Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Αναζητείται συμφιλίωση Θρησκείας και Επιστήμης


Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια μιας σειράς αιώνων από τον πρώτο έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα, ο χριστιανισμός είχε αρκεστεί στην "αφελή διαβεβαίωση" της χριστιανικής πίστης έως και την περίοδο του μεσαίωνα και μορφοποιούσε την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου. Κατά τον 16ο αιώνα η πειραματική επιστήμη αναδομήθηκε και βασισμένη στο λογικό και την ελευθερία που απορρέει από αυτό, απελευθέρωσε τον άνθρωπο από προαιώνιες δεσμεύσεις.

Η Εκκλησία αδυνατώντας να αποδείξει το δόγμα της σχετικά με την ύπαρξη του Θεού κσι την αρχική διαδικασία της δημιουργίας του κόσμου, περιχαρακώθηκε και υποστήριξε την πίστη ως μια αναμφισβήτητη "εντολή κατά της λογικής" (σ. 1)

Η Επιστήμη παρασυρμένη από τις ανακαλύψεις της στον φυσικό κόσμο "έγινε αγνωστικιστική στη μέθοδό της και ματεριαλιστική στις αρχές και το σκοπό της." ακολουθώντας τις αρχές του Βάκωνα και τις θετικιστικές αντιλήψεις του Κοντ και του Σπένσερ (σ. 2) Η Φιλοσοφία δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί ανάμεσα στη νέα σχέση Θρησκείας και Επιστήμης -και το χειρότερο- οι φιλόσοφοι αναζητώντας μια εντελώς "εξωτερική και υλική ιδέα για την Αλήθεια" άρχισαν να σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο που σκέπτονταν οι επιστήμονες.  "Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως η εποχή μας αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη της ανθρωπότητας σαν μι αιώνια πορεία προς μια αόριστη, ακαθόριστη και για πάντα άφθαστη αλήθεια. (σ. 2) Κάτω από αυτές τις συνθήκες, "η φιλολογία και η τέχνη έχασαν την αίσθηση του θείου". (σ. 3)

Για τους θεόσοφους όμως της Ανατολής και της Ελλάδας η Αλήθεια δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή χωρίς μια συνολική γνώση του φυσικού κόσμου και εδρεύει κατ' αρχήν μέσα στην πνευματική ζωή της ψυχής. (σ. 4) Οι θεόσοφοι αυτοί δεν ήσαν αυστηροί θεωρητικοί, αιθεροβάμονες ή απομονωμένοι μοναχοί, αλλά άνθρωποι της δράσης, που εφάσμοσαν την σφαιρική γνώση που κατάκτησαν επίπονα σε μακρόχρονες σπουδές μύησης, μέσα από τη λειτουργία της εσωτερικής σκέψης, στον πραγματικό, καθημερινό, κοινωνικό κόσμο.Τα ονόματά τους είναι: Ράμα, Κρίσνα, Βούδας, Ερμής, Ορφέας, Μωυσής, Πυθαγόρας, Ιησούς. (σ. 4)  Από όλα αυτά συμπεραίνεται πως υπάρχει, κατά τον Λάϊμπνιτς, "ένα είδος αιώνιας φιλοσοφίας που συνιστά  τον πρωταρχικό δεσμό επιστήμης - θρησκείας και την τελική τους ενότητα."(σ. 8) 

Η αρχαία θεοσοφία που διδασκόταν στις Ινδίες, στην Αίγυπτο και την Ελλάδα διαιρούνταν γενικά σε τέσσερις κατηγορίες

1) Την Θεογονία ή επιστήμη των απόλθτων αρχών, ταυτόσημη με την Επιστήμη των Αριθμών που εφαρμοζόταν στο σύμπαν και στα ιερά μαθηματικά.Η Θεουργία, η υπέρτατη τέχνη του μάγου, τόσο σπάνια όσο και επικίνδυνη,  η τέχνη της επίτευξης συνειδητής επικοινωνίας της ψυχής με τα διάφορα τάγματα των πνευμάτων και της επίδρασής του πάνω σε αυτά.

2) Την Κοσμογονία, επίτευξη των αιώνιων αρχών μέσα στον χώρο και στο χρόνο. Η Ουράνια Γενεθλιακή ή αστρολογία ή η τέχνη της ανακάλυψης της σχέσης ανάμεσα στα πεπρωμένα των λαών ή των ατόμων και στις κινήσεις του σύμπαντος που σημειώνονται από τις περιστροφές των άστρων.

3) Την Ψυχολογία, συγκρότηση του ανθρώπου. Εξέλιξη της ψυχής διαμέσου της αλυσίδας των υπάρξεων.Οι Ψυχουργικές Τέχνες που αντιστοιχούσαν στις δυνάμεις της ψυχής: μαγεία και μαντεία.

4) Την Φυσική, επιστήμη των βασιλέων της γήινης φύσης και των ιδιοτήτων της. Μια ειδική Ιατρική, που βασιζόταν στη γνώση των απόκρυφων ιδιοτήτων των ορυκτών, των φυτών και των ζώων. Η Αλχημεία ή μεταστοιχείωση των μετάλλων, αποσύνθεση και ανασύνθεση της ύλης από τον καθολικό παράγοντα, τέχνη που εφαρμοζόταν στην αρχαία Αίγυπτο σύμφωνα με τον Ολυμπιόδωρο που την αποκαλούσε ο ίδιος χρυσοποιία ή αργυροποιία.

Όπως βλέπουμε όλες οι επιστήμες και τέχνες περιλαμβάνονταν μέσα σε αυτή τη θεοσοφία και περιλαμβάνονταν σε μια ενιαία αρχή που θα μπορούσε να ονομαστεί εξελικτικός και υπερβατικός σπιριτουαλισμός. (σ. 9) Έτσι μπορούμε να διατυπώσουμε τις ουσιαστικές αρχές της εσωτερικής διδασκαλίας:

- Το πνεύμα είναι η μοναδική πραγματικότητα. Η ύλη δεν είναι παρά η κατώτερη, η μεταβαλλόμενη,η εφήμερη έκφρασή της, η έκφραση του δυναμισμού του μέσα στο χώρο και τον χρόνο.

- Η δημιουργία είναι αιώνια και συνεχίζεται όπως η ζωή.

- Ο μικρόκοσμος - άνθρωπος είναι από την τριαδική του υπόσταση (πνεύμα, ψυχή και σώμα) η εικόνα και ο καθρέφτης του μακρόκοσμου - σύμπαντος (θείος, ανθρώπινος και φυσικός κόσμος) που είναι και το όργανο του άφατου Θεού, του απόλυτου Πνεύματος, που είναι από τη φύση του (Πατέρας, Μητέρα και Υιός (ουσία, υπόσταση και ζωή). 

- Να γιατί ο άνθρωπος, εικόνα του Θεού, μπορεί να γίνει ο ζωντανός του λόγος. Η γνώση ή ο ορθολογικός μυστικισμός όλων των εποχών είναι η τέχνη να ανακαλύπτουμε τον Θεό μέσα μας ανακαλύπτοντας τα απόκρυφα βάθη, τις λανθάνουσες ικανότητες της συνείδησης.

- Η ανθρώπινη ψυχή, η ατομικότητα, είναι αθάνατη από την ίδια την ουσία της. Αναπτύσσεται σε ένα επίπεδο που γίνεται διαδοχικό ανιόν και κατιόν, με πνευματικές και σωματικές εναλλασσόμενες υπάρξεις.

- Η μετενσάρκωση είναι ο νόμος της εξέλιξής της. Όπως η ψυχή ξεφεύγει από τον νόμο του αγώνα για τη ζωή όταν αποκτήσει συνείδηση του ανθρωπισμού της, έτσι ξεφεύγει και από τον νόμο της μετενσάρκωσης όταν αποκτήσει συνείδηση της θείας της προέλευσης.(σ. 10)

Οι μεγαλύτεροι Έλληνες μύστες ήσαν ο Ορφέας, ο Πυθαγόρας και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς. Μαθητής του Απολλώνιου υπήρξε δάσκαλος του Εμπεδοκλή. Η μέγιστη προσφορά των αρχαίων Ελλήνων στην παγκόσμια θεοσοφία, δεν υπήρξε η επινόηση από το μηδέν αλλά η διαυγής σύνθεση όρων και συμβόλων από την ινδική, βαβυλωνιακή και αιγυπτιακή θρησκευτική παράδοση. Για παράδειγμα οι όροι 'Διόνυσος΄ και 'Ασκληπιός' προέρχονται από αρχαιότερες σανσκριτικές λέξεις. Ο ίδιος ο Ιησούς είπε πως δεν ήρθε να καταλύσει τους νόμους αλλά να τους συμπλρώσει.

Ξαναγυρίζοντας στις σύγχρονες επιστήμες, διαπιστώνουμε πως οι επιστήμες αυτές τείνουν να  επιστρέψουν ακούσια, μα με ασφάλεια,στα δεδομένα της αρχαίας θεοσοφίας. (σ. 11)

Η πειραματική ψυχολογία, βασιμένη στις ιατρικές διαπιστώσεις που προέρχονται από τις μελέτες σχετικά με τον ζωϊκό μαγνητισμό, την υπνοβασία και όλες τις διαφορετικέ από την εγρήγορση καταστάσεις της ψυχής, οδηγείται στο κατώφλι  ενός άλλου κόσμου, του ίδιου του κόσμου της ψυχής, από τον οραματικό ύπνο διαμέσου της διπλής όρασης, μέχρι την έκσταση. (σ. 12)

Αν από την πειραματική ψυχολογία περάσουμε στην εσώτερη και υποκειμενική ψυχολογία της εποχής μας που εκφράζεται στην ποίηση, στη λογοτεχνία και τη μουσική, βρίσκουμε πως η ανθρώπινη ψυχή ποτέ δεν ένιωσε βαθύτερα την ανεπάρκεια, τη μιζέρια, το μή πραγματικό της παρούσας ζωής της, ποτέ δεν πόθησε με μεγαλύτερη λαχτάρα το αόρατο, το υπερπέραν, χωρίς, όμως να φτάσει στο σημείο να τα πιστεύει. (σ. 13)

Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν για να αποδείξουν πως η επιστήμη και το σύγχρονο πνεύμα προετοιμάζονται χωρίς να το ξέρουν και χωρίς να το θέλουν για μι ανασύσταση της αρχαίας θεοσοφίας, μέσα από τον συνολικό λειτουργισμό της εσωτερικής διδασκαλίας. (σ. 14) 

Δεν ακολούθησα στην ανάγνωση την χρονολογική ακολουθία των μυστών όπως καταγράφεται στη δομή του βιβλίου. Προτίμησα τη σειρά: Ερμής, Ορφέας, Πυθαγόρας, Ιησούς και ύστερα, Μωυσής, Κρίσνα, Ράμα γιατί σκοπός μου ήταν να ξεκαθαρίσω, κατά το δυνατό, την ελληνική και χριστιανιή συνέχεια των μυστών της θεοσοφίας και όχι να χαθώ περιπλανώμενος σε πανάρχαιες αρχές, τελετές και πεποιθήσεις των απαρχών της μυστικιστικής τέχνης.

Πηγή: Εδουάρδος Συρέ, Οι Μεγάλοι Μύσται, μτφρ. Β. Σκληρού, Εκδ. Δάφνος 1959, σ.σ. 456 

Επιλογή αποσπασμάτων - Σημειώσεις  (Γ. Χατζηαποστόλου)

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Με μολύβι φάμπερ νούμερο 4 Β



Όσο θυμάμαι την εκπαιδευτική πορεία μου που γινόταν τακτικά εκπαιδευτική περιπέτεια πλησιάζω αγαπημένα πρόσωπα δασκάλων, καθηγητών και καθηγητριών ...... που βρέθηκαν στον δρόμο μου ως φυσικές παρουσίες ή ως συγγραφείς βιβλίων (Δέλτα, Ζέη, Σαρή), ή ως πρωταγωνιστές / πρωταγωνίστριες  εκπαιδευτικών μεθόδων (Μοντεσσόρι, Ντιούι, Φρενέ., Φρέιρε, Γέρου...)
Χρησιμοποίησα έως τώρα στα γραπτά μου το συγκεκριμένο νούμερο του μαύρου μολυβιού για να μπορώ να διορθώσω τα πολλά λάθη μου, χωρίς να αχρηστεύω το χαρτί που το σέβομαι γιατί μου δίνει το "έδαφος" να "πατήσω" και να εργαστώ. Το στυλό είναι εργαλείο για τους έτοιμους και εγώ διαρκώς αισθανόμουν δόκιμος γραφέας και όταν ήμουν νεότερος και υπέφερα -χωρίς να το γνωρίζω- από μεγαλύτερη άγνοια του συγγραφικού κινδύνου, έγραφα κι έγραφα και έγραφα. 
Το μολύβι 4 Β είναι ένα μαλακό μολύβι που αφήνει καθαρό και έντονο ίχνος στο λευκό χαρτί και καταφέρνει να με ξεγελάσει είτε πως οι σκέψεις μου έχουν ένα καθαρό περιεχόμενο, είτε πως μπορεί να είναι αξιόλογο και ενδιαφέρον ότι γράφω για κάποιους -λίγους- ανθρώπους.
Η  Άλκη Ζέη μου άρεσε και μου αρέσει γιατί δηλώνει πως γνωρίζει ότι, δεν είναι "κούκλα", κάτι που αναγνωρίζει στην αδελφή της, δεν είναι ανταγωνιστική προς αυτή, γεγονός που αποδεικνύει από τα πρώτα παιδικά της χρόνια μια θαυμάσια συναισθηματική ισορροπία στην ενσυναίσθηση τόσο του φύλου όσο και του πολλαπλού προσωπικού ρόλου της (γυναίκα, μητέρα, κοινωνική αγωνίστρια).
Ευτύχησε να γνωρίσει και να παντρευτεί έναν άντρα μορφωμένο, βαθιά καλλιεργημένο και επίσης ιδιαίτερα πειθαρχημένο, ως μεταφραστή, σκηνοθέτη, "καλλιτέχνη" με την ευρεία έννοια του όρου που δεν παρέλειψε να είναι και ένας εξαιρετικός σύζυγος' τον Γιώργο Σεβαστίκογλου για τον οποίο έχω μιλήσει σε παλιότερο σημείωμά μου.
Είμαι υποχρεωμένος στους/στις συγγραφείς των βιβλίων που με συντροφεύουν γιατί με βοηθούν να καταλάβω πως δεν είμαι μόνος μου στον κόσμο' μου εξηγούν γιατί οι δάσκαλοι και οι δασκάλες μου επέμεναν σε ορισμένα στοιχεία της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι σε άλλα' γιατί οι συγγραφείς έκαναν τον μεγάλο κόπο να συμπυκνώσουν μέσα σε ένα βιβλίο λίγων ή αρκετών εκατοντάδων σελίδων εμπειρίες αξιών, συμπεριφορών που δεν έζησα στην προσωπική μου ζωή και, σε πολλές περιπτώσεις θα ήταν αδύνατο να ζήσω καθώς συνέβησαν ή όταν ήμουν μικρό παιδί ή όταν δεν είχα γεννηθεί ή σε χώρες που δεν επισκέφθηκα, ή σε χώρους όπου δεν ήμουν ποτέ παρών.
Τα κείμενά τους και η ειλικρινής γραφή τους μου επιτρέπουν να συμμετάσχω στη θαυμάσια ψευδαίσθηση πως ζω και έζησα πολλές ζωές και μάλιστα ως επίτιμος προσκεκλημένος σε μια γιορταστική σύναξη όπου είχε την ευγενή διάθεση να με προσκαλέσει ένας καλοπροαίρετος "σπιτονοικοκύρης".
Τη θεωρώ συγγενικό μου πρόσωπο όχι μόνο λόγω της καταγωγής από την Ιωνία αλλά, κυρίως, γιατί αντιλαμβάνεται το διάβασμα ως έκφραση παιδευτικής ελευθερίας και όχι ως άσκηση εκπαιδευτικής συμμόρφωσης. Για του λόγου το αληθές, δύο σύντομα αποσπάσματα από το βιβλίο της.
(1ο) 
Πάρτε κανένα βιβλίο κι ελάτε να διαβάσετε, φωνάζει ο μπαμπάς από τη βεράντα.
Τα βιβλία μας τα κρατούσαμε κιόλας στο χέρι. Του αρέσει να διαβάζουμε εξωσχολικά βιβλία. κι εμάς μας αρέσει. Ο μπαμπάς όμως δεν ξέρει πως διαβάζονται τα εξωσχολικά. Μας θέλει καθισμένες απέναντί του στο τραπέζι, εκείνος να διαβάζει το δικό του βιβλίο κι εμείς τα δικά μας. [...] Εμείς όμως δεν καταλαβαίνουμε τίποτα με τον μπαμπά καταντίκρυ μας. Τα μαθήματα του σχολείου μπορείς να τα διαβάζεις έτσι. Τα εξωσχολικά όμως.....
Θα γράψω μια ολόκληρη εργασία. [....] Πως διαβάζονται τα εξωσχολικά βιβλία:
1. Μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να 'σαι ξαπλωμένη ανάσκελα και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα.
2. Μπορείς να 'σαι μπρούμυτα στο κρεβάτι και το βιβλίο κάτω στο πάτωμα.
3. Μπορεί να έχεις αδελφή, να είναι εκείνη μπρούμυτα στο πάτωμα κι εσύ από πάνω της σαν να σχηματίζετε σταυρό και τα βιβλία βέβαια στο πάτωμα.
4. Το βράδυ όταν πάτε για ύπνο και σας φωνάζουν να σβήσετε το φως, να κουκουλώνεστε με τα σκεπάσματα και να έχετε ένα κλεφτοφάναρο και να διαβάζετε - αυτό μάλλον τον χειμώνα γιατί το καλοκαίρι θα σκάσετε.
5. Στην τουαλέτα μπορείς να διαβάζεις τα απαγορευμένα βιβλία." (σ.σ. 53-54)
(2ο) 
"Ήμουνα τριών χρονών [....] κρατούσα ένα βιβλίο του παππού , μπορεί να 'τανε η Οδύσσεια ή η Ιλιάδα. Το κρατούσα ανοιχτό και περπατούσα πάνω κάτω στην αυλή ... κι ανοιγόκλεινα τα χείλη μου σαν να διάβαζα. Είχα δει τον παππού να κρατάει πάντα ένα βιβλίο στο χέρι και να διαβάζει, ακόμα κι όταν έκανε βόλτες στην παραλία. Νόμιζα, φαίνεται, πως για να περπατήσει καλά ο άνθρωπος πρέπει να διαβάζει" (σ. 113)
Η Άλκη Ζέη ανήκει σε αυτό το είδος των συγγραφέων που μας χαρίζουν μια "βιβλιογραφία εμπειριών, σκέψεων και συναισθημάτων ζωής" έχοντας, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι αμφιλεγόμενες προθέσεις αλλά με θετικό πρόσημο. Θέλουν από τη μια, να μείνουν στη μνήμη μας και μετά το θάνατό τους, ώστε να κερδίσουν μια αίσθηση αιωνιότητας, όσο μάταιη κι αν είναι αυτή και από την άλλη, όσο πιο καλοί άνθρωποι υπήρξαν, τόσο περισσότερο διαυγές είναι αυτό τους το κληροδότημα στους αναγνώστες, στην τόσο ανθρώπινη πνευματική και ψυχική τους διαθήκη.
Πάντως, από την πλευρά μας (των αναγνωστών) θα πρέπει να ομολογήσω ότι "Κανείς δεν σκέφτεται το μολύβι όταν διαβάζει ένα γράμμα. Θέλει μόνο να μπει στο μυαλό αυτού που έγραψε το γράμμα. Αυτό είμαι κι εγώ στα χέρια του Θεού. '¨Ενα μικρό μολυβάκι"
Μητέρα Τερέζα (οπισθόφυλλο βιβλίου)

Πηγή: 
Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Εκδ. Μεταίχμιο 2013, σ.σ. 392.
Κάθριν Σπινκ, Μητέρα Τερέζα (Μια εγκεκριμένη Βιογραφία), Εκδ. Τσιαμπίρης - Πυραμίδα 1990, σ.σ.352.



Γιώργος Χατζηαποστόλου
 

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

Οι συνέπειες του έρωτα της αγάπης

 


Γεώργιος Βιζυηνός. 
Οι συνέπειες της παλιάς ιστορίας
Ήταν, πιστεύω, ένας λαϊκός άνθρωπος, που διάνυσε ολόκληρο το μήκος της ακαδημαϊκής εξέλιξης έως τη θέση του διδάκτορα. Η γλώσσα της γραφής του είναι η λόγια γλώσσα του τελευταίου μέρους του 19 ου αιώνα στην Ελλάδα, δηλαδή ουσιαστικά των τριών τελευταίων δεκαετιών μετά τη δημιουργία της πρώτης σχετικά σταθερής ταυτότητας του Νέου Ελληνικού Κράτους.
Έγραψε στην καθαρεύουσα με στοιχεία αρχαΐζουσας, με σκοπό, θεωρώ, να προσδώσει κύρος και καθαρότητα στη γραφή του, αλλά η λαϊκή ψυχή του είναι αυτή που δίνει πνοή στο έργο του και υπογραμμίζει σε πολλά σημεία την διάχυτη ευαισθησία του. 
Τα θέματα του άδολου και ιερού έρωτα, του θανάτου, της φυγής, της τύχης, του πεπρωμένου και της ακέραιας ηθικής ποιότητας του προσώπου ως θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνικής του υπόστασης είναι αδιαπραγμάτευτα για τον συγγραφέα. 
Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας, της λογικής και της απαισιοδοξίας, της ψυχής και του σώματος, της φιλίας, παρουσιάζονται από έναν ψυχολόγο ερευνητή που παρατηρεί ' δεν κρίνει, δεν διδάσκει, δείχνει βαθιά ενσυναίσθηση, εμπλέκεται συναισθηματικά σε σημαντικό βαθμό με την κατάσταση της ψυχασθενούς, που του παρουσιάζει ο γέρος Γερμανός καθηγητής του ως ενδεικτικό παράδειγμα μιας ψυχικά διαταραγμένης προσωπικότητας.
Θέλησα να απογυμνώσω την τυπική μορφή ενός κειμένου μιας άλλης εποχής, αλλά μιας πολύ κοντινής ιδιοσυγκρασίας, όπως αυτή του συγγραφέα, με την μεταφορά του εκτενούς διηγήματός του στη δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό σύστημα. Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τις ίδιες λέξεις με αυτόν και όπου ήταν αδύνατο τις ίδιες ρίζες των λέξεων, και δεν απέφυγα να χρησιμοποιήσω ταυτόσημες ή στενά σχετικές λέξεις της δημοτικής για να αποδώσω -όπως πιστεύω- την λαϊκή ψυχή του χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια και μάταιες - όπως, πάλι πιστεύω- αναζητήσεις ενός λόγιου κύρους που δεν θα πρόσθετε τίποτε στην πλούσια σε συναισθήματα συγγραφική του παρουσία.
Αν ήταν δυνατόν να τον συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο, θα του έλεγα, μιλώντας του στον ενικό, όχι λόγω έλλειψης σεβασμού, αντιθέτως, λόγω φανερής ψυχικής συγγένειας: κύριε Γεώργιε, μην βασανίζεσαι πια με τα τόσο οικεία σου φαντάσματα, μην κουράζεσαι να αναζητάς την αγάπη στα πολύ νέα κορίτσια, θεωρώντας πως είναι περισσότερο αθώα -ως μη φθαρμένα από την κοινωνική τριβή. Σε παρακαλώ αναζήτησε την αγάπη σε γυναίκες της ηλικίας σου -λίγο μικρότερες ή λίγο μεγαλύτερες, δεν έχει σημασία. Το καίριο στοιχείο είναι ο χαρακτήρας μιας γυναίκας, όχι η ηλικία της. Η ωρίμανση συχνά δεν συμβαδίζει με την ηλικία και εσύ έχεις ανάγκη να σε κατανοήσει και να σε αγαπήσει μια ώριμη ψυχή όχι να σε αποδεχτεί μια πεντακάθαρη νεανική μορφή.
Καληνύχτα κύριε Γεώργιε και σου εύχομαι όνειρα ελεύθερα!
Ένας αργοπορημένος φίλος και αναγνώστης σου

Πηγές
Γεώργιος Βιζυηνός, Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Εκδ. Ερατώ 2005, σ.σ. 240.
Γεώργιος Βιζυηνός, Τα Άπαντα (τόμος Α΄, Διηγήματα), Εκδοτικός Οίκος Βίβλος 1955, σ.σ. 431. 


Γιώργος Χατζηαποστόλου
 

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Μαθήματα πολιτικής ειλικρίνειας ή "με το μαλακό"

 




Το ενδιαφέρον μου και για ζητήματα διπλωματίας, με οδήγησαν να καταγράψω τις σκέψεις μου σε αυτό το μικρό κείμενο. 

Αρχίζοντας το σημείωμά μου, ας ξεκαθαρίσω πως εκτιμώ ιδιαίτερα τους ανθρώπους που πέρα από τις επαγγελματικές τους ενασχολήσεις έχουν σπουδάσει σχετικά ή έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον για χώρους της επιστήμης ή της τέχνης λίγο, πολύ ή και σχεδόν καθόλου σχετικούς με το επάγγελμά τους. Να εξηγηθώ. Ο δικηγόρος, ο δικαστής ή ο διπλωμάτης που αγνοεί βασικές αρχές ψυχολογίας, κοινωνιολογίας ή οικονομίας, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ασκήσει το επάγγελμά του με επάρκεια, πληρότητα και ανθρωπιά, ακριβώς επειδή είναι απόλυτα και ολοκληρωτικά αφιερωμένος μόνο σε αυτό. Στην περίπτωση του John Brady Kiesling, ενός Αμερικανού διπλωμάτη που παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του ως πολιτικού συμβούλου της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα το 2003, βρίσκω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του ιδανικού επαγγελματία που προανέφερα. Αφορμή γι αυτή την παραίτηση, ήταν, όπως δήλωσε ο διπλωμάτης, η άχρηστη και επιβλαβής για τα αμερικανικά συμφέροντα εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ το 2002. 

Για όποιους θεωρήσουν πως ασχολούμαι με ένα παλιότερο ιστορικό γεγονός, αποφεύγοντας να προσέξω την πολιτική επικαιρότητα, θα αντιτείνω πως η πολιτική στρατηγική της υπερδύναμης έχει σχέδιο, συνέχεια και διάρκεια και φτάνει ως τις μέρες μας, μόνο που στη θέση του Ιράκ είναι τώρα το Ιράν, η Συρία, η περιοχή των Κούρδων, η Λιβύη, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη και ο Λίβανος.

Από τον πρόλογο του συγγραφέα, συγκρατώ δύο παρατηρήσεις: οι Έλληνες φίλοι του ήταν εξαιρετικά ειλικρινείς στην ανάλυση των αδυναμιών της κοινωνίας τους και ότι ο ίδιος χρειάστηκε χρόνια για να συνειδητοποιήσει πως οι πικρόχολες ελληνικές απόψεις για την πολιτική και την ανθρώπινη φύση μπορούσαν να εφαρμοστούν στην Ουάσιγκτον με μικρές μόνο αλλαγές. (σ. 19) Κατά τον Brady για την αμερικανική εξωτερική πολιτική ο ρεαλισμός είναι μια άσχημη λέξη συνώνυμη της ιδιοτέλειας και της αδιαφορίας για τα ανθρώπινα δεινά. Οι Αμερικανοί θεωρούν πως οι ΗΠΑ είναι μια υπερδύναμη γεμάτη από υπερήφανους ιδεαλιστές διπλωμάτες που στην προσπάθειά τους να αρέσουν σε όλους και να κάνουν τον κόσμο ειρηνικό, εύπορο και δημοκρατικό, έχουν το ηθικό σθένος να βασανίζουν και να σκοτώνουν στο όνομα της ελευθερίας. (σ. 24) Κατά τη γνώμη του, σκοπός της αμερικανικής πολιτικής δεν πρέπει ς να είναι να ανατρέπουν κυβερνήσεις και να εγκαθιστούν δικτατορίες όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα το 1967 ή στην Αργεντινή έως το 1983, αλλά να στηρίζουν κυβερνήσεις, βασιζόμενοι στη συναίνεση των κυβερνωμένων (σ. 27, 307-308) Οι Αμερικανοί πολιτικοί υπηρετούσαν με ένα κυνικό ύφος το δόγμα πως "ό,τι είναι καλό για την Αμερική και για αυτούς, είναι επίσης καλό για όλη την ανθρωπότητα." (σ. 33)

Οι γραφειοκράτες του State Department αναζητώντας τον ιδεότυπο του τέλειου διπλωμάτη αντί να ενδιαφέρονται πρωτίστως για την ευτυχία και την μακροημέρευση του προσωπικού των αμερικανικών πρεσβειών, επιχείρησαν να μετατρέψουν τη διαχείριση των πρεσβειών σε διοίκηση (management) εταιρειών. (σ. 186-187) Η υποβάθμιση της διπλωματικής ικανότητας και των γνώσεων των διπλωματών για τη χώρα όπου βρίσκεται η πρεσβεία, προς όφελος γενικών γραφειοκρατικών δυνατοτήτων, είναι μια αυτοκαταστροφική έμμονη ιδέα. (σ. 188) Αλλά, παρότι βαθιά δημοκρατικός ο Brady, διαφωνεί με τον Νόαμ Τσόμσκι που προσπαθώντας να γενικεύσει και να υπεραπλουστεύσει την αμερικανική εξωτερική στρατηγική διαπιστώνει πως "υπάρχει ένας τεράστιος, θεόρατος μηχανισμός συστηματικής αμερικανικής καταστολής και εκμετάλλευσης γιατί θα ήταν αδύνατο να λειτουργεί ως τέτοιος χωρίς να γίνεται αντιληπτός από αυτούς που αποτελούν το προσωπικό του. (σ. 203)

Σε ότι αφορά τη σχέση των διπλωματών με τα ΜΜΕ, στη διάρκεια των αιώνων, κατά τον συγγραφέα, η φυλή των διπλωματών έχει διαμορφώσει μια αριστοκρατική αυτοπροστατευτική περιφρόνηση έναντι των ΜΜΕ. (σ. 286). Σε κάθε περίπτωση η δημοκρατία που οι ΗΠΑ επιθυμούν να εξαπλωθεί σ' όλο τον κόσμο δεν νοείται χωρίς πληροφορημένους πολίτες, αρκεί οι τελευταίοι να μην είναι καλύτερα ενημερωμένοι από έναν αυταρχικό πολιτικό γιατί τότε η υπερδύναμη κινδυνεύει να χάσει τις πηγές της. (σ. 305)

Όπου η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα σύνθημα ή ένα εκλογικό σκηνικό στημένο προς χάρη των ξένων δωρητών, είναι ένα σύνολο κανόνων που δίνουν δυνατή φωνή στον πληθυσμό, στο πλαίσιο του εσωτερικού πολιτικού ανταγωνισμού. (σ. 333) όσο για την επιβολή της δημοκρατίας σε επιφυλακτικούς ξένους είναι ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου, το οποίο θα έπρεπε να παίζουν οι ΗΠΑ μόνο όταν γνωρίζουν επακριβώς τι πρόκειται να κάνουν. (σ. 341) Σχετικά με το πόσο κινδυνεύουν οι ΗΠΑ από τους Έλληνες τρομοκράτες, αρκεί να αναφερθεί πως η Αμερική έχασε περισσότερους πολίτες εξαιτίας Ελλήνων οδηγών που δεν έχουν διδαχθεί να σταματούν στο STOP, παρά εξαιτίας Ελλήνων τρομοκρατών. (σ. 357)

Αξίζει να σημειωθεί πως μια σημαντική δυσκολία στην επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων πολιτών και Αμερικανών διπλωματών, αφορά τη σύγκρουση πολιτισμικών κωδίκων, όπου η αποτελεσματική επιβολή του νόμου εξαρτάται από την εμπιστοσύνη των πολιτών, τη γνώση των τοπικών ζητημάτων και από τοπικούς πληροφοριοδότες. Συχνά η τρίχρονη θητεία ενός διπλωμάτη έως ότου μετατεθεί σε έναν άλλο τόπο δεν αρκεί για να μάθει τη γλώσσα και τους πολιτισμικούς κώδικες της χώρας όπου δραστηριοποιείται, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πληροφοριοδοτών του. (σ. 377)

Αναφορικά με τη σχέση διπλωματίας και κατασκοπίας, είναι μια σχέση τεταμένης συμβίωσης. (σ. 439) Στην Ελλάδα του 1980 μέλη του κόμματος της συντηρητικής αντιπολίτευσης αρέσκονταν να πιστεύουν ότι η "αληθινή" αμερικανική πολιτική διαμορφωνόταν από τη CIA και ότι το να μιλούν με υπαλλήλους του State Depantment ήταν χαμένος χρόνος. (σ. 445) 

Σε ότι αφορά τη διαχείριση των πληροφοριών, ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι: ¨Ένα μυστικό που κρατιέται πάει χαμένο" και βεβαίως είχε δίκιο καθώς η πληροφορία είναι εμπόρευμα που μπορεί να πουληθεί έναντι χρημάτων, επιρροής, ή τουλάχιστον έναντι άλλης πληροφορίας. (σ. 446) Οι Έλληνες λένε ένα αστείο: η κατασκοπία είναι άχρηστη σε δύο χώρες, στην Κίνα και στην Ελλάδα' στην Κίνα γιατί δεν μιλά κανένας και στην Ελλάδα γιατί μιλούν όλοι. Πάντως, οι διπλωμάτες μπορούν να ανακαλύψουν μεγάλο μέρος αυτών που πρέπει γνωρίζουν, θέτοντας απλά σε δυο τρεις ανθρώπους καλοπροαίρετες ερωτήσεις βασισμένοι σε μια προσεκτική ανάγνωση των πρωινών εφημερίδων. (σ. 449)

Είναι γνωστό, κατά τον Brady πως οι ΗΠΑ είναι "σχολείο κομπίνας" και ένας μαγνήτης που έλκει τσαρλατάνους από όλον τον πλανήτη, γιατί: πρώτον, η Ουάσιγκτον είναι ο τόπος όπου συγκεντρώνεται το χρήμα του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου και λαμβάνονται οι σπουδαιότερες αποφάσεις, δεύτερο, οι Αμερικανοί εξευγενίζουν τις προκαταλήψεις και τις προτιμήσεις τους περιβάλλοντάς τες με τη μυθική φήμη του "αμερικανικού κοινού νου", τρίτο, το μέγεθος και μόνο της αμερικανικής κυβέρνησης συνεπάγεται ότι το σύστημα δεν μπορεί να λαμβάνει γρήγορα και αξιόπιστα πληροφορίες, ακόμη και αν το επιτρέπουν οι κανόνες του γραφειοκρατικού ανταγωνισμού, και τέταρτο, οι ΗΠΑ είναι μι ανοιχτή κοινωνία που διακατέχεται από την αξιέπαινη επιθυμία να γίνεται αγαπητή σε όλους και έχει ένα πολιτικό σύστημα που ανταμείβει τους ξένους που ομολογούν ότι αγαπούν την Αμερική. (σ. 467-468)

Είναι ανθρώπινο να εμπιστευόμαστε περισσότερο τις δικές μας πηγές παρά τις πηγές άλλων και να αξιολογούμε τις πληροφορίες που αγοράζουμε ή κλέβουμε από τις πληροφορίες που μας δίνονται δωρεάν.Η διαδεδομένη πεποίθηση ότι κάπου εκεί υπάρχει μια "αληθινή ιστορία", μια ιστορία που μόνο οι κατάσκοποι μπορούν να αποκαλύψουν, φανερώνει μια θεμελιώδη παρανόηση του πληροφοριακού σύμπαντος μέσα στο οποίο κατοικούμε. (σ. 475)

Οι διπλωμάτες δεν κρίνουν τις πληροφορίες, χωρίς να κρίνουν ταυτόχρονα και την πηγή τους. όσο πιο πολύτιμη πληροφορία που παρέχεται, τόσο πιο σίγουρο είναι ότι το άτομο που την έδωσε έχει κάποιο ιδιοτελές κίνητρο για να το κάνει. Τα μέλη των υπηρεσιών πληροφοριών που δουλεύουν στο εξωτερικό προτιμούν να μην γνωστοποιούν ποιά είναι η ταυτότητα των πηγών τους στους αναλυτές που χρησιμοποιούν την παρεχόμενη πληροφορία. (σ.σ. 483-484) Οι διπλωμάτες εκπαιδεύονται για να αναγνωρίζουν πιο γρήγορα από τους συμπατριώτες τους, πόσο διαφέρουν τα αμερικανικά συμφέροντα από εκείνα ενός εμιγκρέ πολιτικού που παρέχει χρήσιμες πληροφορίες. (σ. 493)

Ιστορικά, οι δοκιμασμένες στρατηγικές αντιμετώπισης της τοπικής αναντιστοιχίας μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντός του ήταν η μετανάστευση και ο πόλεμος. Η Αμερική κατόρθωσε να καταστήσει την παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση ως αντίδοτο σε κάθε τοπική ξηρασία ή πλημμύρα. (σ. 500) Μια συντηρητική σχολή σκέψης στις ΗΠΑ πρεσβεύει ότι ο εθνικός ανταγωνισμός, όπως ο οικονομικός, είναι αναντικατάστατος για την υγεία της κοινωνίας. (σ. 501) 

Το πιο πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο της Αμερικής είναι η πίστη του υπόλοιπου κόσμου ότι τα συμφέροντα μιας Αμερικής που αγαπά τη δικαιοσύνη είναι συμβατά με τα δικά του. (σ.506) Η καλή διπλωματία τοποθετεί τα αμερικανικά συμφέροντα ανάμεσα στις ανθρώπινες αξίες του ορθολογικού Διαφωτισμού που θα ξανακάνουν την Αμερική μια σεβαστή Υπερδύναμη. (σ. 506-507)

Στην επιστολή παραίτησής του προς τον Υπουργό Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, ο Kiesling γράφει ανάμεσα σε άλλα και τα παρακάτω:

Στη θέση μου ως πολιτικού συμβούλου στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, πληρωνόμουν για να κατανοώ ξένες γλώσσες και πολιτισμούς, να προσπαθώ να βρω διπλωμάτες, πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους και να τους πείθω ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τα δικά τους συμπίπτουν. Η πίστη στη χώρα μου και τις αξίες της ήταν το πιο ισχυρό όπλο στο διπλωματικό μου οπλοστάσιο. Δεν το πιστεύω πια. (σ.σ. 509-510)

Ακόμα και εδώ στην Ελλάδα, το υποτιθέμενο "θερμοκήπιο του αντιαμερικανισμού" έχουμε περισσότερους και πιο στενούς φίλους από όσους μπορεί πιθανώς να φανταστεί ο Αμερικανός αναγνώστης εφημερίδων. (σ. 512) Δεν κατάφερα να συμβιβάσω τη συνείδησή μου με τιν ικανότητα να εκπροσωπώ την παρούσα κυβέρνηση των ΗΠΑ και ελπίζω ότι εκτός Υπηρεσίας μπορώ να συμβάλλω κατά κάποιον τρόπο στη διαμόρφωση πολιτικών που υπηρετούν καλύτερα την ασφάλεια και την ευημερία του αμερικανικού λαού και του κόσμου που μοιραζόμαστε. (σ. 513) 

Οι ραγδαία αναπτυσσόμενοι ακαδημαϊκοί κλάδοι της ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης φαίνεται να έχουν προχωρήσει αρκετά στο να καταστήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά εξίσου κατανοητή με εκείνη των άλλων ζώων. Η άμεση διπλωματική παρατήρηση φαίνεται να υποστηρίζει την επιστημονική αντίληψη ότι η αύξηση του μεγέθους του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι το εξελικτικό ισοδύναμο της αύξησης του μεγέθους της ουράς του παγωνιού, πιο χρήσιμη για να προσελκύει ταίρι παρά για να αποτρέπει ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα. (σ. 523) Η τεχνολογική εξέλιξη, ιδίως η βιοτεχνολογία, θα εκμεταλλευτεί πόρους και ίσως τελικά δώσει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένα επ' άπειρον διατηρήσιμο ανθρώπινο οικοσύστημα. (σ. 548)

Πηγή: John Brady Kiesling, Μαθήματα Διπλωματίας - Ο ρεαλισμός για μια υπερδύναμη που κανείς δεν την αγαπάει, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου, Εκδ. Α.Α. Λιβάνης 2007, σ.σ. 550.

(Πρόκειται για επιλογή και ανασύνθεση αποσπασμάτων του βιβλίου)

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

Πράγμα και ποίημα


Thomas Stern Eliot
Η παράδοση και το προσωπικό ταλέντο
Στα αγγλικά γράμματα σπάνια μιλάμε για παράδοση και πρέπει να θυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η κριτική είναι κάτι το αναπόφευκτο, όπως το ν' αναπνέεις. (σ. 9)
Αναζητούμε διαφορές του ενός ποιητή με τους άλλους και χαιρόμαστε όταν καταφέρουμε να απομονώσουμε μια τέτοια διαφορά. Η αξία ενός λογοτέχνη ή καλλιτέχνη γενικά, δεν ορίζεται για το άτομο αυτό καθαυτό αλλά σε σχέση με τους νυν ζωντανούς και πρώην ζωντανούς συναδέλφους του. (σ.σ. 10-11)  Εγώ φρονώ πως η πολλή μάθηση νεκρώνει ή παραμορφώνει την ποιητική ευαισθησία. (σ. 12) Η πρόοδος ενός ποιητή είναι μια συνεχής αυτοθυσία, μια συνεχιζόμενη απόσβεση της προσωπικότητάς του. (σ. 13) Η τίμια κριτική δεν πρέπει να απευθύνεται πάνω στον ποιητή, αλλά πάνω στην ποίηση.(σ. 14) 
Η δουλειά του ποιητή δεν είναι να βρει καινούργιες συγκινήσεις αλλά να χρησιμοποιεί τις συνηθισμένες συγκινήσεις και να τις επεξεργάζεται στην ποίηση. (σ. 16) Η ποίηση είναι μια διαφυγή από τη συγκίνηση, μια διαφυγή από την προσωπικότητα. (σ.σ. 16-17) Ο ποιητής δεν μπορεί να φτάσει αυτό το απρόσωπο της αληθινής ποίησης δίχως να παραδώσει ολοκληρωτικά τον εαυτό του στην εργασία που θα γίνει. (σ. 17) 

Η σημερινή παιδεία και οι κλασικοί
Πολιτική - Κοινωνία - Οικονομία > Φιλοσοφία ζωής > Θρησκευτικά προβλήματα > Παιδεία
Παιδεία δεν είναι το ατομικό "δικαίωμα" που έχει ο καθένας στη γνώση, ανεξάρτητο από την ικανότητά του να μορφωθεί. (σ. 19) 
Το πρώτο καθήκον οποιουδήποτε είναι να κάνει την στοιχειώδη παιδεία όσο γίνεται καλύτερη και να περιορίσει τις ανώτερες σπουδές στο ένα τρίτο όσων συμμετέχουν σήμερα. (σ. 20)
Αν η κατοχή της παιδείας δεν σήμαινε:  περισσότερο χρήμα, μεγαλύτερη πολιτική δύναμη και καλύτερη κοινωνική θέση, τότε οι άνθρωποι δεν θα έμπαιναν στον κόπο να μοχθήσουν για να την αποκτήσουν. (σ. 19) Ο μεγάλος αριθμός των μαθητών μιας σχολικής τάξης έρχεται σε αντίθεση με την απόδοση της διδασκαλίας (20 μαθητές είναι καλά ' αν είναι περισσότεροι αυτό αποβαίνει σε βάρος της μαθησιακής διαδικασίας). (σ. 20) Όταν μια χώρα έχει σκορπίσει πολύ χρήμα για την εκπαίδευση δεν είναι αυτονόητο πως το εκπαιδευτικό προσωπικό αμείβεται αρκετά καλά. (σ. 21)
Κοινωνικές αλλαγές σημαίνει αλλαγές στο σύστημα της παιδείας μας, αλλαγές στις αντιλήψεις μας για το ποιός πρέπει να είναι μορφωμένος, πως και ακόμα γιατί. (σ. 21)
Διακρίνουμε τρεις τάσεις στην παιδεία: φιλελεύθερη, ριζοσπαστική και ορθόδοξη. Αν εξετάσουμε την περίπτωση των συγγραφέων, στην πρώτη τάση δεν χρειάζεται να γνωρίζουν ελληνικά και λατινικά, στη δεύτερη δεν χρειάζεται να γνωρίζουν λατινικά, ενώ είναι πολύ χρήσιμο να έχουν μια γενική επιστημονική γνώση (πολιτική οικονομία, κοινωνιολογία, φυσικές επιστήμες), ενώ στην τρίτη τάση, που προσχωρεί και ο συγγραφέας, δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη ο χριστιανικός πολιτισμός. (σ. 26)
Πολύ σημαντικό για την απόκτηση της παιδείας και την εκγύμναση του μυαλού είναι η επιλογή μιας σειράς θεμάτων, όχι υποχρεωτικά όσων μας αρέσουν ή προτιμούμε. Οι τρεις κατηγορίες θεμάτων που αναφέρονται παρακάτω είναι το ίδιο κακά
1. Οι θεωρίες και η ιστορία των θεωριών που δεν συνοδεύονται από την ανατροφοδότηση του μυαλού με γνώσεις και πληροφορίες πάνω στις οποίες είναι δομημένες οι θεωρίες, για παράδειγμα, η πολιτική οικονομία. 
2. Η άσκηση του μυαλού που έχει σχέση με τη γενική βιοπάλη.
3. Η μελέτη της λογοτεχνίας του καθενός στη γλώσσα του. (σ. 22) 
 
Η κοινωνική αποστολή της ποίησης
Τι θα έπρεπε να κάνει η ποίηση;
Ποιά προμελετημένη, συνειδητή,κοινωνική αποστολή μπορεί να έχει η ποίηση;
- Η ποίηση από πολύ παλιά εμφανίστηκε στο θρησκευτικό τελετουργικό. (σ. 28)
- Η ποίηση έχει τον χαρακτήρα "τυπικής, δημόσιας τελετής" στην Αρχαία Ελλάδα. (σ. 28)
- Στην πιο μοντέρνα ποίηση δίνεται το λεγόμενο ηθικό δίδαγμα, δηλαδή υπάρχει η "διδακτική φιλοσοφική ποίηση" που προσφέρει πληροφοριακά στοιχεία. (σ. 29)
- Η δραματική ποίηση (θεατρική ποίηση). (σ. 29)
Η ουσιαστική αποστολή της ποίησης είναι η ανάγνωσή της: 
- να δίνει κάποια ευχαρίστηση, να επιτρέπει -μέσα από τη γνώση μιας ξένης γλώσσα;
- την απόκτηση ενός είδους συμπληρωματικής προσωπικότητας για τον μεταφραστή ή τον αναγνώστη της ξένης ποίησης,
- τη συνειδητή συμμετοχή των αναγνωστών σε καινούργια αισθήματα,
- μια αίσθηση αθανασίας, καθώς τα πρόσωπα της μυθοπλασίας παρότι είναι πεθαμένα "παραμένουν ζωντανά". (σ.σ. 32, 33, 35)  
Εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε τα ίδια πρόσωπα που είμαστε έναν χρόνο πριν και αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε να σταματήσουμε να γράφουμε ποίηση. (σ. 34)
Πολύ λίγο ενδιαφέρει αν ένας ποιητής έχει ευρύ ακροατήριο στον καιρό του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα μικρό ακροατήριο γι αυτόν σε κάθε γενιά. (σ. 34)
Για έναν ποιητή πρέπει να υπάρχει στον δικό του καιρό μια μικρή εμπροσθοφυλακή ανθρώπων, που είναι σε θέση να εκτιμήσουν την ποίηση και έτοιμοι να αφομοιώσουν την καινοτομία πολύ γρήγορα. (σ. 35) 
Η ποίηση, όπως και κάθε στοιχείο σ' αυτή τη μυστηριώδη κοινωνική οντότητα που την ονομάζουμε "κουλτούρα", πρέπει να εξαρτάται από πάρα πολλές περιπτώσεις που ξεπερνούν τον έλεγχό της. (σ. 36)
Η ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας δείχνει ότι καμιά λογοτεχνίας δεν είναι ανεξάρτητη από τις άλλες αλλά υπάρχει ένα συνεχές δώσε-πάρε και κατά καιρούς μια αναζωογόνηση με ώθηση εξωτερική (σ. 37) Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα κομμάτι πεζογραφίας ή ποίησης, αν δεν ακολουθήσω τη μέθοδο του δασκάλου που επιχειρεί να μεταφράσει κάθε λέξη κατανοώντας τη γραμματική και το συντακτικό θα έπρεπε να σκεφτώ το κομμάτι στα αγγλικά. Άλλοτε, παρότι συνέχισα να έχω τις ίδιες γλωσσικές δυσκολίες, αισθανόμουν να καταλαβαίνω το ποίημα ή το πεζό χωρίς αυτό να είναι μια ψευδαίσθηση, μια φαντασίωση, αλλά όπως διαπίστωνα αργότερα, πραγματική κατανόηση. (σ. 38)
Άν μου έλεγαν πως σε μια χώρα δεν γράφεται πια ποίηση θα το θεωρούσα σαν την αρχή μιας παρακμής καθώς οι άνθρωποι θα έπαυαν να εκφράζονται και να είναι ικανοί να αισθάνονται τις συγκινήσεις των πολιτισμένων. (σ. 39)

Η μουσική της ποίησης
Ο ποιητής όταν μιλάει ή γράφει έχει ιδιαίτερες επιφυλάξεις και ξεχωριστούς περιορισμούς και όταν διαμορφώνει θεωρίες για την ποιητική δημιουργία είναι πιθανόν να γενικεύει έναν τύπο εμπειρίας. (σ. 40) 
Ο κριτικός ασφαλώς πρέπει να ανήκει στους μορφωμένους, όπως και ο μορφωμένος να έχει την ιδιότητα του κριτικού (σ. 41) Δεν ήμουν ποτέ ικανός να συγκρατήσω τις ονομασίες των ποδών και των μέτρων και να σεβαστώ τους καθιερωμένους κανόνες της προσωδίας. (σ. 41) Όμως, μόνο η μελέτη, όχι της ποίησης αλλά των ποιημάτων, μπορεί να γυμνάσει το αυτί μας. (σ.42) 
Αν η ποίηση είναι τονική η συλλαβική, με ρίμα ή χωρίς ρίμα, έμμετρη ή ελεύθερος στίχος,δεν έχει την έννοια ότι θα χάσει την επαφή της με τη γλώσσα της κοινής συναλλαγής που όλο αλλάζει. (σ. 42) Όταν μιλάω για τη μουσική της ποίησης δίνω μεγάλη έμφαση στη "συνομιλία", αλλά θα ήθελα να θυμίσω ότι η μουσική της ποίησης δεν είναι κάτι που υπάρχει χώρια από το νόημα. (σ. 42) 
Υπάρχουν ποιήματα που μας συγκινούν με τη μουσική τους και αφήνουν αυτονόητο το όνομα και άλλα όπου παρακολουθούμε το νόημα και συγκινούμαστε με τη μουσική χωρίς να το προσέξουμε. (σ. 43) 
Η ερμηνεία που δίνει στην ποίηση ο αναγνώστης μπορεί να διαφέρει από την εμπειρία που προκάλεσε τη γραφή του στον συγγραφέα και μπορεί να είναι ακόμα και καλύτερη από αυτήν. (σ. 44) Η σύγχρονη ποίηση πρέπει να είναι τόσο σχετική με την ομιλία του καιρού του, ώστε αυτός που την ακούει ή που τη διαβάζει να μπορεί να πει: "να πως έπρεπε να μιλάω αν μπορούσα να μιλήσω ποιητικά". (σ. 44) Η μουσική της ποίησης λοιπόν, πρέπει να είναι μια μουσική κρυμμένη στον καιρό της. (σ. 45) 
Φυσικά, δεν χρειαζόμαστε ο ποιητής, να αποδίδει μόνο ακριβώς το ιδίωμα της κουβέντας αυτού του ίδιου, της οικογένειάς του, των φίλων του και της ιδιαίτερης περιοχής του. (σ. 45) Πρέπει να φτιάξει τη μελωδία του και την αρμονία πέρα από ήχους που έχει ακούσει. (σ. 45) 
Θα ήταν, όμως, λάθος να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η ποίηση πρέπει να είναι μελωδική ' ένα μέρος από την ποίηση έχει σκοπό να τραγουδιέται ' η περισσότερη ποίηση στους μοντέρνους καιρούς είναι φτιαγμένη για να μιλιέται. (σ. 45) Και υπάρχουν πολλά παραδείγματα για να μιλιούνται πέρα από το ζουζούνισμα των μελισσών είτε το μουρμουρητό από τα περιστέρια στις αιώνιες φτελιές. (σ. 45) 
Το όλο ποίημα δεν χρειάζεται να είναι στο σύνολό του μελωδικό, δηλαδή να είναι φτιαγμένο από "ωραίες λέξεις". Άλλωστε, άσχημες είναι οι λέξεις που δεν ταιριάζουν να βρίσκονται μαζί και δεν έχει να κάνει η ωραιότητα ή ασχήμια με τις λέξεις τις ίδιες όταν βρίσκονται απομονωμένες. (σ. 46) 
Νομίζω πως κάθε ποιητής μπορεί να κερδίσει πολλά από τη σπουδή της μουσικής, ειδικά, σε ότι αφορά την αίσθηση του ρυθμού και την αίσθηση της δομής. (σ. 46) Αν όμως ο ποιητής ακολουθήσει πιστά τις μουσικές αναλογίες μπορεί το ποιητικό αποτέλεσμα να είναι τεχνητό. (σ. 47) 

Αποσπάσματα από κριτική και θεωρίες του πάνω στην καλλιέργεια της ποίησης και της τέχνης (δημοσιευμένες σε περιοδικά)
Η Αγγλία τοποθετώντας τους μεγαλύτερους συγγραφείς της σε ένα θησαυροφυλάκιο από όπου δεν μπορούν να μας συμβουλεύσουν να γίνουμε καλύτεροι -με αυτή την έλλειψη επικοινωνίας- συμβαίνει να γινόμαστε χειρότεροι συγγραφείς. Δεν μάθαμε να κριτικάρουμε τον Κητς, τον Σέλλεϋ, τον Γουόρντσγουορθ, δηλαδή δεν κάναμε αυτό που είναι βασικό για κάθε γενιά:  να μάθει να ξαναεκτιμάει κάθε τι γι αυτό το ίδιο. Ο Πάουντ, ο Τζόυς, ο Λιούις γράφουν τόσο ζωντανά αγγλικά που μας επιτρέπουν να καταλάβουμε, για παράδειγμα, τη φρίκη του θανάτου. (σ. 48)
Το μυαλό του ποιητή είναι πραγματικά ένας δέκτης να αρπάζει και να εναποθηκεύει άπειρα αισθήματα, φράσεις, εικόνες που παραμένουν εκεί ωσότου όλα τα μόρια που μπορούν να ενωθούν, για να σχηματίσουν ένα νέο, σύνθετο σώμα, είναι παρόντα όλα μαζί. (σ. 48)
Αν συγκρίνετε κάμποσα αντιπροσωπευτικά κομμάτια της μεγάλης ποίησης, βλέπετε πόσο μεγάλη είναι η ποικιλία των τύπων του συνδυασμού και επίσης, πόσο καθολικά ένα μισο-ηθικό κριτήριο "υπεροχότητας" χάνει το στόχο. Γιατί δεν είναι η μεγαλοσύνη ή η ένταση των συγκινήσεων, συστατικά της μεγάλης ποίησης, αλλά η δύναμη, η πίεση με την οποία τα αντιπροσωπευτικά κομμάτια συγχωνεύονται στη θέση τους στο ποίημα. (σ.49) 
Ποίηση είναι να αποφεύγεις τη συγκίνηση, να μην εκφράζεις την προσωπικότητά σου, να μη θεωρείς ανάγκη να ενδιαφέρεσαι για τη φιλοσοφία ή κάποιο άλλο θέμα. (σ. 49)
Αυτό πρέπει να προσπαθούμε ' να ξεπεράσουμε την ποίηση, όπως ο Μπετόβεν στα τελευταία του έργα, κατάφερε να ξεπεράσει τη μουσική. (σ. 50)
Αν παραπονιέστε ότι ένας ποιητής είναι σκοτεινός και απευθύνεται σε έναν μικρό κύκλο μυημένων αναγνωστών, να έχετε υπόψη σας πως ο ποιητής προσπαθεί να βάλει σε λέξεις κάτι που δεν θα μπορούσε να ειπωθεί παρά μόνο από την ποίηση. Αξίζει, λοιπόν, να μελετήσετε αυτή τη γλώσσα και να διδαχθείτε. (σ. 51)  

Πηγή: Μερόπη Οικονόμου (μτφρ. επιλογές), Δοκίμια, Εκδ. Καραβίας Αθήνα 1980, σ.σ. 192.

(Πρόκειται για μια συρραφή και ανασύνθεση ορισμένων τμημάτων δοκιμίων του T.S.Eliot αυτής της μικρής ανθολογίας πέντε  Άγγλων και μιας Αγγλίδας, εξαιρετικών δοκιμιογράφων)

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Ιστορία = αναγκαιότητα / ελευθερία

 

Νικόλαος Γύζης: Η Ιστορία (1892) Λάδι σε μουσαμά' διάμετρος πίνακα 89 εκ.

"Αντικείμενο της Ιστορίας είναι η ζωή των λαών και της ανθρωπότητας. Το να συλλάβει κανείς και να περιγράψει άμεσα με λόγια όχι μονάχα τη ζωή της ανθρωπότητας παρά ενός λαού, φαίνεται αδύνατο."
Έτσι αρχίζει ο Λέων Τολστόι το δεύτερο μέρος του επιλόγου στο μνημειώδες έργο του 'Πόλεμος και Ειρήνη'.
Οι παλιοί ιστορικοί για να κατανοήσουν τη ζωή ενός λαού ανέλυαν τη δράση μεμονωμένων προσώπων που κυβερνούσαν αυτόν τον λαό θεωρώντας πως αποδίδουν τη δράση ολόκληρου του λαού. (σ. 339)
Ερευνώντας με ποιόν τρόπο οι συγκεκριμένοι αυτοί άνθρωποι υποχρέωναν τους λαούς να ενεργήσουν σύμφωνα με τη θέλησή τους,το  απέδιδαν στην παραδοχή της θείας βούλησης, δηλαδή τα ζητήματα προέλευσης και διαχείρισης της εξουσίας αποδίδονταν με την πίστη στην άμεση συμμετοχή της θεότητας στις ανθρώπινες υποθέσεις. (σ. 339)
Αν στη θέση της θεϊκής εξουσίας πρόβαλε μια άλλη δύναμη, τότε πρέπει να εξηγήσουμε σε τι συνίσταται η καινούργια αυτή δύναμη. (σ.σ. 343-344)
Ποιά δύναμη κινεί τους λαούς;
Οι επιμέρους ιστορικοί, βιογράφοι, διαφορετικών εθνικοτήτων και αντιλήψεων, συμβαίνει συχνά να περιγράφουν το ίδιο γεγονός όχι μόνο διαφορετικά αλλά και εντελώς αντίθετα. (σ. 344)
Οι συγγραφείς της γενικής Ιστορίας που ασχολούνται μ' όλους τους λαούς, παραδέχονται κάπως το άδικο της άποψης των επιμέρους ιστορικών, όσον αφορά τη δύναμη που δημιουργεί τα γεγονότα. η δύναμη αυτή δεν είναι η δύναμη της εξουσίας που είναι συμφυής στους ήρωες και τους ηγεμόνες, αλλά η συνισταμένη πολλών άλλων δυνάμεων.Οι συγγραφείς της γενικής ιστορίας δεν αναζητούν την αιτία των γεγονότων, όχι την προέλευση της εξουσίας των προσώπων. Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, άλλοτε το ιστορικό πρόσωπο είναι δημιούργημα της εποχής του κι άλλοτε η εξουσία του είναι η δύναμη που δημιουργεί τα γεγονότα.. Για να δώσουν οι συνιστώσες δυνάμεις μια ισοδύναμη συνισταμένη είναι απαραίτητο το σύνολό τους να είναι ίσο με τη συνισταμένη. Αυτός ακριβώς είναι ο όρος που δεν τηρείται από τους γενικούς ιστορικούς που προσπαθώντας να εξηγήσουν τη δύναμη που ενεργεί ισοδύναμα, είναι αναγκασμένοι να παραδεχτούν, εκτός από τις ανεπαρκείς συνιστώσες τους , και κάποια άλλη ακόμα ανεξήγητη δύναμη που ενεργεί πάνω στη συνισταμένη.  (σ.σ. 345-346) 
Άλλοι πάλι ιστορικοί, που αποκαλούνται ιστορικοί του πολιτισμού, ακολουθώντας το δρόμο που έστρωσαν οι γενικοί ιστορικοί παραδέχονται τη δύναμη που δημιουργεί τα γεγονότα αλλά την τοποθετούν μέσα στη λεγόμενη κουλτούρα, στην πνευματική δράση. (σ. 346)  Οι ιστορικοί του πολιτισμού είναι απόλυτα συνεπείς όσον αφορά τους γενάρχες τους και τους γενικούς ιστορικούς, γιατί αν τα ιστορικά γεγονότα μπορεί να εξηγηθούν με το ότι κάποιοι άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν έτσι ή αλλιώς αναμεταξύ τους, γιατί τάχα να μην εξηγηθούν και με το ότι κάποιοι άνθρωποι έγραψαν κάτι βιβλιαράκια; Μα κι αν ακόμα παραδεχτούμε πως οι τόσο πονηρά συντεθειμένες κρίσεις, που γεμίζουν τις ιστορίες αυτές, είναι σωστές, κι αν παραδεχτούμε πως οι λαοί κυβερνιούνται από μια αόριστη δύναμη που ονομάζεται ιδέα - πάλι το ουσιαστικό ερώτημα της Ιστορίας μένει αναπάντητο ή μπαίνει κι άλλη καινούργια δύναμη, η δύναμη της Ιδέας που η σχέση της με τις μάζες απαιτεί εξήγηση.
Για παράδειγμα, μπορούμε να καταλάβουμε πως ο Ναπολέων είχε την εξουσία, δημιούργησε γεγονότα ή υπήρξε ο αίτιος γεγονότων αλλά πως μπορεί να εξηγηθεί με ποιόν τρόπο το Κοινωνικό Συμβόλαιο προκάλεσε των αλληλοσπαραγμό των Γάλλων, χωρίς να ερμηνευτεί η αιτιώδης σχέση της καινούργιας αυτής δύναμης με το γεγονός. (σ. 347) 
Αναμφισβήτητα υπάρχει μια σχέση ανάμεσα σ' όλα τα όντα της ίδιας εποχής του ανθρώπου και γι αυτό μπορεί να βρεθεί κάποια σχέση ανάμεσα στην πνευματική δράση των ανθρώπων και την ιστορική κίνηση, απαράλλαχτα όπως μπορεί κανείς να βρει τη σχέση ανάμεσα στην κίνηση της ανθρωπότητας και στο εμπόριο, στα επαγγέλματα και σ' ότι άλλο θέλετε. (σ. 347)
Μα γιατί η πνευματική δράση των ανθρώπων παρουσιάζεται απ' τους ιστορικούς σαν αίτιο ή σαν έκφραση ολόκληρης της ιστορικής κίνησης - αυτό είναι δύσκολο να κατανοηθεί. (σ.σ. 347-348)
Αυτό το συμπέρασμα των ιστορικών δικαιολογείται με δύο λόγους:
1.Η Ιστορία γράφεται από επιστήμονες στους οποίους είναι ευχάριστο να σκέφτονται πως η δράση της δικής τους κοινωνικής ομάδας είναι η βάση κίνησης ολόκληρης της ανθρωπότητας. Το ίδιο θα μπορούσαν να θεωρήσουν και οι έμποροι, οι αγρότες, οι στρατιώτες, μόνο που αυτοί δεν συγγράφουν ιστορίες.
2. Η πνευματική δράση, η μόρφωση, ο πολιτισμός, η κουλτούρα, οι ιδέες είναι ασαφείς και αόριστες έννοιες που κάτω από τη σημαία τους μπορούν να συστρατευθούν λέξεις με ακόμα λιγότερο σαφή σημασία, που γι αυτό μπορούν να υπαχθούν πολύ εύκολα σε διάφορες θεωρίες.
Μιλώντας έτσι οι ιστορικοί του πολιτισμού, έρχονται άθελά τους σε αντίφαση με τη δική τους επινόηση ότι δηλαδή, μοναδικό μέσο για να κατανοήσουν την  ιστορία είναι η εξουσία εκείνη που αυτοί τάχα δεν παραδέχονται. (σ. 348)
Η μοναδική έννοια, που μπορεί να εξηγήσει την κίνηση των λαών, είναι η έννοια μιας δύναμης ίσης προς όλη την κίνηση των λαών. (σ.349)
Η ιστορική επιστήμη που ασχολείται με τα ζητήματα της ανθρωπότητας μοιάζει με τα χρήματα που κυκλοφορούν σε χαρτονομίσματα και σε μεταλλικά νομίσματα. Οι βιογράφοι και οι επιμέρους ιστορικοί μοιάζουν με χαρτονομίσματα, ενώ οι γενικοί ιστορικοί με μεταλλικά νομίσματα. Οι πρώτοι κυκλοφορούν ελεύθερα χωρίς να βλάπτουν κανέναν, ενώ οι δεύτεροι θα εξυπηρετούνταν να αντικαταστήσουν τα χαρτονομίσματα με νομίσματα από μέταλλο που δεν έχουν όμως την αξία του χρυσού. Οι επί μέρους ιστορικοί και οι βιογράφοι θα μπορούσαν ίσως να ξεγελάσουν τους ανίδεους, αλλά οι γενικοί ιστορικοί με το μεταλλικό νόμισμα να 'κουδουνίζει' δεν θα μπορούσαν να ξεγελάσουν κανέναν. Οι γενικοί ιστορικοί τότε μονάχα θα είναι χρυσάφι όταν μπορούν να αποκριθούν στο ουσιαστικό ερώτημα της ιστορίας: τι είναι εξουσία; (σ. 349)
Οι γενικοί ιστορικοί αποκρίνονται στο ερώτημα αυτό αντιφατικά, ενώ οι ιστορικοί του πολιτισμού το παραμερίζουν ολότελα, απαντώντας σε κάτι εντελώς άλλο. Πάντως, οι γενικοί ιστορικοί και οι ιστορικοί του πολιτισμού χρησιμεύουν για κάποιους δικούς τους λόγους, σαν νόμισμα κυκλοφορίας για τα πανεπιστήμια και για το πλήθος τους ερασιτέχνες αναγνώστες, που αγαπούν τα σοβαρά βιβλιαράκια, όπως λένε. (σ.σ. 350-351) 
Η εξουσία, όπως την εννοεί η η επιστήμη του Δικαίου, είναι το σύνολο των θελήσεων των μαζών, μεταβιβασμένο με ρητή ή σιωπηρή συναίνεση στους κυβερνήτες που οι μάζες εκλέγουν. (σ. 352)
Στις πολιτιστικές επαναστάσεις που κάποτε παίρνουν μέρος δύο-τρεις ηγεμονικοί άνθρωποι, μεταβιβάζεται επίσης η θέληση των μαζών στο καινούργιο πρόσωπο; Στις διεθνείς σχέσεις μεταβιβάζεται τάχα η θέληση της λαϊκής μάζας στον καταχτητή της; (σ.σ. 352-353)
Στα ερωτήματα αυτά μπορεί ν' απαντήσει κανείς με τρεις τρόπους:
Ή 1) Να παραδεχτεί πως η θέληση των μαζών πάντα μεταβιβάζεται σε εκείνον ή εκείνους τους κυβερνήτες που διάλεξαν οι μάζες και επομένως, η κάθε πάλη ενάντια στην εξουσία, που μια φορά μεταβιβάστηκε, να εξεταστεί μονάχα σαν παράβαση της πραγματικής εξουσίας.
Ή 2) Να παραδεχτεί πως η θέληση των μαζών μεταβιβάζεται στους κυβερνήτες κάτω από ορισμένους και γνωστούς όρους και ν' αποδείξει πως κάθε περιορισμός, σύγκρουση, ακόμα και κατάλυση της εξουσίας, προέρχεται απ' το ότι οι κυβερνήτες δεν τήρησαν τους όρους εκείνους που κάτω από αυτούς, τους μεταβιβάστηκε η εξουσία. (σ. 353)
Ή 3) Να παραδεχτεί πως η θέληση των μαζών μεταβιβάζεται στους κυβερνήτες υπό άγνωστους και αόριστους όρους και πως οι πολλές εξουσίες που προκύπτουν από αυτούς, η πάλη ή η πτώση τους,  προέρχονται μονάχα από το ότι οι κυβερνήτες εκπλήρωσαν πιο λίγο ή πιο πολύ τους άγνωστους εκείνους όρους κάτω από τους οποίους μεταβιβάζεται η θέληση των μαζών σε αυτούς (σ. 353)
Με αυτούς τους τρεις τρόπους εξηγούν οι ιστορικοί τις σχέσεις των μαζών προς τους κυβερνήτες. (σ. 353)
Αν όλη η δράση των ιστορικών προσώπων εκφράζει τη θέληση των μαζών, όπως και το νομίζουν μερικοί, τότε οι βιογραφίες του κάθε Ναπολέοντα, της κάθε Αικατερίνης, με  όλες τις λεπτομέρειες του αυλικού κουτσομπολιού, εκφράζουν τη ζωή των λαών, πράγμα που είναι ολοφάνερη ανοησία.
Αν πάλι μονάχα μια πλευρά της δράσης του ιστορικού προσώπου εκφράζει τη ζωή των λαών, όπως το νομίζουν άλλοι υποτιθέμενοι φιλόσοφοι - ιστορικοί, τότε, για να προσδιορίσει κανείς ποιά πλευρά της δράσης του ιστορικού προσώπου εκφράζει τη ζωή του λαού, πρέπει να ξέρει τι είναι η ζωή του λαού. 
Όταν εμποδιστούν από αυτή τη δυσκολία οι ιστορικοί αυτού του είδους, επινοούν ασύλληπτες γενικές αφαιρέσεις ' οι πιο συνηθισμένες από αυτές είναι: η ελευθερία, η ισότητα, η μόρφωση, η πρόοδος, ο πολιτισμός, η κουλτούρα. Επειδή, όμως, η σχέση των μαζών προς τους κυβερνήτες ή τους διαφωτιστές θεωρείται πως μεταβιβάζεται ακέραια από το σύνολο της θέλησης των μαζών, οι αφαιρέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον σκοπό της ανθρωπότητας. (σ. 356)
Αν η έκταση της ανθρώπινης γνώσης περιοριζόταν μονάχα στην αφηρημένη σκέψη, τότε, η ανθρωπότητα θα έφτανε στο συμπέρασμα πως η εξουσία είναι μια λέξη μονάχα και πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. (σ. 359)
Όταν από ένα σύνολο ανθρώπων εκφράζονται μια σειρά από γνώμες, ευχές και προσδοκίες για την έκβασή ενός γεγονότος και κάποια από αυτές επαληθευθεί, συνηθίζεται η γνώμη αυτή ή η ευχή να συνδέεται αυτή στο μυαλό μας με το γεγονός και να παίρνει μάλιστα τη θέση μιας εντολής που προηγήθηκε από αυτό. (σ. 365)
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει, όταν παρακολουθώντας την κίνηση των ιστορικών προσώπων δεν παραλείψουμε την αναγκαία  σχέση των ιστορικών προσώπων με τις μάζες. (σ. 367)
Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, μπορούμε να απαντήσουμε στα δύο ουσιαστικά ερωτήματα της ιστορίας:  
1) Τι είναι εξουσία; 
2) Ποια δύναμη παράγει την κίνηση των λαών;
Εξουσία είναι μια σχέση ορισμένου προσώπου προς άλλα πρόσωπα, στην οποία όσο περισσότερες γνώμες, προβλέψεις και δικαιολογίες εκφράζει το πρόσωπο για την ομαδική ενέργεια που εκτελείται, τόσο λιγότερο συμμετέχει.
Την κίνηση των λαών δεν την παράγει η εξουσία, ούτε η πνευματική δράση ούτε ακόμα η κοινωνική συσπείρωση, όπως νόμιζαν οι ιστορικοί, αλλά η κοινή δράση όλων των ανθρώπων που συμμετέχουν στο γεγονός, αναλαμβάνοντας ο καθένας το ελάχιστο μέρος ατομικής ευθύνης που του αναλογεί. (σ.σ. 367-368)
Μιλώντας για τα ιστορικά γεγονότα δεν μπορούμε να πούμε γιατί συμβαίνουν, παρά μόνο πως τέτοια είναι η φύση των φαινομένων αυτών, πως αυτός είναι ο νόμος τους. 
Αν η Ιστορία είχε να κάνει μονάχα με τα εξωτερικά φαινόμενα, θα λέγαμε πως υπακούει σε έναν ολοφάνερο νόμο, και αυτό θα ήταν αρκετό για να τελειώναμε με τις κρίσεις μας, αλλά επειδή έχει να κάνει με τον άνθρωπο που δηλώνει ελεύθερος, την ίδια στιγμή, η στάση του αυτή, τον εξαιρεί από την υπαγωγή του  σε νόμους. (σ. 368)
Η παρουσία του ζητήματος για την ελευθερία της θέλησης του ανθρώπου, μολονότι δεν έχει εκφραστεί, είναι αισθητή σε κάθε βήμα της Ιστορίας. (σ.σ. 368-369) Άν η θέληση του κάθε ανθρώπου ήταν ελεύθερη, δηλαδή ο καθένας μπορούσε να φέρεται όπως του αρέσει, τότε όλη η ιστορία θα ήταν μια σειρά από ασυνάρτητες συμπτώσεις. Με το μέσο του λογικού ο άνθρωπος παρατηρεί ο ίδιος τον εαυτό του, όμως μονάχα με το μέσο του συναισθήματος μαθαίνει τον εαυτό του.Χωρίς το συναίσθημα δεν είναι νοητή καμιά παρατήρηση και καμιά χρησιμοποίηση του λογικού. (σ. 369)
Μονάχα στη γεμάτη αυτοπεποίθηση εποχή μας, χάρη στο ισχυρότατο όπλο της αμάθειας -την τυπογραφία, το ζήτημα με την ελευθερία της θέλησης, το έχουν φέρει σε τέτοιο επίπεδο, που σ' αυτό δε μπορεί να σταθεί το ίδιο το πρόβλημα Ψυχή και ελευθερία δεν υπάρχει, γιατί η ζωή του ανθρώπου εκφράζεται με τις μυικές κινήσεις, οι δε μυικές κινήσεις εξαρτώνται από τη δραστηριότητα των νεύρων, καθώς εμείς κάποια άγνωστη χρονική περίοδο προήλθαμε από τους πιθήκους, με τη διαφορά ότι στον άνθρωπο ενυπάρχει και η συνείδηση (σ.σ. 372-373)
Η λύση του ζητήματος της ελευθερίας και της αναγκαιότητας, μπροστά στους άλλους κλάδους της επιστήμης που αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα, έχει τούτο το πλεονέκτημα: ότι για την Ιστορία το ζήτημα αυτό ανάγεται όχι στην ίδια την αιτία της θέλησης του ανθρώπου αλλά στις εκδηλώσεις της θέλησης αυτής στο παρελθόν και μέσα σε γνωστές συνθήκες. (σ. 373)
Η Ιστορία έχει για αντικείμενό της όχι την ίδια τη θέληση του ανθρώπου, αλλά την αντίληψή μας γι' αυτήν. (σ. 373) Και για τούτο για την Ιστορία δεν υφίσταται το άλυτο μυστήριο για την ένωση της ελευθερίας με την αναγκαιότητα. Η Ιστορία μελετάει την έννοια της ζωής του ανθρώπου, που μέσα στην ένωση των δύο αυτών αντιφάσεων έχει κιόλας συντελεστεί. (σ. 373)
Στην πραγματική ζωή το κάθε ιστορικό γεγονός παρουσιάζεται εν μέρει σαν αποτέλεσμα ελευθερίας, εν μέρει σαν αποτέλεσμα ανάγκης. (σ.σ. 373-374)
Για τη λύση του προβλήματος πως συνδυάζονται η ελευθερία και η ανάγκη, η Φιλοσοφία της Ιστορίας, αντί να καθορίσει πρώτα τις έννοιες της ελευθερίας και της αναγκαιότητας και μετά να υπαγάγει κάτω από αυτές τα φαινόμενα της ζωής (απαγωγική μέθοδος), πρέπει από τον τεράστιο αριθμό των φαινομένων να βγάλει τον ορισμό των ίδιων των εννοιών της ελευθερίας και της αναγκαιότητας (επαγωγική μέθοδος). (.σ. 374)
Η θρησκεία, η ορθοφροσύνη της ανθρωπότητας, η επιστήμη του Δικαίου και η ίδια η Ιστορία όμοια αντιλαμβάνονται τη σχέση μεταξύ της ανάγκης και της ελευθερίας και έχουν τρεις μονάχα αιτίες: τις σχέσεις του ανθρώπου που κάνει την πράξη
1) Προς τον εξωτερικό κόσμο.(χώρο)
2) Προς τον χρόνο, και
3) Προς τα αίτια που δημιούργησαν την πράξη (σ. 375)
Κι έτσι η παράστασή μας για την ελευθερία και την ανάγκη αυξομειώνεται ανάλογα με την μεγαλύτερη ή μικρότερη σχέση με τον εξωτερικό κόσμο, το μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα  και τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εξάρτηση από τα αίτια που μέσα σ' αυτά μελετάμε το φαινόμενο της ζωής του ανθρώπου. (σ. 379)
Η ελευθερία, που δεν περιορίζεται από τίποτα, είναι η ουσία της ζωής στη συνείδηση του ανθρώπου. Η ανάγκη χωρίς περιεχόμενο, είναι η λογική του ανθρώπου με τις τρεις του μορφές. Ελευθερία είναι εκείνο που εξετάζεται' ανάγκη είναι εκείνο που εξετάζει. Η ελευθερία είναι το περιεχόμενο ' η ανάγκη είναι η μορφή. (σ. 382) 
Για την Ιστορία η παραδοχή της ελευθερίας των ανθρώπων σαν δύναμης που μπορεί να επιδράσει στα ιστορικά γεγονότα, δηλαδή που να μην είναι υποταγμένη σε νόμους, είναι το ίδιο με ότι είναι για την Αστρονομία η παραδοχή της ελεύθερης κίνησης των ουράνιων σωμάτων. (σ. 384)
Οι άνθρωποι που πάλευαν με την αλήθεια της Φυσικής Φιλοσοφίας νόμιζαν ότι μόλις παραδεχτούν την αλήθεια αυτή, θα καταστρεφόταν η πίστη στον Θεό, στη δημιουργία του στερεώματος... (σ. 387)
Το ίδιο νομίζουν και τώρα, ότι δηλαδή, φτάνει να παραδεχτεί κανείς τον νόμο της αναγκαιότητας και καταστρέφεται η έννοια της ψυχής, του καλού και του κακού κι όλοι οι κρατικοί και θρησκευτικοί θεσμοί που έχουν θεσπιστεί πάνω στην έννοια αυτή. (σ. 387)
Η καινούργια άποψη στην Ιστορία λέει: Είναι αλήθεια πως δεν αισθανόμαστε την εξάρτησή μας, όμως αν παραδεχτούμε την ελευθερία φτάνουμε σε μια ανοησία ενώ αν παραδεχτούμε την εξάρτησή μας από τον εξωτερικό κόσμο, τον χρόνο και τα αίτια, φτάνουμε σε νόμους". (σ. 388)
Στην τελευταία περίπτωση είναι το ίδιο απαραίτητο να παραιτηθούμε από την ελευθερία που αισθανόμαστε και να παραδεχτούμε τη μη αισθητή σε μας εξάρτηση.(σ. 388)


Πηγή: Λέων Τολστόη, Πόλεμος και Ειρήνη (Τόμος τέταρτος), μτφρ. Κοραλία Μακρή, Εκδ. Γκοβόστης 1960, σ.σ. 339-388. 

(Πρόκειται για συρραφή και ανασύσταση αποσπασμάτων από το δεύτερο μέρος του Επιλόγου του έργου)

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Michelle Obama (Robinson)

 

Τρία ζώα αγάπησα στη ζωή μου: τους σκύλους, τα δελφίνια και τα άλογα. Έζησα αρκετά με σκυλιά και τα κατάλαβα (όσο είναι δυνατό να καταλάβουμε ένα άλλο είδος). Τα δελφίνια τα γνωρίζω ελάχιστα όπως και τα άλογα. Όμως ο ψυχισμός μου είναι πολύ κοντά στα δύο τελευταία. Αλλά και ζώα που δεν αγάπησα, συμβαίνει να τα σέβομαι, όπως τα αιλουροειδή, γενικά. Ιδιαίτερο σεβασμό τρέφω για τους μαύρους πάνθηρες γιατί δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν με την άγρια ομορφιά της τίγρης και της λεοπάρδαλης αλλά προβάλλουν απροκάλυπτα τον σοβαρό δυναμισμό του μονόχρωμου εαυτού τους. βέβαιοι πως θα γίνουν αποδεκτοί και ήσυχοι πως μπορούν να πορευτούν στη ζωή της ζούγκλας με ασφάλεια.

Ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο της δημόσιας ζωής, ανά τον κόσμο, που μου θυμίζει αυτό το τελευταίο μεγαλοπρεπές ανώτερο θηλαστικό είναι και η κυρία Μισέλ Ομπάμα (Ρόμπινσον). Αυτό το ριζοσπαστικά ατίθασο χαμόγελο και το χέρι με το οποίο στηρίζει το πρόσωπο και το μυαλό της, με βεβαιώνει πως κατάλαβα καλά: είναι μια γυναίκα που παραχωρεί -αν θέλει-, δεσμεύεται, αν κρίνει τη συμβίωση με έναν άλλο άνθρωπο (εννοώ τον σύζυγό της) συμβατή με τον εαυτό της, και έχει σχεδόν  ανεξάντλητη ενέργεια να αφιερώσει στα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων της γειτονιάς, της πόλης της (Σικάγο), της χώρας της (ΗΠΑ) έως και όλου του Κόσμου. 

Ξεκινώντας την ανάγνωση του βιβλίου της, και συνυπολογίζοντας την έκτασή του, αλλά και πως είχα να κάνω στην πράξη με μία πολιτικό,ομολογώ πως δεν ήμουν βέβαιος πως θα το ολοκληρώσω.

Αλλά, ήδη από την πρώτη σελίδα, η συγγραφέας καθησύχασε τις επιφυλάξεις μου, με την απλότητα, την αλήθεια και καθαρή σκέψη της, απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. 

Έλεγε πως όταν την ρωτούσαν σαν παιδάκι τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει δήλωνε, παιδίατρος γιατί αυτό είχε διαπιστώσει πως εντυπωσίαζε τους ενήλικες γύρω της. Άλλωστε, βιάστηκε να διορθώσει, πως η ωρίμανση δεν είναι μια στιγμή που τη φτάνεις, την κατακτάς και μετά αφήνεσαι να δρέψεις τους καρπούς της, αλλά μια διαρκής, μακρόχρονη διαδικασία που διαρκεί ως τον θάνατό μας.

Έπειτα, θυμάται πως στη δευτέρα δημοτικού, επέμεινε πολύ να μάθει να λέει μια λέξη που τη δυσκόλεψε αρχικά και κατά περίεργη ειρωνεία ήταν η λέξη: "μαύρο".  Πήγε καλά στο σχολείο, όταν άλλαξε τάξη, μεταφέρθηκε -με μεσολάβηση της μητέρας της- σε μια ανώτερη και ακολούθησε το δρόμο της με πολύ κόπο και αμείωτη θέληση. Αγαπούσε πολύ τον πατέρα της και τον αδελφό της, έμαθε πιάνο, σπούδασε αργότερα νομικά, κοινωνιολογία στο Πρίνστον και μετά στο Χάρβαρντ και ενώ έγινε μια επιτυχημένη νομικός, τα εγκατέλειψε όλα, γιατί συνειδητοποίησε ότι η καριέρα της μεγαλοδικηγόρου δεν την γέμιζε σαν άνθρωπο.

Παρότι δεν εκτιμούσε την πολιτική και τους πολιτικούς, συμπαραστάθηκε στον σύζυγό της στην πολιτική του πορεία, έγινε πρώτη, αλλά όχι πρώτη κυρία -γιατί κυρία ήταν πάντα- και εξανθρώπισε στα 8 χρόνια που παρέμεινε στον Λευκό Οίκο τη ζωή στην προεδρική κατοικία και στους γύρω χώρους όπου έζησε. 

Αν και είχε -κατά τη γνώμη μου- όλες τις προδιαγραφές για να εξελιχθεί σε έναν ανεξέλεγκτο επαναστατημένο άνθρωπο που είτε θα συμμετείχε σε ακραίες οργανώσεις όπως "Οι Μαύροι Πάνθηρες" ή θα ακολουθούσε πολιτικά κηρύγματα όπως του Μάλκομ Χ, προτίμησε τον δημοκρατικό δρόμο της κοινωνικής μεταρρύθμισης όπου πορευόταν ο αιδεσιμότατος Τζέσσε Τζόουνς (μαθητής του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ) και άλλες ειρηνικές πολιτικές προσωπικότητες.

Με δυσκολίες απέκτησε δικά της παιδιά, που τα λάτρεψε και τα υπεραγαπά. Παρακολούθησε τη σκέψη και την ψυχή του συζύγου της, όταν έγραφε το βιβλίο: Εικόνες του πατέρα μου ' δέχτηκε να του παραχωρεί έναν ιδιαίτερο προσωπικό οικιακό χώρο, όπου θα μπορούσε να διαβάζει, να συγκεντρώνεται και να γράφει. Επισκέφθηκαν μαζί με τον πρόεδρο Ομπάμα την αδελφή του στο Ναϊρόμπι της Κένυας, πήγαν στη Χαβάη (πατρίδα του Μπαράκ Ομπάμα) όπου ζούσαν οι γονείς του και γενικά προσπάθησαν να συνδέσουν όλα τα κομμάτια μιας ζωής, που η τύχη είχε σκορπίσει σε τόσο διαφορετικούς τόπους. Είναι χαρακτηριστικές δύο προσφωνήσεις του Μπαράκ για τη Μισέλ' την έλεγε "Μις" και "Κυρία Κοινή Γνώμη" και πιθανώς απευθυνόταν στην ανεξαρτησία που είχε ως γυναίκα και στις απόψεις της που ανήκαν μάλλον στην πλειοψηφία της κοινής γνώμης. 

Είναι χαριτωμένο το στιγμιότυπο, στην Κένυα, με τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του Μπαράκ Ομπάμα, όταν βλέποντας την Μισέλ και μη βρίσκοντάς την αρκετά μαύρη, τη ρώτησε ποιός από τους γονείς της ήταν λευκός, και πήρε την απάντηση: ΚΑΝΈΝΑΣ ' και οι δύο ήσαν Μαύροι-Μαύροι! 

Ο πρόεδρος Ομπάμα έγινε ο πολιτικός που όλοι ξέρουμε ' η γυναίκα του έγινε η πρώτη Αφροαμερικανή σύζυγος που έμεινε έως τώρα στον Λευκό Οίκο και -μετά από μια θλιβερή τετραετή παρένθεση- η διακυβέρνηση της Αμερικής επανήλθε στα χέρια ενός ισορροπημένου και ευγενούς νέου προέδρου του Τζο Μπάϊντεν. 

Η ζωή συνεχίζεται, και είναι όμορφη κι ας εξακολουθούν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας άγρια ζώα, γιατί η πραγματική ζούγκλα έχει κανόνες και ακολουθούνται σαφείς αξίες, σε αντίθεση με τις ανθρώπινες κοινωνίες, όπου κάποιος δεν σκοτώνει για να τραφεί και να επιβιώσει, αλλά για να εκδικηθεί και για λόγους οικονομικού συμφέροντος.

Τελειώνοντας τη βιογραφία της η Μισέλ Ομπάμα γράφει πως είναι πολύ σημαντικό να θέλεις να γνωρίσεις και να ακούσεις τους άλλους ανθρώπους.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

ΠηγήMichelle Obama, Becoming (Η δική μου ιστορία), μτφρ. Γεωργιάδου Ρηγούλα, Δρεπανιώτης Παναγιώτης, Εκδ.  Athens Bookstore Publications 2018, σ.σ. 520.


Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ένας "ενεργός αναγνώστης" ευχαριστεί....

 



Αν ήθελα να μιλήσω ελεύθερα -όπως πάντα μιλούσε ο συγγραφέας- θα έλεγα και θα έγραφα αυτά που θα ακολουθήσουν.
Νομίζω πως ο Νίκος Καζαντζάκης θέλει -και, με αυτό το βιβλίο του- να πει "Ευχαριστώ" στη ζωή γιατί την αντιλαμβάνεται, την απολαμβάνει, τη ζει ' η ζωή δεν του φέρεται με ανάλογη ευαισθησία ' τον πονάει τις νύχτες και τον κρατάει ξάγρυπνο τις αυγές.
Είναι η ζωή για τον συγγραφέα το "αλώνι' που ο άνθρωπος κοσκινίζει τους καρπούς του, όπου "εκεί που ο διάβολος όργωσε τη γη, έρχεται ο Θεός και ρίχνει τον σπόρο του για να καρπίσει".
Γύρισε σ'όλο τον κόσμο ο πασίγνωστος Κρητικός και συγκέντρωσε σκέψεις, έννοιες, συμπεριφορές, σπαράγματα πολιτισμών, κομμάτια θρησκευτικών τοτέμ, αλλά όχι θρησκευτικά ταμπού για να ντύσει τον κόσμο των συμβολικών του ειδώλων με μια πολύμορφη οικουμενική τεκμηρίωση.Δεν αφομοιώθηκε από τις ξένες νοοτροπίες, δεν τις υιοθέτησε, αλλά, αντίθετα, τις χρησιμοποίησε για να δείξει πως έχει δίκιο ή γιατί δεν έχει άδικο στην πίστη που είχε στις προσωπικές του πεποιθήσεις.
Έβαλε την ελληνική υποχόνδρια λογοτεχνική νοοτροπία της εποχής του, απέναντι στην απεραντοσύνη του ανοιχτού κόσμου, με ένα πνεύμα ριζοσπαστικό, μια τάση πειρατική που αρπάζει, παρασύρει, επανατοποθετεί και αγιάζει όλα τα κοσμοείδωλα που κείτονται αραχνιασμένα στην αγορά και αντί να δικαιούνται την απόσυρση, περιμένουν μάταια τον σεβασμό.
Θα μπορούσα να συμφωνήσω σε όλα με τον "ενεργό πολίτη" τον "δραστήριο συγγραφέα" και τον απελευθερωμένο άνθρωπο Ν.Κ. αλλά έχω διαφορετική αντίληψη σχετικά με τον τρόπο που θα ήταν καλό να εκφράζεται η διανοητική δύναμη κάθε ανθρώπου.
Η αντίδραση ενός ανθρώπου απέναντι στους ελληνικούς αναχρονιστικούς θεσμούς και κύκλους του χώρου της λογοτεχνίας -όσο κι αν προσπάθησαν να τον εξοντώσουν, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ως φυσική παρουσία- δεν μπορεί να εκφράζεται με βρισιές (ανόητοι, ευνούχοι κλπ) γιατί ο άνθρωπος χάνει το δίκιο του και μπαίνει σε μια ατέρμονη αντιπαράθεση που, τελικά, του στέρησε την καθολική αναγνώριση των Ελλήνων αναγνωστών (κάτι που δικαιούταν και άξιζε να αποκτήσει).
Η βίαιη αντίδραση απέναντι στον αφορισμό που υπέστη ' η μεσολάβηση Ελλήνων λογοτεχνών στην Σουηδική Ακαδημία ώστε να μην του δοθεί το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που δικαιούταν (από κοινού με τον Άγγελο Σικελιανό) και η λυσσώδης αντίδραση εναντίον του κάθε σχολαστικού πνευματικού παράγοντα, δεν αντικρούστηκαν από τον ίδιο.
Γιατί; Δεν μπορούσε να τους "κερδίσει" στο "δικό τους παιχνίδι της κοινωνικής υποκρισίας;" , δεν καταδεχόταν να μπει σε αυτό το ευτελές παιχνίδι;
Θα έλεγα πως η ίδια η ψυχοσύνθεσή του δεν γινόταν να "προσαρμοστεί", "να συμβιβαστεί", "να πλασάρει τον εαυτό του ως λαμπερό λογοτεχνικό προϊόν".
Όταν δηλώνει: "Μου αρέσει να γράφω ότι μου καπνίζει" πέρα από ακραίο αυτοσαρκασμό, εκφράζει και μια προσωπική του στάση ζωής. 
Δεν ήταν σκληρός άνθρωπος ο Καζαντζάκης ' δοκίμασε τον εαυτό του σκληρά με στερήσεις, φτώχεια και κάθε είδους διανοητικές δοκιμασίες για να γίνει ένας "υπεράνθρωπος ασκητής" ένας κοσμοπολίτης μοναχός, ένας συναισθηματικά ασταθής άνθρωπος που χρησιμοποίησε έναν υπερβολικό ατομικό εγωισμό για να πετύχει τη θωράκιση της προσωπικής του ασφάλειας και, στη συνέχεια, την κατάκτηση της ατομικής του ελευθερίας.
Δοκίμασε με όλες του τις δυνάμεις να προσεγγίσει την έννοια και την ουσία του Θεού, εξανθρωπίζοντάς τον -σε βαθμό που να γίνεται άμεσα ορατός και συνεχής προστάτης του ανθρώπου ' όχι με τη διάθεση να μειώσει την αξία του, αλλά θέλοντας να τον κάνει διαρκή και απροκάλυπτο φύλακα του ανθρώπου.
Το επίγραμμα στον τάφο του συγγραφέα: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα ' είμαι ελεύθερος, δεν μπορεί να γίνει, κατά τη γνώμη μου δεκτό ως οδηγός ζωής αλλά ως τροφή για σκέψη. Μας λέει τι δεν κάνει, αλλά δεν μας αποκαλύπτει τι θα έκανε.
Η ερμηνεία μου, γι αυτά τα λόγια είναι αυθαίρετη αλλά με εκφράζει ως άνθρωπο και θά 'θελα να προσεγγίζει περισσότερο την αλήθεια, από ένα αμφιλεγόμενο, λακωνικό απόφθεγμα
Μήπως εννοεί: 
Επειδή ο υπερβατικός Θεός, μάλλον δεν υπάρχει, δεν ελπίζω σε Αυτόν 'πιστεύω στον "ανθρωπόμορφο Θεό" που επειδή είναι υλικός και χειροπιαστός τον εμπιστεύομαι περισσότερο. Από όλους τους ανθρώπους - πρότυπα, εμπιστεύομαι ελάχιστους και δίνω σε αυτούς διάφορα ονόματα: Οδυσσέας, Χριστός, Καπετάν Μιχάλης, Γκρέκο, Φτωχούλης, Αλέξης Ζορμπάς και τελικά: "Ανθρώπινος Θεός" και "Απάνθρωπος Διάβολος".
Ο Καζαντζάκης δεν υποτασσόταν στον "Φόβο του Θεού" γιατί φοβόταν περισσότερο τον Άνθρωπο (και συγκεκριμένα τον πατέρα του). Θαύμαζε τον Άνθρωπο ως υπόσταση και ως δυνατότητα και ειδικότερα τον τύπο του ανθρώπου που γνώριζε καλύτερα και σε βάθος, δηλαδή τον Κρητικό άνθρωπο.
Ένα πλάσμα σαν τον άνθρωπο, που έχει ανάγκη από τόσα πράγματα για να επιβιώσει, όπως νερό, τροφή, ύπνο, ένδυση, στέγαση και άλλα τόσα για να ζήσει, δηλαδή, οικογένεια, φίλους, εργασία, ψυχαγωγία, πολύ απέχει από το να δηλώνει πως είναι ελεύθερος. Μόνο όσοι μονάζουν στις ερημιές θα μπορούσαν ίσως, να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, αλλά αυτοί οι συγκεκριμένοι δεν θα ενδιαφέρονταν καθόλου να το δημοσιοποιήσουν, ούτε, βέβαια, να εισπράξουν τα εύσημα που, ασφαλώς τους αναλογούν.
Επομένως, όταν ένας διανοητικός ασκητής όπως ο Καζαντζάκης δηλώνει κάτι τέτοιο, μάλλον άλλο εννοεί. Είναι πιθανό να ήθελε να πει ως νεκρός, δεν είμαι πια σκλαβωμένος σε καμιά μορφή εξουσίας, είτε πατρική την πούμε αυτή, είτε πολιτική, είτε οικονομική, είτε θρησκευτική, ταυτίζοντας, ίσως, την Μετά Θάνατον ζωή, με την απόλυτη ελευθερία. 
Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ανεχτεί "μεσάζοντες" δηλαδή εκπροσώπους, ανάμεσα σε αυτόν και τον Θεό. Ταύτιζε την αγάπη με τον έρωτα για να της δώσει υλική υπόσταση ' προσπάθησε να αντικαταστήσει τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες της Ορθοδοξίας με γενικές θρησκευτικές και ηθικές παραδοχές άλλων πολιτισμών, ανά τον κόσμο, γιατί, μάλλον, πίστευε πως εμπλουτίζει την ορθόδοξη θρησκεία με νέο νόημα και της δίνει νέο προσανατολισμό.
Τέλος, προσπάθησε να εφαρμόσει μικρά ή μεγαλύτερα "πειράγματα" ως ηθικές δοκιμασίες ή, αν προτιμάτε, ως δοκιμασίες πίστης, στο πλαίσιο της "προσωπικής" οικουμενικής θρησκείας που πρότεινε για τους άλλους, χωρίς να εξαιρεί τον εαυτό του.
Ο "τελευταίος πειρασμός" φάνηκε να είναι πραγματικά, ο τελικός.

Γιώργος Χατζηαποστόλου