέρα που θα αξιωθούν να περάσουν από «μεγάλη πόρτα» όπως λένε οι χαρτορίχτρες. Για να γράψει ένας άνδρας πρέπει να έχει λεφτά, ένα δικό του δωμάτιο μια γυναίκα -μούσα- για να τον εμπνέει και τουλάχιστον άλλη μια γυναίκα -συνήθως ένα ανώριμο κοριτσόπουλο, γύρω στα τριάντα, με όνειρο να γίνει καλλιτέχνιδα και πολύ μέτρια νοημοσύνη, που να δείχνει ότι τον θαυμάζει απεριόριστα μέχρι αυτός να τη γνωρίσει σε κάποιο φίλο του, καλλιτεχνικό πράκτορα .  μετά, δε χρειάζεται!
Οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνικοί ερευνητές υπολογίζουν πως το ανθρωπογενές περιβάλλον - ως μέγεθος - κατασκευάστηκε για να αισθάνεται άνετα μέσα σ’ αυτό, ένας άνδρας ύψους γύρω στα 1,75 μέτρα, μάλλον κάτοικος πόλης, μέτριας έως ανώτερης μόρφωσης και ηλικίας μεταξύ 30 και 40 ετών. Οι κατοικίες και οι χώροι εργασίας και διασκέδασης κατασκευάστηκαν για να εξυπηρετούν έναν τέτοιο άνθρωπο ώστε να μπορεί να περνάει από πόρτες χωρίς να χρειάζεται να σκύβει, να κάθεται σε κανονικά καθίσματα, να κοιμάται σε κρεβάτια διαστάσεων 90Χ1,90 μέτρων περίπου, να βολεύεται άνετα σε θέσεις αυτοκινήτων και να μη χρειάζεται να παραγγείλει στο εξωτερικό τα παπούτσια του, γιατί νούμερα μέχρι και 45 υπάρχουν σε όλα τα καταστήματα υποδημάτων στην Ελλάδα.
Αν ο εν λόγω άνθρωπος τα έχει όλα, ή, πάντως, τα περισσότερα από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και είναι υγιής, είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, αν είναι άνδρας.  Αν είναι γυναίκα, ακόμη κι αν διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία, θα πρέπει πρώτα να δείξει ότι δεν είναι «γυναίκα», δηλαδή ένα άτομο εξαρτώμενο από την οικονομική δύναμη του συντρόφου της και ύστερα να αποδείξει ότι είναι «άνδρας», δηλαδή ανεξάρτητη και αυτόνομη. Αν καταφέρει να αποδείξει ότι είναι άνδρας, μετά μπορεί άφοβα να παραδεχθεί πως είναι γυναίκα χωρίς καθόλου συνέπειες! Θα γίνει εξαιρετικά αποδεκτή κοινωνικά και θα αναγνωρίζεται ως απόλυτα επιτυχημένη επαγγελματικά. Δεν κρίνεται απαραίτητο να καλύψει το όποιο συναισθηματικό κενό, πιθανότατα έχει προκύψει, τα προηγούμενα χρόνια, από το κυνήγι της καριέρας. Είναι γνωστό ότι το «κενό μας», μας ανήκει!
Αν ένας άνθρωπος -ανεξαρτήτως φύλου- έχει «όλα του κόσμου τα καλά» που λέει ο λαός και θέλει επιπλέον και να γράφει, έε ... τότε ... είναι ανίατη περίπτωση, με βγάζει έξω από τα ρούχα μου! Ακούς εκεί, να θέλουν να γράφουν! Τι θράσος απύθμενο να απαιτούν από τους άλλους να διαβάσουν όσα έγραψαν! Τι απίστευτη ματαιοδοξία να θεωρούν πως τα λόγια τους μπορούν να επηρεάσουν, μέχρι και να αλλάξουν τους άλλους! Κι αν κάνουν τους αναγνώστες να επανασταστήσουν; Να είστε σίγουροι πως αυτό θα συμβεί αν οι άνθρωποι γνωρίσουν τον εαυτό τους και τους άλλους και θελήσουν να αλλάξουν τον κόσμο. Μα δεν καταλαβαίνουν σε τι κίνδυνο μας βάζουν όλους; Αν αρχίσουμε να διαβάζουμε και να γράφουμε το επόμενο βήμα θα είναι να σκεφτόμαστε και αμέσως μετά δεν απομένει παρά να αντιδράσουμε σε ότι μας εμποδίζει να ζήσουμε με ειρήνη και ασφάλεια. Όλοι γνωρίζουν πως όποιος κάνει φασαρία είναι ταραχοποιό στοιχείο, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και το κράτος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τον σωφρονίσει!  Και για όλα αυτά φταίνε οι γονείς και οι δάσκαλοι που επιδίωξαν να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα μας! Ευτυχώς, εμείς, δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε ούτε -βέβαια- να γράφουμε και αποφύγαμε τον κίνδυνο να αλλοτριωθούμε από τη γνώση και να εκτραπούμε σε αντιδραστικές πράξεις! Αυτούς που γράφουν και -κυρίως- αυτούς που διαβάζουν, λυπάμαι!  
Όταν κάτι τέτοιοι άνδρες και γυναίκες μεγαλώσουν αρκετά, ώστε να εισέλθουν απερίσπαστοι στην τρίτη ηλικία και στραβολαιμιάσουν κοιτάζοντας διαρκώς πίσω τους τη δεύτερη ηλικία -που δεν έζησαν- θα αρχίσουν να ψάχνουν για ένα δωμάτιο όπου θα αποθηκεύσουν όσα βιβλία τους παρέμειναν απούλητα και θα σπάσουν το κεφάλι τους αναζητώντας τρόπους να αξιοποιήσουν τον άπειρο ελεύθερο χρόνο που θα διαθέτουν. Τι πρόβλημα κι αυτό ' να έχεις απεριόριστο χρόνο και να μην ξέρεις τι να τον κάνεις!
Αν φθάσουν σε αυτό το σημείο, δηλώνω ρητά, πως δε θα βρίσκομαι εκεί για να τους βοηθήσω! Όχι πως έχει σημασία τι πιστεύω ' έτσι, που λέει ο λόγος!
Εδώ που τα λέμε,
μετά βίας αυτοεξυπηρετούμαι!
 
                                                                                                     Γιώργος Δημητρίου Χ.

[1] Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=ZmDhRvvs5Xw
[2] Σκέψεις με αφορμή την ανάγνωση του βιβλίου της Βιρτζίνια Γουλφ: Ένα δικό σου δωμάτιο Μετάφραση: Μίνα Δαλαμάγκα. Εκδόσεις Οδυσσέας, 2005
 
  

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Waiting for God to do...

Περιμένοντας το Θεό να κάνει... Waiting for Godot


Η μακρόχρονη φτώχεια και η πάγια μοναξιά είναι συνθήκες απάνθρωπες και ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται αφάνταστα να ζήσει μέσα σε αυτές. Αντίθετα, η μοναξιά όταν μοιράζεται ανάμεσα στα δύο φτωχά παιδιά του έργου -τον Βλαντιμίρ ή Ντιντί και τον Εστραγκόν- γίνεται "ανεκτή" αν και σε αρκετές στιγμές οι συγκρούσεις μεταξύ τους και η γκρίνια είναι αναπόφευκτα. Η απουσία του Θεού σε έναν έρημο κόσμο είναι εμφατική στο έργο του Μπέκετ και προτείνεται -ειρωνικά- η αντικατάσταση του με ένα ανθρώπινο είδωλο -τον Γκοντό- που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει! Οι πρωταγωνιστές, λοιπόν, στρέφονται προς τον εαυτό τους αλλά μη βρίσκοντας ερείσματα, εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μια καλύτερη ζωή στη βοήθεια ενός άλλου ανθρώπου (του πλούσιου Γκοντό). Οι δύο περιθωριακοί τύποι αναμένουν την εμφάνισή του διευκολυντή της ζωής τους, βιώνοντας μια ασαφή, απροσδιόριστη και ανεδαφική προσδοκία, χωρίς να κάνουν τίποτα γι αυτό, όπως οι ολιγόπιστοι χριστιανοί που περιμένουν άπραγοι την έλευση του Θεού στη Δευτέρα Παρουσία!
Αντ' αυτού, παρουσιάζονται μπροστά τους ένας "κύριος" και ο ασυνήθιστος δούλος του,  ως σύμβολα των σχέσεων εξουσίας που υφίστανται συνήθως στην καθημερινότητα της αστικής κοινωνίας. Ο "κύριος" είναι  ανάλγητος και βίαιος και ο υπηρέτης του -παθολογικά- δουλοπρεπής! Ο δούλος φαίνεται να υφίσταται τις ταπεινώσεις αντλώντας δύναμη από την ίδια τη φύση της αποστολής του, δηλαδή από την υποχρέωσή του να μεταφέρει διαρκώς τις αποσκευές του αφεντικού του και έτσι "ισορροπεί!" Ο υπηρέτης είναι διαρκώς αμίλητος και σκυφτός μα καταλαβαίνει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του αν και δεν αντιδρά, παρά μόνο τη στιγμή που ο Ντίντι επιχειρεί να σφουγγίσει τα δάκρυά του, κλωτσώντας τον! Αντιλαμβάνεται αυτή τη χειρονομία συμπόνοιας ως κίνηση "ευνουχισμού" της δύναμης του "ζώου" που φοβάται μήπως απωλέσει ολόκληρη την κτηνώδη ισχύ του, αν εξημερωθεί και, επομένως, χάσει τη χρηστική του αξία! Ο "κύριος" ως εκπρόσωπος του πλούτου, είναι τυφλός (κατά Αριστοφάνη) και ο Λάκυ (ο υπηρέτης) κάθε άλλο, παρά τυχερός.  Όταν φοράει το καπέλο του (σύμβολο της άκρατης πληροφόρησης από τα ΜΜΕ) και δέχεται την εντολή να εκφραστεί -καθώς έχει εκχωρήσει στον "κύριο" την ελεύθερη βουλήσή του- εκδηλώνει μια πρωτόγνωρη, χειμαρρώδη ορμή και εξωτερικεύει κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε πληροφορία -χρήσιμη και άχρηστη- σαν να εκδικείται τη σιωπή και την αποκτήνωση στην οποία έχει καταδικαστεί από το περιβάλλον του. 
Ένα άβουλο παιδί -εκπρόσωπος των παιδιών του μέλλοντος και προβολή των πολλών ακαλλιέργητων πλασμάτων της νέας γενιάς- όπου η Εκπαίδευση υπολειτουργεί και η Αγορά γιγαντώνεται, μεταφέρει, παθητικά, τα μηνύματα του Γκοντό στα δύο φτωχά παιδιά που τον περιμένουν, μάταια!
Ο τρόπος γραφής του Μπέκετ μοιάζει με διανοητική άσκηση ' ένα πείραμα που συμβαίνει σε έναν χώρο αλλοτριωμένο κι απόμακρο από την κοινωνία όπου οι ηθοποιοί εμπλέκονται "παρά τη θέλησή τους" και δεν έχουν τη δύναμη να απεμπλακούν, ενώ οι θεατές αιφνιδιάζονται με την ιδεολογική τόλμη και την ηθογραφική ελευθερία του συγγραφέα. Τα πρόσωπα του έργου αντιδρούν με αναμενόμενο τρόπο, μόνο στην επίκληση: Βοήθεια! Τα κορίτσια, που υποδύονται πειστικά όλους τους ανδρικούς ρόλους του έργου, προσφέρουν μια αίσθηση δροσιάς και παιδικότητας στον θεατή αναπλάθοντας την εικόνα των δύο αγοριών, ακριβώς επειδή δεν είναι άνδρες, με συνέπεια το κοινό να μπορεί να παρακολουθήσει αβίαστα μια δημιουργική θεατρική παράσταση.
Σε έργα, όπως αυτό, του Μπέκετ, αποδίδω την πηγή της έμπνευσης σύγχρονων Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, όπως για παράδειγμα, ο Κώστας Μουρσελάς που έπλασε τους δύο χαρακτήρες -τον Λουκά και τον Σόλωνα- στο "Εκείνος κι Εκείνος" ή ξένων καλλιτεχνών όπως η Μαρίνα Αμπράμοβιτς που έχει εξελίξει, την φαινομενική απραξία, σε εκφραστική εικαστική μέθοδο. Η επαναλαμβανόμενη προσφώνηση "γουρούνι" του αφεντικού προς τον δούλο, ενέπνευσε μάλλον και την σεναριογράφο Λίλιαν Δημητρακοπούλου σε μια παλιότερη σειρά της Ελληνικής τηλεόρασης, με τίτλο: "Εσύ φταις!" (2000) για να μας θυμίζει πως κατοικούμε σε αυτή τη "φάρμα των ζώων" όπου η επανάσταση καθυστερεί και η ανοχή ξεχειλίζει. Τελευταία, στην κωμωδία του Νίκου Παναγιωτόπουλου η Λιμουζίνα (2013), μας δίνεται μια αίσθηση της προσωπικότητας του Σάμιουελ Μπέκετ.
Έστω, λοιπόν και ο "απόηχος" σημαντικών έργων όπως το Περιμένοντας τον Γκοντό (1948) μπορεί -μεταλλαγμένος- να προσφέρει, αν όχι  πραγματική ψυχαγωγία, πάντως, μια σύντομη διασκέδαση.

Γιώργος Δημητρίου Χ.   

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Πέντε δυσκολίες για να ξαναγράψουμε την αλήθεια

 

Πέρασαν ογδόντα χρόνια από την παρουσίαση αυτών των κειμένων του Μπρέχτ στο Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας (Παρίσι, 1935). Οι ερευνητές υπολογίζουν πως ο ελάχιστος χρόνος που χρειάζονται οι κοινωνίες για να μετασχηματιστούν σημαντικά, είναι το διάστημα τριών γενεών. Επομένως, φαίνεται πως έφθασε ο καιρός και για την ελληνική κοινωνία να αλλάξει!
Διαισθάνομαι πως σήμερα (2015) είναι η πλέον κατάλληλη περίοδος ώστε ο πολιτισμός μας να χρησιμοποιήσει το κύριο εργαλείο του -την τέχνη- για ν’ αποφασίσει σε ποιά πλευρά θέλει να ανήκει. Να μην επιτρέψει στους επαγγελματίες της πολιτικής και στους συμβούλους τους (της επικοινωνίας), να παριστάνουν τους άτυχους ηγέτες ή τους προβληματισμένους συμβουλάτορες που η μοίρα επέλεξε να οδηγήσουν τη χώρα τους έξω από την «κρίση» απαιτώντας τυφλή υπακοή από τους πολλούς. Η τέχνη μπορεί να παραπλανήσει, να συσκοτίσει ή να ξεγελάσει τους πολλούς παραχωρώντας τους μικρές κοινωνικές οάσεις (θεάματα άνευ άρτου) μέσα στην έρημο  της παγκοσμιοποίησης αλλά οφείλει στον εαυτό της και στις δημοκρατικές πηγές της να παραμερίσει την αμάθεια και να διευρύνει τη γνώση · πρέπει να περιορίσει όλες τις αυτοκαταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου χαρίζοντας απλόχερα κοινωνική αλληλεγγύη και στηρίζοντας την προσωπική δημιουργικότητα.
 
Όποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια έχει να ξεπεράσει, όπως σημειώνει ο Μπρέχτ, το λιγότερο πέντε δυσκολίες, είτε κανείς γράφει βιβλία είτε αρθρογραφεί σε εφημερίδες είτε παίζει στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Πρέπει να έχει :
 
·       το θάρρος να γράφει την αλήθεια παρόλο που στο χώρο της οικογένειας, της τυπικής εκπαίδευσης, της επαγγελματικής ζωής και της οικονομικής συγκυρίας την καταπνίγουν·
·       την εξυπνάδα να αναγνωρίσει την αλήθεια παρόλο που τη σκεπάζουν οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι οικονομικοί ή πολιτικοί φορείς και ορισμένοι καλλιτεχνικοί δημιουργοί·
·       την τέχνη να κάνει την αλήθεια εύχρηστη σαν όπλο (ψυχολογικό, κοινωνικό)·
·       την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη (καλλιτέχνες, επιστήμονες, πολιτικούς)·
·       την πονηριά να διαδώσει την αλήθεια ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους ώστε να είναι, πρακτικά, αδύνατο να αποσιωπηθεί.   
 
Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για 'κείνους που γράφουν κάτω απ’ το φασισμό, ή μέσα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης -το ίδιο και χειρότερο, είναι- υπάρχουν όμως και γι' αυτούς που έχασαν την εργασία τους ή ξενιτεύτηκαν, ακόμα και για όσους γράφουν σε χώρες της αστικής ελευθερίας, όπως η Ελλάδα.
Η μεγάλη αλήθεια της εποχής µας (που δεν αρκεί κανείς μόνο να τη βρει) είναι ότι η ήπειρος µας βουλιάζει στην απανθρωπιά επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν µε τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο απ’ όπου να βγαίνει πως ή κατάσταση που βρισκόμαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούµε ότι τα βασανιστήρια (ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση) γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντας το αυτό χάνουμε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν είναι αλήθεια).
Πρέπει να πούµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα µας (είτε αυτή λέγεται Γερμανία είτε λέγεται Ελλάδα) για να μπορέσει να γίνει αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις εργασίας.
Πρέπει ακόµα να το πούµε στους εργαζόμενους που υποφέρουν πιο πολύ απ’ όλους κάτω απ’ τις σημερινές εργασιακές σχέσεις και έχουν το πιο δυνατό συμφέρον για την αλλαγή τους και σ’ εκείνους που μπορούμε να οδηγήσουμε στους εργάτες σαν συμμάχους, γιατί στην πραγµατικότητα δεν έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα µέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν μερίδιο απ’ τα κέρδη και αυτά τα βήματα πρέπει να γίνουν µε μεγάλη μεθοδικότητα.
Αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάμε ταυτόχρονα, γιατί δεν μπορούμε να ερευνάμε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές, και καθώς, διώχνοντας κάθε πειρασμό δειλίας, γυρεύουμε τις αληθινές αιτίες µε τη σκέψη µας στραμμένη σ’ εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιµοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε και το πως θα τους δώσουμε την αλήθεια µε τρόπο που να ’ναι στα χέρια τους όπλο, και µε τόση προσοχή που η μετάδοση αυτή να µη µπορεί ν’ ανακαλυφτεί και να εμποδιστεί από τον εχθρό.
Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαιτήσεις µας, όταν ζητάμε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.
 
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια (Πολιτικά κείμενα). Μετάφραση: Βασίλης Βεργωτής, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα: 2005
 
                                                 Απόδοση: Γιώργος Δημητρίου Χ.

 


Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

φάος-φως

Φαέθων
Μια θεατρική παράσταση που επιδιώκει να είναι διαδραστική χωρίς να το δηλώνει.
Λίγα λόγια για τους συντελεστές:
Συγγραφέας: δυναμική καταγραφή της αλήθειας, ήρεμη δύναμη, ελεγχόμενη φλόγα
Σκηνοθέτης: ασφαλής (για τους ηθοποιούς) καθοδήγηση, λιτή «γραφή»
Ηθοποιοί: αμεσότητα, ειλικρίνεια, πάθος, εσωτερικότητα, εξαιρετικός αυτοέλεγχος
Φωτισμός: υποβλητικός, διακριτικός, καίριος, χωρίς ίχνος έπαρσης
Ήχος: λειτουργικό εργαλείο της παράστασης, έδινε ρυθμό στη σκηνοθεσία
Κοστούμια: κατάλληλα, λειτουργούν βοηθητικά για τον θεατή, ώστε να εγκλιματιστεί στην ατμόσφαιρα του έργου.
Οι συντελεστές της παράστασης μοιράστηκαν μαζί μας ένα άρτιο θεατρικό αποτέλεσμα.

Εντοπίζω, ενστικτωδώς, κάποιες «προδιαθέσεις» που, ίσως, να σας διευκολύνουν στην προσέγγιση του έργου και γράφονται με αφορμή τα πρόσωπα (κατά σειρά βαρύτητας).

«Προϋποθέσεις» παρακολούθησης της παράστασης:  
  • καλή γνώση του εαυτού (εμείς - οι θεατές)
  • τόλμη να γίνουμε μάρτυρες στην αποκάλυψη «γνωστών» οικογενειακών  μυστικών (όλα τα πρόσωπα του έργου- εμείς)
  • εγρήγορση στη διαδικασία επίλυσης ψυχολογικών προβλημάτων (γιός, πατέρας, μητέρα)
  • απομυθοποίηση θρησκευτικών πεποιθήσεων (πατέρας)
  • αποκαθήλωση κοινωνικών προτύπων (πατέρας, μητέρα)
  • διαρκής επιδίωξη της ολοκλήρωσης της προσωπικότητας (γιός)
  • ικανοποιητική γνώση των ιστορικών και πολιτισμικών καταβολών (τα πρόσωπα του έργου - εμείς)
  • «φιλική» σχέση με τη σιωπή και «εχθρική» στάση απέναντι στην αποσιώπηση,
  • αναζήτηση του «τόπου» προορισμού της ψυχής (γιός, μητέρα, κόρες - εμείς)
Γενική εικόνα: Βρισκόμαστε στο «θάλαμο» ενός «ασύλου ανιάτων», μιας ομάδας «ασθενών» που αποσύρονται στα δωμάτιά τους για να «υποφέρουν ιδιωτικά» και έρχονται γύρω από το τραπέζι ως «άτομα» παρακινούμενα από συνήθεια ή από υποχρέωση να υπηρετήσουν τους οικογενειακούς ρόλους τους;
Ειδικές διαπιστώσεις:  
Στη συζήτηση που ακολούθησε την παράσταση, ανάμεσα σε συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Επιμόρφωσης: Ακαδημία Πλάτωνος-Η Πολιτεία και ο Πολίτης και στους συντελεστές της -εκτός του συγγραφέα-  ειπώθηκαν σημαντικά πράγματα σχετικά με τον σκοπό και τα μέσα υλοποίησής της. Αν εξέλειπαν και θεατές που επέμεναν να βρουν το ηθικό δίδαγμα της παράστασης, ή άλλοι που θεωρούσαν ως θεατρικό μόνο τον χώρο της σκηνής και όχι αυτό των διαδρόμων ανάμεσα στους θεατές ή και άλλους περιφερειακούς χώρους, τότε τα πράγματα θα ήταν ιδανικά.  
Καθώς γύριζα χθες το βράδυ στο σπίτι περπατώντας, είχα όλο το χρόνο να σκεφτώ ποιό ή ποιά θα μπορούσαν να είναι τα ηθικά διδάγματα. Απέρριψα όλες τις ηθικοπλαστικές απαντήσεις και κατέληξα σε ορισμένα "σκόρπια" συμπεράσματα, όπως:
1) ο πατέρας εξυπηρετεί τη διαστροφή του θεωρώντας ότι ο γιός του δεν είναι άντρας, ενώ η σύζυγος και οι κόρες του δεν είναι γυναίκες. Παραβιάζοντας τον προσωπικό χώρο καθενός από τα μέλη της οικογένειάς του αυταπατάται πως τα "διδάσκει" να "επαληθεύσουν" το φύλο τους.  Ο συγκεκριμένος πατέρας δείχνει να πιστεύει πως τα μέλη της οικογένειάς του είναι σαρκικές προεκτάσεις του εαυτού του που στερούνται ταυτότητας φύλου ή κοινωνικής ταυτότητας. Πρόκειται, στην ουσία, για ένα τυφλό και κουφό ζώο, που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από την όσφρηση, την αφή και τη γεύση.
2) Θεωρώ πως η ψυχική διαστροφή, του πατέρα, δε μπορεί να «στηρίζεται» σε μια αιρετική παραμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας, αγνοώντας την ίδια την ουσία της, που είναι το αγκάλιασμα και η βοήθεια προς τους ανθρώπους. Η θρησκεία, είναι, κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο πράγμα που μπορεί(;) και πρέπει να χρησιμοποιήσει κάποιος για να επιβάλλει την όποια ιδιαιτερότητά του στα μέλη της οικογένειάς του και -κατ' επέκταση- στον στενό κοινωνικό του κύκλο. Κι αυτό γιατί θρησκεία δεν είναι μια σειρά κοινών παραδοχών του ιερατείου της εκκλησίας ‘ ούτε ένα σύνολο κανόνων εξωτερικά επιβαλλόμενης λατρείας. Δεν είναι η φράση: «γεννηθήτω το θέλημά σου» η αφετηρία τεκμηρίωσης των ανώμαλων ορέξεων κάθε διεστραμμένου πατέρα-εξουσιαστή, αλλά μια σειρά αυτοπεριορισμών που μας διαχωρίζουν από τα άγρια ζώα.
3) Είμαι βέβαιος ότι, το ρεαλιστικά, ισχυρό φύλο, είναι οι γυναίκες όπως, για παράδειγμα, η μητέρα στο έργο, που βρίσκει τρόπο να αντιδράσει, τελικά, παίρνοντας δύναμη από την αγκαλιά του γιού της αλλά κυρίως εμπνεόμενη από τη συνολική αντίστασή του στον πατριαρχικό αυταρχισμό.
4) Καταλήγοντας, αρνούμαι να δεχθώ κηρύγματα συντηρητισμού, όχι από τους διδάσκοντες ή τις διδάσκουσες που είναι σχεδόν όλοι και όλες προοδευτικοί άνθρωποι, αλλά από συναδέλφους, θεατές, «αγνοημένες μεγαλοφυΐες» που γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και επιμένουν να μου το δείξουν, χωρίς να έχω εκφράσει προηγουμένως καμία αμφιβολία για το ποιό είναι το καλό ή το κακό και, κυρίως, χωρίς να έχω αναζητήσει σωτηρία και μάλιστα από αυτόκλητους σωτήρες. Κανείς από τους θεατές δεν μιλά ανοιχτά έχοντας μια στάση που υπονοεί πως όσα πει πιθανώς να χρησιμοποιηθούν  εναντίον του, σαν να επρόκειτο για «κατηγορούμενο» που πρέπει να φροντίσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του και όχι για κάποιον άνθρωπο ελεύθερο, με ανεξαρτησία της γνώμης του.
5) Έτσι, οι περισσότεροι από τους παρόντες αποφεύγουν να συμμετάσχουν στη συζήτηση κι ας διαφωνούν με κάθε υστερόβουλο θεατή που επιχειρεί να αποδομήσει την παιδευτική συγκρότηση και πρόταση του συγκεκριμένου σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου. Οι θεατές -παραδοσιακής ηθικής- συναισθάνονται πως το μήνυμα του έργου όχι μόνο δε βρίσκεται σε συμφωνία, αλλά αντίθετα, καταγγέλλει τη σαθρή δομή της πατριαρχικής ελληνικής οικογένειας και την ανοχή της μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας σε κάθε ανήθικο γεγονός και φαινόμενο ' αναρρωτώνται και αγανακτούν μόνο και μόνο γιατί η παράσταση δεν συμβάλλει στη διαιώνισή της ηθικής της απραξίας που κρύβεται κάτω από μια επίφαση γαλήνης και ηρεμίας στον κοινωνικό «βάλτο». 
6) Συνοψίζοντας, πιστεύω πως οι αιτίες της αβουλίας και της απραξίας των Νεοελλήνων ξεκινούν από το ιστορικό μας παρελθόν: είναι μια μακρινή «αντήχηση» δουλοπρέπειας, δηλαδή της καθημερινής πρακτικής στην επώδυνη περίοδο της Τουρκοκρατίας ‘ είναι παιδί της διαρκούς πολιτικής αστάθειας και των πολέμων κατά τη διάρκεια των Νεώτερων χρόνων, οφείλεται στη θεοποίηση του ατομικού συμφέροντος, του "εμείς ποτέ δε χάναμε στην οικογένειά μας" που έγραφε ο Γιάννης Νεγρεπόντης και τραγουδούσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, επαληθεύεται ως πρόσφατο κατάλοιπο της  τρομοκρατίας που άσκησε η Χούντα και δυστυχώς επικαιροποιήθηκε πάλι, στις μέρες μας, με την κρίση που οδηγηθήκαμε να περάσουμε.
Αν δεν έχω προσέξει κάτι άλλο, ή έχω παρερμηνεύσει κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν υπάρχει στο έργο μια ακόμα πλευρά ενδιαφέρουσα ή και ουσιώδης ‘ απλά δηλώνει πως τώρα, τελευταία, μαθαίνω ανάγνωση της «θεατρικής γραφής».
Γιώργος Δημητρίου Χ.
 Πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε και εδώ: http://www.culturenow.gr/34197/faethwn-toy-dhmhtrh-dhmhtriadh-sto-theatro-odoy-kykladwn-leyterhs-vogiatzhs
Η εικόνα είναι ένα δικό μου κολάζ με τίτλο:  Playing games (2008)

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Αναβαθμός



"ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΕΒΕΙΤΕ ΜΙΑ ΣΚΑΛΑ
Κανείς δεν θα έχει παραλείψει να παρατηρήσει ότι πολύ συχνά το έδαφος κάνει πτυχές με τέτοιο τρόπο, ώστε ένα μέρος σχηματίζει ορθή γωνία με το επίπεδο του πατώματος και στη συνέχεια, το άλλο μέρος παίρνει μια θέση παράλληλη σ' αυτό το επίπεδο, για να σχηματιστεί μια νέα κάθετος, διαδικασία που επαναλαμβάνεται είτε σε σχήμα ελικοειδές, είτε σε τεθλασμένη γραμμή μέχρι ύψη που ποικίλουν σημαντικά. Σκύβοντας και βάζοντας το αριστερό χέρι σ' ένα απ' τα κάθετα μέρη και το δεξί στο αντίστοιχο οριζόντιο, έχετε για μια στιγμή, στην κατοχή σας, ένα σκαλοπάτι ή αλλιώς σκαλί. Καθένα απ' αυτά τα σκαλοπάτια, που σχηματίζεται όπως είδαμε από δυό μέρη, βρίσκεται λίγο πιο ψηλά και πιο πίσω από το προηγούμενο, αρχή στην οποία βασίζεται η έννοια της σκάλας, αφού οποιοσδήποτε άλλος συνδυασμός θα έδινε σχήματα ίσως πιο ωραία ή πιο γραφικά, αλλά ακατάλληλα για τη μεταφορά από το ισόγειο στον πρώτο όροφο.
Ανεβαίνετε τις σκάλες από μπροστά, μια και από πίσω ή με το πλάι είναι ιδιαίτερα άβολο. Η συνήθης στάση συνίσταται στο να κρατηθείτε όρθιος με τα χέρια να κρέμονται χαλαρά, το κεφάλι όρθιο, όχι εντελώς αλλά τόσο ώστε τα μάτια να είναι ελεύθερα να βλέπουν τα σκαλιά που βρίσκονται πιο πάνω απ' αυτό που πατάτε και να αναπνέετε αργά και κανονικά. Για ν' ανεβείτε μια σκάλα, αρχίζετε σηκώνοντας το μέρος εκείνο του σώματος που βρίσκεται κάτω δεξιά, που σχεδόν πάντοτε είναι τυλιγμένο σε δέρμα ή καστόρι και που, εκτός από αξαιρέσεις, χωράει ακριβώς στο σκαλί. Μόλις ακουμπήσετε στο πρώτο σκαλοπάτι, το μέρος που είπαμε πριν και που, για συντομία, θα ονομάσουμε πόδι, ανασηκώνετε το αντίστοιχο αριστερό μέρος (που επίσης ονομάζεται πόδι, αλλά που δεν πρέπει να συγχέεται με το πόδι που πριν αναφέραμε) και, φέρνοντας το στο ύψος του ποδιού, συνεχίζετε την κίνηση μέχρι να το τοποθετήσετε στο δεύτερο σκαλοπάτι '  έτσι, σ' αυτό θα ξεκουραστεί το πόδι, ενώ στο πρώτο θα ξεκουραστεί το πόδι. (Τα πρώτα σκαλοπάτια παρουσιάζουν πάντα τη μεγαλύτερη δυσκολία μέχρι να αποκτηθεί ο κατάλληλος συγχρονισμός. Η σύμπτωση του ονόματος μεταξύ του ποδιού και του ποδιού κάνει δύσκολη την εξήγηση. Προσέξτε, ιδιαίτερα, να μη σηκώσετε ταυτόχρονα το πόδι και το πόδι).
Αφού φτάσετε μ' αυτόν τον τρόπο στο δεύτερο σκαλοπάτι, είναι αρκετό να επαναλάβετε διαδοχικά τις κινήσεις για να βρεθείτε στο τέλος της σκάλας. Από κει η κάθοδος είναι εύκολη, και γίνεται μ' ένα ελαφρό χτύπημα του τακουνιού που σταθεροποιεί τη σκάλα στο μέρος που βρίσκεται, απ' όπου δεν πρόκειται να κουνηθεί μέχρι την ώρα που θα κατεβείτε."
(Χούλιο Κορτάσαρ, Οι ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, Μετάφραση: Ελένη Χαρατσή, Εκδ. Ύψιλον, 1996, σ. 22-23)

Τίτλος τραγουδιού: Πρωϊνή γυμναστική - Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης - Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης - Δίσκος : Μικροαστικά 1973

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=87RGw90VbVM

Το παραλήρημα ενός επίδοξου αναρριχητή

- Τι ονομάζουμε "σκάλα;" (ιταλική λέξη)
- Τι είναι η "κλίμακα;" (ελληνική λέξη)
- Σκάλα είναι, όπως και η κλίμακα, μια δομή, κατασκευασμένη από μάρμαρο, γρανίτη, σίδερο, ξύλο και γυαλί -ή συνδυασμούς αυτών των υλικών- και αποτελείται από μια διαδοχική σειρά μικρότερων επιπέδων που ονομάζονται σκαλιά και οδηγούν σε ένα «άλλο» επίπεδο.
- Ποιος είναι ο σκοπός κατασκευής μιας σκάλας;
- Η σκάλα, φαίνεται να κατασκευάστηκε για να επιτρέπει σε ανθρώπους να προσεγγίζουν ανώτερα -υψομετρικά- επίπεδα από αυτό που ήδη βρίσκονται και εκκινούν, δηλαδή, από το ισόγειο ή το υπόγειο. Απώτερος στόχος της κατασκευής μιας σκάλας είναι, ο άνθρωπος, να αγγίξει την αυτοπραγμάτωσή του ή -αν αυτό του φαίνεται κάπως κουραστικό- έστω, μια ιδεοληψία του Θεού. Γι αυτό κτίστηκε ο Πύργος της Βαβέλ .  γι αυτό κατασκευάζονται και οι σύγχρονοι ουρανοξύστες.
- Μπορεί, η σκάλα, να έχει κατασκευαστεί από τη φύση ή από ζώα;   
- Μάλιστα, μπορεί!
- Όταν εκρήγνυται ένα ηφαίστειο, η λάβα χύνεται από τις πλαγιές του βουνού και κυλάει συνεχώς. Επειδή η λάβα ρέει κατά κύματα, μόλις κρυώσει και στερεοποιηθεί, σχηματίζει ωραία, γυαλιστερά, πλατιά «σκαλοπάτια» τόσο μεγάλα και λαμπερά που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε ποτέ να κατασκευάσει. Θα έχετε παρατηρήσει, τα θαυμάσια γλυπτά της φύσης, σε απόκρημνους βράχους, που οδηγούν στη θάλασσα. Θα μπορούσαμε, ίσως,  να περιμένουμε τη φύση να «δημιουργήσει» και να γλυτώσουμε τον κόπο της κατασκευής μιας σκάλας, αλλά τα ηφαίστεια εκρήγνυνται κάθε διακόσια, πεντακόσια, χίλια ή χιλιάδες χρόνια. Επομένως δε μπορούμε να περιμένουμε τόσο .  δυστυχώς, πρέπει να δραστηριοποιηθούμε μόνοι μας!
Καθόλου, για παράδειγμα, δε θα μπορούσε να με βοηθήσει ένα ηφαίστειο να ανεβώ στον επάνω όροφο της κατοικίας μου όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Αντίθετα, πολύ περισσότερο θα με διευκόλυνε η ζηλοφθονία ενός συγγενούς μου,  όταν με επισκέπτεται απρόσκλητος στο νέο μου σπίτι, και του λέω -ανεβαίνοντας στο επάνω πάτωμα- πως πρέπει να ετοιμαστώ γιατί με περιμένουν, ενώ εκείνος πολύ «χαίρεται» που δεν μένω σε ενοίκιο!
Αλλά και τα ζώα χρησιμοποιούν σχοινένιες σκάλες και, μάλιστα ασκούνται, αξιοποιώντας τα κλαδιά σαν σκαλοπάτια για να ανεβούν σε ψηλότερα σημεία των δέντρων και ν’ αποφύγουν τους εχθρούς ή να συναντήσουν την οικογένεια και τους φίλους τους.
- Είναι, όμως, η ανάβαση μιας σκάλας, η κατάλληλη άσκηση για όλους τους ανθρώπους;
- Θα έλεγα, πως όχι .   είναι, μάλλον, η πρέπουσα δοκιμασία μόνο για τους αποφασισμένους να αναβαθμίσουν τη ζωή τους, για τους φιλόδοξους, τους ανεξάρτητους και τους τολμηρούς.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να σύρεις τα βήματά σου, κάθε πρωί, στα γκρίζα πεζοδρόμια μιας μεγαλούπολης, στις τσιμεντένιες αποβάθρες του Ηλεκτρικού σιδηροδρόμου ή στα γρανιτένια δάπεδα του Μετρό. Τα πόδια σου -και το ένα και το άλλο- «πηγαίνουν» σχεδόν μόνα τους, σαν από συνήθεια, ακολουθώντας την ίδια καθημερινή διαδρομή, αλλά όταν πρόκειται να ανεβείς μια σκάλα, τότε τα πράγματα αλλάζουν .  αρχίζεις να σκέφτεσαι : που θέλω ν’ ανεβώ; αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω; Λες, να το τολμήσω; Συνήθως το αποφεύγεις, μα καμιά φορά γίνεσαι παράτολμος : Όχι, θ’ ανέβω κι ας ιδρώσω κι ας λαχανιάσω κι ας κινδυνέψω να πάθω ανακοπή! Είναι μεγάλη η πρόκληση! Ύστερα -αν ζήσεις- θα έχεις να θυμάσαι πόσο περήφανος αισθάνθηκες, εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές!
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Εδώ και διαρκώς!


 
Αναρρωτιέμαι: αλλάζει η οπτική μας γωνία παρατηρώντας τα πράγματα, με το πέρασμα του χρόνου; Εμείς, μόνοι, καθορίζουμε απόλυτα την πορεία της ζωής μας; Γεννιόμαστε και παραμένουμε οι ίδιοι με μικρές αλλαγές ή υπάρχει σαφές και προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα (μοίρα) το οποίο επαληθεύουμε, συνήθως, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι το υπηρετούμε;
Θυμάμαι, στο σχολείο, όταν ο καθηγητής ή η καθηγήτρια "σήκωνε" κάποιον "στον πίνακα", για να πει το μάθημα και αυτός ήταν "μισο-διαβασμένος" η συνηθισμένη απάντησή του στην προτροπή του διδάσκοντος: 'Άρχισε!" ήταν: "Από που ν' αρχίσω, από την αρχή;" και η περιπαικτική απάντηση ήταν δεδομένη: "Άρχισε από όπου θέλεις ' άρχισε από τη μέση!". Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα ήμουνα καλός μαθητής, αλλά όχι άριστος και αυτό συνέβαινε γιατί δεν μάθαινα γρήγορα με την τυπική διαδικασία, δηλαδή από τα βιβλία ή την παράδοση του μαθήματος από τον διδάσκοντα, αλλά με το βιωματικό τρόπο, δηλαδή με επισκέψεις σε μουσεία, εκπαιδευτικούς περιπάτους ή εκδηλώσεις και εκδρομές. Παρόλα αυτά, επιτρέψτε μου να αρχίσω από την αρχή.
Θα πρέπει να ήμουνα μηνών ακόμα μωρό, όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι του Μάνου Χατζηδάκη "Κάπου υπάρχει η αγάπη μου" σε μια παραμυθένια, όπως φάνταζε στα μάτια, στα αυτιά και στη μύτη ενός νηπίου, εποχή (1958-1965), όπου η μουσική  έδειχνε να γράφεται για παιδιά, αλλά συγκινούσε ιδιαίτερα τους μεγάλους. Από τη μια πλευρά, η ευωδιά των γιασεμιών σε κάθε γειτονιά, η αίσθηση της υγρασίας στις υπόγειες καρβουναποθήκες που λειτουργούσαν και σαν ταβερνάκια, η ξεχωριστή οσμή του κρασιού στα νέα βαρέλια, αλλά και η ιεροτελεστία του κυριακάτικου τραπεζιού, όπου μαζευόταν όλο το σόϊ, διόγκωναν τον μύθο μιας πλατιάς κοινωνικής συλλογικότητας. Από την άλλη πλευρά, κατά τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας, η πολεμική ατμόσφαιρα των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων και της διαρκούς πολιτικής αναταραχής που οδήγησε στο δυστύχημα της Επταετίας, κατέστρεφε τη μακαριότητα του παραμυθιού, με προσγείωνε σε μια βάρβαρη καθημερινή, επαναληπτική ζωή, όπου ο μύθος εμπλεκόταν κι ύστερα παραμορφωνόταν από τα γρανάζια των μοντέρνων καιρών. Έτσι, μέσα στα χρόνια, αισθανόμουνα διαρκώς  την ανάγκη να αναζητήσω  τον χαμένο παράδεισο της παιδικής αθωότητας. Να γιατί, χρησιμοποιούσα τα παλιά τραγούδια ως  ιστοσανίδα για να ταξιδέψω πίσω στον "χαμένο" τόπο.  
Όλο αυτό το πολιτισμικό υλικό των εικόνων, των ήχων και των μυρωδιών -αποδεικνύεται από τα πράγματα- πως δεν χανόταν, αλλά συσωρευόταν στη μεγάλη αποθήκη του ασυνειδήτου μου και κάποια στιγμή στα χρόνια της εφηβείας  (13-14 ετών) ξεχείλισε και άρχισε να βάφει με λέξεις τα προκλητικά, λευκά χαρτιά, που βρίσκονταν πάνω στο πρώτο, ολοκαίνουργιο και μόνο γραφείο που είχα αποκτήσει ποτέ -ως δώρο- από τους γονείς μου! Ήταν η εποχή που άρχισα τις "καταχρήσεις" ή μάλλον τη μία "κατάχρηση"  ' να γράφω! Η τελετουργία διαρκούσε από τις 8 ως τις 12 τα μεσάνυχτα ή και την πρώτη ώρα της νέας ημέρας, ενώ μέχρι τότε ήταν κανόνας απαράβατος στις 9 η ώρα το βράδυ, να έχω ήδη αποκοιμηθεί!
Τίτλος πρώτου ποιήματος: "Ψάχνοντας τη χαρά". Αυτή είναι η μικρή ιστορία του: Ένας λαϊκός συνθέτης -δεν ρώτησα ποτέ το επώνυμό του- είχε ζητήσει από τον πατέρα μου να γράψει στίχους, σε μια εποχή που ήταν άνεργος. Ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικός στο να κατασκευάζει πράγματα με τα χέρια του, υπήρξε βαθιά μουσικόφιλος, αλλά δεν μπορούσε να "γράψει". Έτσι, λοιπόν, αυτό το πρώτο σχεδίασμα έγινε με σκοπό να "δείξω" στον πατέρα μου, πως μπορεί να είναι οι στίχοι ενός ποιήματος, που πρόκειται να μελοποιηθεί! Θα πρέπει να δηλώσω ότι τον απογοήτευσα: το στιχούργημά μου δεν ήταν γραμμένο σε ρυθμό ζεϊμπέκικου, δεν ήταν χασάπικο, ούτε κάν τσιφτετέλι! Πολύ αργότερα έμαθα, πως -αν διορθωνόταν- θα μπορούσε να είναι μια ευαίσθητη μπαλάντα! Δεν είχα συνειδητοποιήσει τη διαφορά σχεδιασμού ποιήματος-στιχογραφήματος  (κουπλέ-ρεφραίν), ούτε δομικά στοιχεία όπως είναι οι ρυθμοί, τα μέτρα, και οι παύσεις" ' δεν γνώριζα να οδηγώ το "όχημα του λόγου", αλλά "καιγόμουνα" να το οδηγήσω ' συγκρούστηκα με την πραγματικότητα και μάλλον "επέζησα!". Άγνοια κινδύνου, παιδική αφέλεια, υποψία έπαρσης, επίπονη, πρωτόλυα προσπάθεια να "δώ" το μέλλον μου, με τον ίδιο τρόπο που επιχειρεί κάποιος να ατενίσει ολόκληρο τον ορίζοντα από την κορυφή ενός χαμηλού λόφου.  Παράλληλα, ενώ ήμουνα ένα πολύ κοινωνικό και αγαπητό -στην παρέα- παιδί, με έντονη συμμετοχή σε όλα τα ομαδικά παιχνίδια (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κλπ), το σταθερό μου σημείο -δημιουργικής αναφοράς- ήταν και παρέμεινε το γραφείο, η νύχτα και η φωτισμένη λάμπα που στόχευε το λευκό χαρτί. Η γραπτή εξομολόγηση ως αφετηρία μιας προσωπικής μελλοντολογίας! Παιδικές ασθένειες!
Τώρα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, έχει -προφανώς- περάσει και δεν εμπιστεύομαι τον καθρέφτη που δείχνει να "μ' έχει πάρει με κακό μάτι", αποφάσισα να "γυμναστώ", λιγάκι, πάνω στον σταθερό στίβο όπου συνήθισα να αγωνίζομαι ' στο γραφείο μου! Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον θείο μου τον Γιώργο -αδελφό της μητέρας μου-  ιδιαίτερα καλλιεργημένο άνθρωπο και αγωνιστή της Δημοκρατίας, που όταν τον ρώτησα κάποτε -όταν ήμουν 29 χρονών- πώς αισθάνεται που μεγάλωσε (τότε ήταν 78 ετών) μου απάντησε έκπληκτος και χαρούμενος ταυτόχρονα, χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, από πάνω προς τα κάτω, σα να πλενόταν: "Ξέρεις, αν δεν κοιτάξω στον καθρέφτη, δεν συνειδητοποιώ πως μεγάλωσα! Είμαι ... ας πούμε ... 23 χρονών!". Θα μου ήταν αδύνατο να ζήσω αποστασιοποιημένος σε τέτοιο βαθμό από την παρούσα φυσική μορφή μου ' αντιθέτως, μάλιστα ' ζώντας στο παρόν θα μπορούσα, ίσως, να "αποδείξω" με κάποιο τρόπο τη συνέχεια της διανοητικής μου πορείας. Αναρρωτήθηκα, λοιπόν: άν ανέβαινα πάλι στον χαμηλό λόφο και δοκίμαζα να εντοπίσω τη θέση μου και να "παρατηρήσω" το μέλλον, άραγε, τι θα έβλεπα;  Κάτι αντίστοιχο μ' εμένα, κάνουν οι μουσικοί, στο δεύτερο βίντεο, συνδέουν τον Ελληνικό πολιτισμό, όπως εκφράζεται από τη σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη "Δακρυσμένα μάτια"  με την Ασιατική μουσική κουλτούρα και αναπαριστούν -κατά τη γνώμη μου- με πειστικότητα την αίσθηση που αποπνέει  το δεύτερο ποίημά μου. Παραθέτω τις δύο εικόνες, τότε (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1973) και τώρα (Οκτώβριος 2014) ' παρακαλώ, δείτε και πείτε μου! 
Προτιμώ να ακούσω τη δική σας γνώμη, γιατί γνωρίζω, εκ των προτέρων, πως θα με λυπηθήτε και δε θα μου πείτε "όλη την αλήθεια" σχετικά με τις καλλιτεχνικές μου δυνατότητες, ενώ εγώ, με τον εαυτό μου, είμαι ανελέητος! Ως απόγονος ανθρώπων της Ιωνίας που κληρονόμησε την έντονη αγάπη για τη ζωή και τον βαθύ αυτοσαρκασμό, δεν φοβάμαι τη γελοιοποίηση, γι αυτό νομίζω πως σπάνια γελοιοποιούμαι '  χωρίς να είμαι απολύτως βέβαιος!
 
Ψάχνοντας τη χαρά
 
Μια φορά, θα πάω κάπου
λίγο αόριστα, μ’ αληθινά
σε δρομάκια του έρωτα, κάπου,
που να υπάρχει ζωνταν’ η χαρά!
 
Στης ζωής το μουράγιο ακουμπάω,
λίγο ανήσυχος ψάχνω να βρω
τη χαρά που παντού αποζητάω,
με το πλοίο του έρωτα να δω. 
  
Ταξιδεύοντας μέρες και νύχτες
στου ονείρου τα ωραία τα μέρη
και περνώντας μυριάδες ηλιαχτίδες
η μοίρα στο πεπρωμένο θα με φέρει.

Κι όταν κάποτε το βλέπω φτάνω,
φτάνω,
απ’ το μικρό γραφικό μου καραβάκι
μια σανίδ’ ακόμ’ απομένει
τσακισμένη κι αυτή λιγάκι.
 
Κι όταν κάποτε φτάσω αυτό που θέλω
ξαφνικά στου ονείρου την άκρη,
στη σκληρή πραγματικότητα μπαίνω
κι απ’ τα μάτια μου κυλάει ένα δάκρυ.

Με συντρίμμια ελπίδες
κι αναμνήσεις ηλιαχτίδες
παίρνω το γνωστό ανηφορικό δρομάκι,
με καρδιά τσακισμένη λιγάκι.

Και προχωρώ μέσ’ στο στενό, παλιό δρομάκι,
χωρίς όνειρα κι ελπίδες για ζωή,
με εφόδιο το τριμμένο μου σακάκι,
τον παλιόφιλο το μόνο στη ζωή.
                    
Μια φορά σ’ έναν καιρό
 
Μια φορά θα πάω κάπου, σ’ έναν τόπο αληθινό
να περιδιαβώ μονάχος κάποιον άγνωστο οικισμό.
Πρώτη φορά, έν’ απόγευμα χρυσό καλοκαιριού,
που ο ήλιος θά ’χει γύρει κουρασμένος
και το ανθρώπινο μελίσσι
την πορεία θα ’χει πια αποφασίσει,
να συναντήσει τον κατάφωτο καιρό.
 
Ταξιδεύοντας, μερόνυχτα και νύχτες
ανάμεσα σ’ όνειρα κι αποθυμιές και θύμησες,
μύρια σπαθιά -του ήλιου ακτίνες-
τη σκέψη μου διακρίνουν
για να με φέρουν στο μοιραίο σκοπό,
στον αυτονόητο στόχο,
στη μήτρα που θα γεννηθώ,
στη γη που θα φυτρώσω.
 
Ίσως δεν ήταν τόσο μακρινό
κι έρημο το νησί μου,
κι ούτε έχει απάτητα βουνά και σκοτεινές χαράδρες .
μα ένα ξύλινο σκαρί
- καλοβαμμένο ωστόσο -
με χρώματα απαλά κι αέναες αποχρώσεις,
καράβι καλοτάξιδο που μύριζε ρετσίνι
και χώμα μετά τη βροχή,
-οργή και καλοσύνη-
την άγκυρά του σύρει,
τ’ όραμα ξεδιαλύνει,
κι όλο αμφιταλαντεύεται:
«μ’ αφήνει - δε μ’ αφήνει»
να ξεμακρύνω, να σωθώ,
να βρω τη λησμοσύνη.
 
Στην άκρη της στεριάς την τελευταία,
κάθομαι με τα πόδια ν’ ανεμίζουν στο κενό,
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα,
κρέμομαι από το βράχο,
άρχισα να κραυγάζω με θυμό,
τόλμησα, με λύσσα να χειρονομώ,
συνέχισα, νωχελικά να ψιθυρίζω
κι όταν ο ήλιος βυθιστεί αργά μέσ’ στα νερά,
λέω πως είναι σε πια καιρός
σε άπειρους λυγμούς ν’ αναλυθώ,
να υπαινιχθώ πως έμαθα,
-επιτέλους- να χωρίζω.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
(Γ. Χατζηαποστόλου)
 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Σύν-χρονος έρωτας



Sonnet XCVII
By William Shakespeare (1564-1616)

How like a winter hath my absence been
From thee, the pleasure of the fleeting year!
What freezings have I felt, what dark days seen!
What old December's bareness everywhere!
And yet this time remov'd was summer's time,
The teeming autumn, big with rich increase,
Bearing the wanton burthen of the prime,
Like widow'd wombs after their lords' decease:
Yet this abundant issue seem'd to me
But hope of orphans and unfather'd fruit;
For summer and his pleasures wait on thee,
And thou away, the very birds are mute;
Or if they sing, 'tis with so dull a cheer
That leaves look pale, dreading the winter's near.


Σονέτο 97
(Μετάφραση από τον Διονύση Καψάλη)
 
Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα·
πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης
ήταν για μένα, και καρπός χωρίς πατέρα·
το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
Κι αν κελαηδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
 
  
Οι δύο εποχές μιάς ψυχής  

Φυσάει χειμώνας στην ψυχή μου που νηστεύει
αιθέρια χάδια, βλέμματα, σιωπές,
απ' τον καιρό που έχεις φύγει μένουν άδεια
τα μάτια και τ΄αυτιά μου, απ' αγκαλιές.
Συνήθισα να ψηλαφίζω στο σκοτάδι
γνώριμα πρόσωπα και άγνωστες πληγές
και στην αρχή του χρόνου, πλησιάζω
ήλιο καυτό και παιδικές φωνές.
Ψάχνω για το φθινόπωρο, την άνοιξη λατρεύω
σα γυναικεία θεότητα π' όλους τους απωθεί,

υπόσχομαι -στον ύπνο μου- να πάψω να γυρεύω
μιαν ανθισμένη μυγδαλιά με φύλλωμα δασύ.
Θέλω να είμαι έτοιμος την ώρα του θανάτου,
καθόλου να μη λυπηθώ που φεύγω απ' τη ζωή,
να συμφωνήσω πια να ζω, μόνο με τ' άνω άκρα
και να σφουγγίσω με χαρά, τα φρύδια της ψυχής.
Χωρίς εσένα, έμαθα, ν' αναζητώ τα λίγα,
μικρού πουλιού κελάιδημα, να μη με συγκινεί,
να μένω  στα χαλάσματα, να τρέφομαι με φύκια,
να ζω μέσα στην παγωνιά κι ας είμαι ιθαγενής.
 

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Καταμεσήμερο σωστό

 
 
Όλα άρχισαν μια ηλιόλουστη ημέρα του φθινοπώρου του ’14 και συνεχίστηκαν μια άλλη, χειμωνιάτικη ημέρα του ’15. Μετα-γραφή της ανακοίνωσης στο Διαδίκτυο: Το Εθνικό (χωρίς «ν») Καποδιστριακό (το ίδιο) Πανεπιστήμιο (ας μην επαναλαμβανόμαστε...θα γίνουμε στο τέλος κουραστικοί) Αθηνών (εδώ δε μπορούσα να αποφύγω το «ν» - ζητώ συγνώμη από τον Γιάνη Βαρουφάκη) διοργανώνει Σεμινάρια Επιμόρφωσης, για απόφοιτους πανεπιστημίου και για ενήλικες πολίτες στο πλαίσιο του Προγράμματος: Ακαδημία Πλάτωνος - Η Πολιτεία και ο Πολίτης. Τα μαθήματα προσφέρονται Δωρεάν! Όσες πιστές και όσοι πιστοί... προσέλθετε! Συμπλήρωσα την αίτηση συμμετοχής, την έστειλα, περίμενα λίγες ημέρες μπροστά στον υπολογιστή, την δέχθηκαν. Συμμετέχω στο Πρόγραμμα, ήδη από τον προηγούμενο κύκλο, όπως αρκετοί και αρκετές, φίλοι και φίλες.
Είδα στον χάρτη, που βρίσκεται το παλιό κτίριο της ΑΚΤΟ και ξεκίνησα ένα μεσημέρι να κάνω «αυτοψία». Η συνάντηση είχε καθοριστεί στις 12.45, δηλαδή 13.00 για τα Ελληνικά δεδομένα. Έφτασα στις 12.50 και ανεβαίνοντας με τον ανελκυστήρα με τα διαφανή τοιχώματα, είδα μια Αρμενική (;) εκκλησία κοντά στο κτίριο. Μου αρέσει να κινούμαι σε χώρους που δεν περιορίζουν το βλέμμα μου. Αν δεν ντρεπόμουν, λόγω ηλικίας, μήπως «συλληφθώ», θα ανεβοκατέβαινα -χωρίς λόγο- για να χαρώ τη θέα! Πέρασα από το παλιό κτίριο σε μια καταπράσινη αυλή που είχε κατακυριευθεί από αναρριχητικά φυτά και παρατήρησα πως στην κορυφή του φοίνικα υπήρχε μια φωλιά περιστεριών.  Βρέθηκα να διασχίζω τον διάδρομο - βεράντα ενός σύγχρονου κτιρίου κατασκευασμένου από συμπαγές μπετόν και ασοβάντιστα -για λόγους μοντέρνας αισθητικής- τούβλα όπου απουσίαζαν οι οξείες γωνίες και κυριαρχούσαν οι καμπύλες.  Αυτός μάλλον ήταν ο λόγος που μου φάνηκε αρκετά φιλικό.
Μπήκα σε μια «α-ταξία» με πολλές γυναίκες -περισσότερες από 30, υπολόγισα- και έναν-δυό άντρες. Ωραία! σκέφτηκα. Κάτι σημαντικό θα γίνει, με μια τέτοια σύνθεση! Με την είσοδό μου στην αίθουσα, κατευθύνθηκα αριστερά, δηλαδή στη φυσιολογική μου θέση, απέναντι από τον πίνακα και κάθισα σε ένα σκαμνί με στρογγυλή βάση -σχεδόν στο κέντρο της αίθουσας- δίπλα σε μια κυρία που είχε δέσει το άγχος της σε κότσο. Ελάχιστα λεπτά, αργότερα, ένα κορίτσι με πυρόξανθα μαλλιά, σοβαρά μάτια και ένα αυστηρό προσωπάκι, μας ζήτησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο να συστηθούμε και να μιλήσουμε για τους λόγους που μας οδήγησαν να επιλέξουμε τη συγκεκριμένη ενότητα, με την παρούσα διδάσκουσα. Όταν ήρθε η σειρά μου, είπα: «Με λένε Γιώργο, όπως λέει και το τραγούδι» (ακούστηκαν αυθόρμητα γέλια) «και επέλεξα την ενότητα γιατί στην περίληψη/εισαγωγή της, διάβασα πως θα ασχοληθούμε κυρίως με δύο μορφές τεκμηρίων πολιτισμού -κείμενα και κτίρια- και όχι με όλες τις μορφές των επιστημών και των τεχνών (πράγμα αδύνατο, για τις 10 εβδομάδες διάρκειας του προγράμματος)». Off the record, έχω να δηλώσω πως εμπιστεύομαι τους ανθρώπους -ειδικά, τους δασκάλους- που δεν υπόσχονται «τον ουρανό με τ’ άστρα» παρά μόνο ορισμένα άστρα. «Ακόμη»,  συνέχισα, «διάβασα τα επώνυμα των Σαίξπηρ. Τζόυς, Προυστ και μια προτροπή: Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει!» Το σπίτι μου είναι γεμάτο βιβλία, από τα οποία είναι ζήτημα εάν έχω διαβάσει τα μισά και πολύ θα ήθελα, με την κατάλληλη καθοδήγηση -να καλύψω, όσο μπορώ- τον χαμένο χρόνο». Το επώνυμο της διδάσκουσας μου θύμισε το δέντρο που επιμένει να ανθίζει στη μέση του χειμώνα και προαναγγέλλει σταθερά την άνοιξη .  την αμυγδαλιά, ή «μυγδαλιά», όπως την έλεγε ο αείμνηστος πατέρας μου!
Η καθηγήτρια δεν στάθηκε λεπτό, πίσω από την έδρα, αλλά άρχισε να κινείται στο διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις μας και να κάνει ένα τεστ απομνημόνευσης θέλοντας να συγκρατήσει τα ονόματά μας -αν ήταν δυνατόν- ακόμα και με την πρώτη φορά που τα άκουγε! Προς μεγάλη μου έκπληξη, με τη δεύτερη ανάγνωση, τα είχε καταφέρει! Συναισθάνθηκα να μου αναγνωρίζουν ταυτότητα ανθρώπου και έπαψα να είμαι ένα μέρος μιας ομοιόμορφης μάζας μαθητευομένων. Κάποιες συνάδελφοι δυσανασχέτησαν με την επιμονή της διδάσκουσας να συγκρατήσει άμεσα στη μνήμη της τα ονόματά μας, αλλά η ενόχληση παραμερίστηκε αμέσως όταν η καθηγήτρια άρχισε να απευθύνεται σ’ εμάς προσωπικά και στον ενικό, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια! Έκανα τον σταυρό μου και προσπάθησα να μη χαμογελάω συνεχώς, γιατί κάτι τέτοιο θα μπορούσε να παρεξηγηθεί. Έχοντας υπόψη μου την ετερόκλητη σύνθεση των συμμετεχόντων σε άλλες Θεματικές Ενοτήτες, ψιθύρισα: Επιτέλους! Εδώ είμαστε! Να, μια διδάσκουσα που γνωρίζει αρκετά καλά τον εαυτό της, ώστε να μη φοβάται να γνωρίσει τους άλλους και έχει -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια- εξαιρετική αίσθηση του μέτρου όσον αφορά τα όρια των σχέσεων διδάσκοντος-διδασκομένου! Εγκαθιδρύθηκε στην τάξη μια δημοκρατία, βασισμένη σε έναν απροκάλυπτο «παιδικό αυταρχισμό», με το «έτσι θέλω» να σας γνωρίσω/«έτσι πρέπει» να γνωριστούμε, και παρόλα αυτά ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος!   
Κατά τη διάρκεια, αυτών των σχεδόν τριών μηνών που διήρκεσε ο κύκλος των μαθημάτων, γνωριστήκαμε καλύτερα, διαβάσαμε/συγκρίναμε κείμενα, είδαμε μια θεατρική παράσταση και  ακολούθησε μια εξαιρετικά δημιουργική συζήτηση στην αίθουσα. Οι περισσότεροι από εμάς διαφωνήσαμε με τον τρόπο παρουσίασης της παράστασης από τον σκηνοθέτη. Η διδάσκουσα είχε διαφορετική άποψη από εμάς και υπερασπίστηκε με πολύ διακριτικό τρόπο την παράσταση. Έπνιξε έναν λυγμό τη στιγμή που θυμήθηκε τον αγαπημένο τους φιλόλογο -αυτής και των συμμαθητών της- και εξαιρετικό παιδαγωγό Π. Οικονόμου που «έφυγε» προσφάτως και είχε, προφανώς, εμπνεύσει πολλά παιδιά, ανάμεσα σε αυτά και τον σκηνοθέτη της παράστασης. Ακόμα και τις στιγμές που ήταν έτοιμη να εκραγεί, απόσβενε τον θυμό με ένα ελαφρό κοκκίνισμα στο πρόσωπό της και μου έριξε μια άγρια ματιά, αλλά απόλυτα ελεγχόμενη, επειδή επέμενα να διαφωνώ. Είναι πρωτόγνωρο, για μένα, το φαινόμενο να με διδάσκει ένα πλάσμα που συνδυάζει την παιδική αθωότητα της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και την επαναστατικότητα της Janis Joplin! Ήταν ολοφάνερο πως σεβόταν το δικαίωμά μας να διαφωνούμε, ακόμα και χωρίς να συνεισφέρουμε αδιάσειστη τεκμηρίωση των ισχυρισμών μας.
Τα τετράωρα των μαθημάτων μας κυλούσαν αβίαστα και ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο των συναδέλφων γυναικών που άρπαζαν και φιλούσαν(!) την καθηγήτρια στο τέλος των συναντήσεών μας, αιφνιδιάζοντάς την, αρκετές φορές! Δεν καταλάβαινε γιατί προκαλούσε τόσο έντονα συναισθήματα αγάπης και αποδοχής από τους «μαθητές» και τις «μαθήτριές» της, γιατί αισθανόταν ότι απλά έκανε το καθήκον της και αυτό ήταν να διδάσκει. Έτσι, το «οικονομικό»,θα έλεγα, σωματικό της μέγεθος, διευκόλυνε κάτι τέτοιες «αυθαιρεσίες!» Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο αισθανόμαστε την ανάγκη να αγκαλιάσουμε τα μικρά «σοφά» παιδιά κάποιες στιγμές που μας αφήνουν άφωνους με τις ώριμες απόψεις τους. Αν υπήρχε ενσυναίσθηση της αθωότητας τότε δεν θα υπήρχε αθωότητα. Πάντως, αυτό που συνέβη στις δύο τελευταίες συναντήσεις μας, δεν περιγράφεται!
Η προτελευταία μας συνάντηση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στη Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας, αλλά η βροχή μας οδήγησε στον χώρο του σταθμού του Μετρό στο Μοναστηράκι. Διαβάσαμε συγκινημένοι και συγκινημένες, σονέτα του Σαίξπηρ -από την θαυμάσια μετάφραση του Διονύση Καψάλη- δίπλα στην κοίτη του Ηριδανού, όπου τρέχει ακόμα λιγοστό νερό! Σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίασης, οι συρμοί του τραίνου συντονίστηκαν με τον ρυθμό ανάγνωσης των «τραγουδιών» έτσι ώστε να φθάνουν και να φεύγουν στην ώρα των διαλειμμάτων της ανάγνωσης! Όπως παρατήρησε πρώτη, η αδελφή μιας συναδέλφου που βιντεοσκοπούσε τη συγκέντρωσή μας, τη στιγμή, ακριβώς, που η ανάγνωση κάποιου σονέτου τελείωσε με μια αναφορά σε ακορντεόν, ακούστηκε από την αποβάθρα ακορντεόν, μάλλον από κάποιους πλανόδιους μουσικούς! «Βαγγελίστρα μου, η φωνή της!», όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Αυλωνίτης για τη λατέρνα του, στην αγαπημένη ταινία: «Λατέρνα φτώχια και γαρύφαλλο».
Υποκλινόμαστε στο θαύμα της ελεύθερης επικοινωνίας και ευχαριστούμε όποιον μας βλέπει από εκεί  πάνω, ψηλά και «σκηνοθετεί» για χάρη μας, τέτοιες στιγμές!
Με την ολοκλήρωση του κύκλου, συναντηθήκαμε στον χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Μετά από μια σύντομη περιήγηση, -όχι ξενάγηση- όπως φρόντισε να μας τονίσει η ενήλικη διδάσκουσα με το αυστηρό παιδικό προσωπάκι, βρεθήκαμε να πίνουμε καφέ σε ένα πολιτιστικό στέκι, εκεί κοντά. Διαβάσαμε ποιήματα, μιλήσαμε για τη ζωή, για τον θάνατο, για την αγάπη, για τον έρωτα, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την τύχη, για τον Θεό. Οι περισσότεροι είχαν να διηγηθούν μια προσωπική ιστορία όπου πλησίασαν, με κάποιο τρόπο, πολύ κοντά στον θάνατο και γι αυτό εκτιμούν αφάνταστα τη ζωή. Περάσαμε τρεις ώρες, παρέα, χωρίς να το καταλάβουμε, μέχρι τη στιγμή που ο υπεύθυνος του καταστήματος άρχισε να μας κοιτάζει επίμονα ντύνοντας την ενόχλησή του με ένα απροκάλυπτο χαμόγελο. Χαιρετηθήκαμε με μερικές φίλες της ομάδας που αποχώρησαν και πήραμε το λεωφορείο από την Ακαδημία Πλάτωνος, καταλήγοντας στην Ομόνοια. Η διδάσκουσα, νομίζω, πρότεινε να πάμε για γλυκό: Λουκουμάδες! Η πρόταση εγκρίθηκε ομόφωνα! Ψάξαμε να βρούμε το κατάστημα του Κτιστάκη στη γωνία Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου, αλλά φάνηκε πως το είχε κλείσει «η κρίση». Δε μπορεί! Το Σύμπαν ήταν μαζί μας . το λουκουματζίδικο όφειλε να είναι στη θέση του και ανοιχτό! Χωρίς να χάσουμε το κουράγιο μας, συνεχίσαμε να βαδίζουμε και, πράγματι, λίγα μέτρα πιο πέρα, συναντήσαμε το κατάστημα να λειτουργεί, σε νέα διεύθυνση! Ακολούθησε καινούργιος κύκλος συζητήσεων για τις ανθρώπινες σχέσεις και τους τρόπους αναζήτησης της αρμονίας των σχέσεων στον ακαδημαϊκό χώρο. Σε, σχετικά, ελάχιστο χρόνο καταφέραμε να γνωριστούμε καλύτερα και στη συνέχεια δώσαμε ραντεβού να συναντηθούμε την πρώτη ημέρα του νέου κύκλου μαθημάτων στην ίδια αίθουσα, την ίδια ώρα. Ύστερα χωριστήκαμε, λίγο αμήχανοι, μπροστά στις κυλιόμενες σκάλες της Ομόνοιας. Η διαχείριση των χωρισμών κάθε είδους είναι δύσκολη υπόθεση. Δεν παραλείψαμε να υπογράψουμε το δελτίο παρουσιών ο καθένας και η καθεμιά με το Όνομά του/της!
«Είναι κάτι σταυροδρόμια, μαγεμένα, που συναντιόμαστε...», λέει το γνωστό  τραγούδι!  Με αφορμή μια τέτοια ουσιαστική επικοινωνία, σε διδακτικές ενότητες όπως αυτή που μόλις ολοκληρώθηκε (Τεκμήρια πολιτισμού : μνήμη και προοπτική) επιβεβαιώνουμε, πως είμαστε κάτι περισσότερο από φυσικές παρουσίες . είμαστε ζωντανά πρόσωπα!    
 Γιώργος Δημητρίου Χ.