Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Οι "μέλισσες" και ο Κάλβος

Η γνώμη ενός αναγνώστη για το μυθιστόρημα που έγραψε η Πόλυ Χατζημανωλάκη, με τίτλο: «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάϊρ», Εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2008.

Γεννήθηκα 90 χρόνια ακριβώς από την ημέρα όπου ο ποιητής είχε «μια μικρή διαφωνία με τη γυναίκα του», την 1η Νοεμβρίου 1959, επειδή αν και άρρωστος ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ψηφίσει. Η μητέρα μου που βρίσκεται στην ίδια ηλικία θέλει να πάει να ψηφίσει στις επόμενες Ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009 και όχι μόνο. Αλλά ας ασχοληθούμε με τον «δικό μου» Κάλβο με την έννοια του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τη φυσική, πολιτική και ποιητική του παρουσία.
Οι σκέψεις, οι ανησυχίες και οι γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις - οι μέλισσες - του Κάλβου έχουν ανάγκη από ένα αντίστοιχο - όσο μπορεί να υπάρξει αντιστοιχία - παράδειγμα σύγχρονης ζωής - μια μελέτη περίπτωσης (case study) ή καταγραφή μιας ιστορίας ζωής– ώστε να γίνουν αρχικά αναγνώσιμες, ύστερα προσεγγίσιμες και τέλος οικείες στον σημερινό αναγνώστη-ερευνητή-βιβλιόφιλο. Αυτή τη σύνδεση θεωρώ πως επιχείρησε και κατάφερε να δημιουργήσει η συγγραφική αυτή προσπάθεια της Π. Χατζημανωλάκη με έναν ανάλαφρο, όσο και στέρεο τρόπο που μου θυμίζει τις σχοινένιες γέφυρες που συνδέουν τις όχθες ποταμών μέσα στην τροπική ζούγκλα των πόλεων.
Αντιλαμβάνομαι τις δύο κύριες φιγούρες τον Πέτρο Ασλάνογλου και τον Ιάκωβο Λογιάδη του μυθιστορήματος σε εναλλακτικούς ρόλους:
Παιδιού/εφήβου – ώριμου ενήλικα με στοιχεία παιδικότητας,
Μαθητή και δασκάλου,
Μοναχικού και κοινωνικοποιημένου,
Αναγνώστη και λογοτέχνη,
και ως «μετεμψυχώσεις»
του Κάλβου (σε νεαρή ηλικία) – και του ηλικιωμένου Κάλβου,
γιατί ο Κάλβος δεν ήταν ένα μόνο πρόσωπο και δεν μπορεί να αποδοθεί μέσα από μια μόνο κοινωνική ή πολιτισμική εκδοχή.
Καθώς διαβάζω το βιβλίο της κυρίας Χατζημανωλάκη, διαπιστώνω έναν παραλληλισμό ανάμεσα στη ζωή της μέλισσας ως "υπόδειγμα αυστηρότητας και αγνότητας...." και της ζωής του Κάλβου. Σε άλλο σημείο ο αναγνώστης καλείται να μην βλέπει "παρά την αγνή μορφή που οραματίζεται ελευθερία". Λάθη στη γλώσσα, και αρχαϊκοί τύποι μας μεταφέρουν την αγωνία του ποιητή, να δώσει διέξοδο σε κρυφά νοήματα και σημασίες. Ο Κάλβος οραματιζόταν την αναγέννηση της ελληνικής λογοτεχνίας και πίστευε ότι «η απόσταση που χωρίζει τα νέα ελληνικά από τα αρχαία» δεν είναι αγεφύρωτη και γι’ αυτό πρέπει να διανυθεί από τους εκπαιδευτικούς και τους λογοτέχνες, αξιοποιώντας στη νεοελληνική έκφραση αρχαίες λέξεις με τον τρόπο που «έκτιζαν και οι Έλληνες τις εκκλησιές τους χρησιμοποιώντας που και που ένα κιονόκρανο από ένα ναό του Απόλλωνα».
Αλλά γιατί ο Κάλβος, σύμφωνα με όλους τους μελετητές του έργου του, ήταν «δύστροπος, ιδιότροπος και αντικοινωνικός;». Όπως γράφει η Έλλη Αλεξίου: «Στα μικρά του χρόνια του έλειψε η σπιτική διαβίωση» και φαίνεται πως «θα μεγάλωσε μέσα σε οράματα μοναξιάς και αφροντισιάς». Διάβασα, επίσης, τις απόψεις άλλων μελετητών για τη μορφή και τη συμπεριφορά του Κάλβου ' τις καταλαβαίνω όλες, δεν υιοθετώ απόλυτα καμία, παρότι είμαι πλησιέστερα στην προσέγγιση του Καψάσκη.
Έχω την έντονη διάθεση να παρακαλέσω τους μελλοντικούς ερευνητές να τον αφήσουν στην ησυχία του εκεί που βρίσκεται ' μια τέτοια γοητευτική διαφορετικότητα που υλοποίησε η προσωπικότητα του ποιητή, είναι το γέννημα μιας βαθιάς πνευματικής καλλιέργειας και ενός απόδημου αναχωρητισμού που εκδηλώθηκε σε ένα εναλλασσόμενο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου περιπλανήθηκε ο Ανδρέας Κάλβος στη διάρκεια της ζωής του. Θα ανησυχούσα αν κάποιοι μελετητές του έργου του τον έβλεπαν ως έναν απόγονο των τροβαδούρων της Ευρώπης του Μεσαίωνα, όπου ως κοσμοπολίτης περιηγητής περιδιάβηκε πολλές χώρες τις Ευρώπης, έζησε έντονα τον έρωτα, τη δόξα, τη ζωή και πέθανε νέος ή / και «πλήρης ημερών» και κενός πνεύματος σαν Έλληνας αποξενωμένος από την αρχαία πολιτισμική παράδοση.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Το ιστολόγιο της Π. Χατζημανωλάκη βρίσκεται στη διεύθυνση: http://waxtablets.blogspot.com/

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Ένας Ευρωπαίος πολιτισμικός πρόσφυγας

«Όπως όλοι οι Ευρωπαίοι μεγάλωσα κι εγώ με την διδασκαλία ότι ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι εμείς, οι πολιτισμένοι του κόσμου είμαστε οι απόγονοι όλων αυτών των θαυμάσιων ανθρώπων όπως ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Φειδίας και χίλιοι δυο άλλοι. Και μάθαμε να λέμε «Δημοκρατία» και «πολιτική» και «οικονομία» και «θέατρο» και «ποίηση» και χίλιες δυο άλλες Ελληνικές λέξεις, και ποτέ δάσκαλος δεν μας είπε ότι είναι περίεργο πώς οι πολιτισμένοι λαοί, όπως οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, δεν βρήκαν στις τόσο πλούσιες γλώσσες τους λέξεις για να εκφράσουν τις πιο βασικές δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος: είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και τέρμα. Και δεν βρέθηκε δάσκαλος που να μας πει ότι μολονότι εμείς είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, υπάρχουν κάποιοι φτωχοί συγγενείς που λέγονται Έλληνες και ίσως νάναι και αυτοί απόγονοι των «δικών» μας αρχαίων προγόνων.
»Έτσι μεγάλωσα. Ύστερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, αποφάσισα να κάνω και εγώ ένα ταξίδι – προσκύνημα – στην πατρίδα του πολιτισμού «μου». Και ξεκίνησα για την Ελλάδα.
»Ήταν, όπως είπα, πριν δεκαπέντε χρόνια: ένα ωραίο πρωί του Ιουνίου, ξεμπαρκάρισα στην Ηγουμενίτσα, αρχή του προσκυνήματος.
»Με εντυπωσίασε το τοπίο, τρελλάθηκα με τα βουνά της Ηπείρου, με τα Γιάννενα, έμεινα με ανοιχτό στόμα στη Δωδώνη και νόμισα ότι άρχιζα να νοιώθω την Ελλάδα. Αλλά πριν φθάσω στην Πελοπόννησο και στην Αττική ξέχασα τοπία και αρχαιότητες, γιατί στο Αγρίνιο έπαθα το πρώτο «κοινωνιολογικό σοκ»:
» Ήταν απογευματάκι όταν έφτασα στην πλατεία του Αγρινίου, μόλις είχε τελειώσει η «σιέστα», ήδη ανοίγανε τα καφενεία και αποφάσισα να πιω ένα καφέ. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και βγήκα, κάθισα σε ένα τραπέζι και παράγγειλα. Αυτή τη στιγμή σηκώνεται από ένα άλλο τραπέζι ο μοναδικός άλλος πελάτης και έρχεται κοντά μου, κάθεται στο τραπέζι μου και αρχίζει να μου μιλάει. Δεν ήξερα τότε ακόμα ελληνικά και με το λεξικό που είχα στην τσέπη μου και με μερικές αγγλικές λέξεις που ήξερε ο συνομιλητής μου, σιγά-σιγά κατάλαβα τι θέλει ο άνθρωπος. Ήθελε να με γνωρίσει. Με ρώτησε από πού είμαι, τι δουλειά κάνω, αν είμαι παντρεμένος, αν ζουν οι γονείς μου και άλλα. Μου είπε ότι ο ίδιος είναι καπνεργάτης. Και τότε έπαθα το σοκ: Πώς γινόταν αυτό; Πώς είναι δυνατόν ένας εργάτης να μιλάει ελεύθερα με έναν αντιπρόσωπο της αστικής τάξης; Πώς μπορεί να ενδιαφέρεται χωρίς συμφέρον – γιατί ήξερε και αυτός, όπως εγώ, ότι ποτέ στη ζωή μας δεν θα ξαναϊδωθούμε – για κάποιον που θα έπρεπε ή να μισεί ή να φοβάται ή, τουλάχιστον, να νοιώθει απέναντί του ένα τέτοιο σύμπλεγμα κατωτερότητας, που να μην του έρθει ποτέ η επιθυμία να του μιλήσει. Γιατί σε μας, στις ευρωπαϊκές χώρες, αυτές είναι οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων…»
Αυτό το κοινωνιολογικό και πολιτισμικό σοκ ήταν η αφορμή για να παραμείνει τελικά μόνιμα στην Ελλάδα ο Αυστριακός Λαυρέντιος Γκέμερεϋ. Το απόσπασμα που παραθέτουμε ανήκει στην εισαγωγή του αξιοσημείωτου βιβλίου του «Η δύση της Δύσης. Η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός», που κυκλοφόρησε το 1977 και βρίσκεται ακόμη στα βιβλιοπωλεία. Στο βιβλίο αυτό ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ επιχειρεί να αναλύσει τον ζώντα ελληνικό πολιτισμό σε αντιπαράθεση προς τον αστικό και ορθολογικό πολιτισμό της Δύσης. Φθάνοντας στην Ελλάδα ο ίδιος, –διευθυντής τότε του «Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου» της Βιέννης με σπουδές Θεολογίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας, αλλά και ιερέας του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος–, άρχισε να μελετά την ελληνική πραγματικότητα για να διαμορφώσει μια πολιτισμική και ιστορική εικόνα ολότελα διαφορετική από κείνη που του είχαν μεταδώσει οι σπουδές του.
Εντυπωσιάζεται με τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες δεν παραδέχονται ταξικές διακρίσεις και γοητεύεται από τις ιδιορρυθμίες της ελληνικής νοοτροπίας: τον αυθορμητισμό, τη μόνιμη τάση προς το στιγμιαίο, την περιφρόνηση και απόρριψη κάθε οργανωμένης καταπίεσης, την έλλειψη κάθε συστήματος, δηλαδή μ’ αυτό που, με κάποια περιφρόνηση, ονομάζεται «Ρωμηοσύνη». Τον συγκλονίζει η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργεί κανένα σύστημα, όχι γιατί ο Έλληνας είναι υποανάπτυκτος όπως διατείνονται οι Ευρωπαίοι, αλλά γιατί ο Έλληνας αφήνει πάντα περιθώρια για το απρόβλεπτο και αποδέχεται το ανορθολογικό. Διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η «ελληνική ανθρωπιά» δεν είναι ηθική στάση επιβεβλημένη από κυριαρχικές μορφές, αλλά μια αναρχική διακύμανση ανάμεσα στα ατομικά και στα κοινωνικά συμφέροντα. Αποκτά πλέον τη βεβαιότητα ότι στην Ελλάδα βρήκε την παρουσία του αυτόνομου υποκειμένου, το οποίο στη Δύση δεν είναι εφικτό, παρά μόνο σαν αντικείμενο. Θέλει με το βιβλίο του να βοηθήσει τους Έλληνες να δουν τον, εξιδανικευμένο γι’ αυτούς, ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κριτικό μάτι και εύχεται να γλυτώσουν οι Έλληνες από τον εξευρωπαϊσμό, που τόσο επιθυμούν.
Ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ που είχε γεννηθεί το 1931 στο Γκρατς της Αυστρίας πέθανε πριν λίγα χρόνια στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δήλωνε, κατά την δική του έκφραση, «πολιτισμικός πρόσφυγας».
Δημήτρης Μαυρίδης

Αναδημοσιεύεται από τον τόπο: http://www.antibaro.gr/articles/identity/0409-mauridhs-prosfugas.html
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Το περιεχόμενο της εικόνας

Η εποχή μας λέγεται συχνά «εποχή της ταχείας πληροφόρησης» ή, με μια διάθεση υποβάθμισης της ποιότητας ζωής: «εποχή της εικόνας». Όμως, πάντα αδυνατούσα να κατανοήσω ποια κακή πρόθεση μπορούμε να προσάψουμε σε μια εικόνα καθαυτή ' ίσως, μόνο το γεγονός πως μπορεί να είναι άσχημη ή και αποκρουστική. Προσωπικά, με ενοχλεί η εικόνα που μιμείται με πρόχειρο αλλά και με εξεζητημένο τρόπο μια άλλη εικόνα και επαναλαμβάνει ένα πρότυπο τέχνης και τεχνικής παγιωμένο, κοινά αποδεκτό ' σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγει να γίνεται καθολικά βαρετό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναλαμβανόμενης τεχνοτροπίας ανά τους αιώνες είναι η βυζαντινή αγιογραφία. Η επαναλαμβανόμενη θεματική ιερών επεισοδίων της Βίβλου, οι αυστηρές έως βλοσυρές μορφές από τις οποίες έχει αφαιρεθεί επιμελώς κάθε ανθρώπινο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μορφές των καθημερινών ανθρώπων, παρουσιάζονται σαν να απεικονίζουν ανθρώπινες μορφές που δεν περπάτησαν ποτέ στη γη ανάμεσά μας και επομένως δεν μας συνδέει τίποτε άμεσα με αυτές. Η θρησκοληψία και ο θεοκρατισμός του Βυζαντίου, προβάλλεται μέσα από τις αναπαραστάσεις της τυπικής βυζαντινής αγιογραφίας που κοσμούν τους τοίχους των περισσότερων σύγχρονων ναών της Ελλάδας, ενώ απουσιάζουν εντελώς οι καλλιτεχνικές προτάσεις άλλων ορθόδοξων χριστιανικών Εκκλησιών όπως χωρών της ανατολικής Ευρώπης, της Αφρικής ή της Αμερικής. Η πλειοψηφία των αγιογράφων χρησιμοποιώντας τα ίδια χρώματα αλλά και πολύτιμα μέταλλα επιχειρούν να αποδώσουν την έννοια του απόμακρου και του εξωπραγματικού στις μορφές επειδή φαίνεται να θεωρούν πως το οικείο άγιο πρόσωπο και θέμα δεν αποκομίζει τον σεβασμό του χριστιανού.
Η απουσία των νέων ανθρώπων από την Εκκλησία, στις ημέρες μας, έχει θορυβήσει τους υπεύθυνους όχι ως καίριο γεγονός της απόρριψης των ηθικών και πολιτισμικών προτύπων που προβάλλονται από την κοινωνία αλλά ως απώλεια εσόδων. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και ως πολιτιστική επιχείρηση αν δούμε τη διαχείριση του χώρου των εκκλησιών στην Ελλάδα, το «θρησκευτικό προϊόν» οφείλει να γίνει περισσότερο ελκυστικό αν επιθυμούμε να ενισχυθεί από τους νέους ανθρώπους. Η Εκκλησία σήμερα για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας χώρος όπου πραγματοποιούνται ορισμένες τελετές (γάμοι, βαπτίσεις κλπ), ακούγονται ψαλμωδίες σε μια ακατανόητη γλώσσα περασμένης εποχής, ενώ στους τοίχους αναπαριστάνονται ασκητικές μορφές που μοιάζουν με ανθρώπινες -χωρίς να είναι- απουσιάζει η μουσική και κυριαρχεί η αίσθηση πως ο ναός δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εκκλησιαστικό μουσείο.
Ορισμένοι -ελάχιστοι- εμπνευσμένοι καλλιτέχνες όπως ο Τίνα Μάσχα, τηρώντας με προσοχή τις ισορροπίες ανάμεσα στα χαρακτηριστικά των Αγίων προσώπων της βυζαντινής αλλά και της δυτικής τέχνης, την ανατολική τεχνοτροπία της Ινδίας και της Κίνας αλλά και ίχνη της χρωματικής της αφρικανικής τέχνης, απελευθερώνει τα Άγια πρόσωπα από την τυπική βυζαντινή τεχνοτροπία και δίνοντάς τους μια πειστική απεικόνιση της πραγματικής -ανθρώπινης- όψης τους, επιτρέπει στις μορφές, όπως κινούνται μέσα σε άπλετο φως, να πλησιάσουν τον παρατηρητή ως γνωστά πρόσωπα που επιδιώκουν την προσέγγιση με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η αίσθηση του εξωπραγματικού και η πνευματική ενέργεια υποβάλλονται μέσα από το εκθαμβωτικό φως και τους πορφυρούς τόνους ' ο θεατής ελκύεται από την έκφραση των συναισθημάτων των αγίων προσώπων, που έρχονται προς το μέρος του με φιλική διάθεση και την τάση να ενισχύσουν την πίστη του ' όχι ως διώκτες της αμαρτίας ή ως αυτόκλητοι τιμωροί.
Η πρώτη επαφή με το έργο της Τίνας Μάσχα αφήνει τον θεατή έκθαμβο και αμέσως μετά, γαλήνιο, επειδή βρίσκει στον κάθε πίνακα εικόνες από όνειρα γνώριμα που ποτέ δεν είχε τολμήσει να φαντασθεί πως μπορούσαν να αποτυπωθούν με τέτοια φυσικότητα αλλά και τέτοια δύναμη πάνω στον καμβά. Η απελευθερωμένη από κάθε έννοια μίμησης ζωγραφική δημιουργία της Τίνας Μάσχα και η παρουσίαση ενός θρησκευτικού κοσμοπολιτισμού στο έργο της ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, ουσιαστικά, μια έννοια πνευματικής ανανέωσης, που αφορά κυρίως το περιεχόμενο των εικόνων, σήμερα αλλά και αύριο.

Ολοκληρώθηκε η έκθεση ζωγραφικής αγιογραφίας της Τίνας Μάσχα ' η έκθεση πλαισιώθηκε από εκκλησιαστικά αντικείμενα και χριστιανικά σύμβολα από την προσωπική Συλλογή της Γκαλερί Κουρντ - Κασσιανής 2 και Φαναριωτών (πάροδος Ιπποκράτους) - 114 71, Τel. +30 210 6426573, Fax +30 210 6426518, info@gallerykourd.gr και http://www.gallerykourd.gr/
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Απρίλιος 2009