Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Waiting for God to do...

Περιμένοντας το Θεό να κάνει... Waiting for Godot


Η μακρόχρονη φτώχεια και η πάγια μοναξιά είναι συνθήκες απάνθρωπες και ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται αφάνταστα να ζήσει μέσα σε αυτές. Αντίθετα, η μοναξιά όταν μοιράζεται ανάμεσα στα δύο φτωχά παιδιά του έργου -τον Βλαντιμίρ ή Ντιντί και τον Εστραγκόν- γίνεται "ανεκτή" αν και σε αρκετές στιγμές οι συγκρούσεις μεταξύ τους και η γκρίνια είναι αναπόφευκτα. Η απουσία του Θεού σε έναν έρημο κόσμο είναι εμφατική στο έργο του Μπέκετ και προτείνεται -ειρωνικά- η αντικατάσταση του με ένα ανθρώπινο είδωλο -τον Γκοντό- που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει! Οι πρωταγωνιστές, λοιπόν, στρέφονται προς τον εαυτό τους αλλά μη βρίσκοντας ερείσματα, εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μια καλύτερη ζωή στη βοήθεια ενός άλλου ανθρώπου (του πλούσιου Γκοντό). Οι δύο περιθωριακοί τύποι αναμένουν την εμφάνισή του διευκολυντή της ζωής τους, βιώνοντας μια ασαφή, απροσδιόριστη και ανεδαφική προσδοκία, χωρίς να κάνουν τίποτα γι αυτό, όπως οι ολιγόπιστοι χριστιανοί που περιμένουν άπραγοι την έλευση του Θεού στη Δευτέρα Παρουσία!
Αντ' αυτού, παρουσιάζονται μπροστά τους ένας "κύριος" και ο ασυνήθιστος δούλος του,  ως σύμβολα των σχέσεων εξουσίας που υφίστανται συνήθως στην καθημερινότητα της αστικής κοινωνίας. Ο "κύριος" είναι  ανάλγητος και βίαιος και ο υπηρέτης του -παθολογικά- δουλοπρεπής! Ο δούλος φαίνεται να υφίσταται τις ταπεινώσεις αντλώντας δύναμη από την ίδια τη φύση της αποστολής του, δηλαδή από την υποχρέωσή του να μεταφέρει διαρκώς τις αποσκευές του αφεντικού του και έτσι "ισορροπεί!" Ο υπηρέτης είναι διαρκώς αμίλητος και σκυφτός μα καταλαβαίνει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του αν και δεν αντιδρά, παρά μόνο τη στιγμή που ο Ντίντι επιχειρεί να σφουγγίσει τα δάκρυά του, κλωτσώντας τον! Αντιλαμβάνεται αυτή τη χειρονομία συμπόνοιας ως κίνηση "ευνουχισμού" της δύναμης του "ζώου" που φοβάται μήπως απωλέσει ολόκληρη την κτηνώδη ισχύ του, αν εξημερωθεί και, επομένως, χάσει τη χρηστική του αξία! Ο "κύριος" ως εκπρόσωπος του πλούτου, είναι τυφλός (κατά Αριστοφάνη) και ο Λάκυ (ο υπηρέτης) κάθε άλλο, παρά τυχερός.  Όταν φοράει το καπέλο του (σύμβολο της άκρατης πληροφόρησης από τα ΜΜΕ) και δέχεται την εντολή να εκφραστεί -καθώς έχει εκχωρήσει στον "κύριο" την ελεύθερη βουλήσή του- εκδηλώνει μια πρωτόγνωρη, χειμαρρώδη ορμή και εξωτερικεύει κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε πληροφορία -χρήσιμη και άχρηστη- σαν να εκδικείται τη σιωπή και την αποκτήνωση στην οποία έχει καταδικαστεί από το περιβάλλον του. 
Ένα άβουλο παιδί -εκπρόσωπος των παιδιών του μέλλοντος και προβολή των πολλών ακαλλιέργητων πλασμάτων της νέας γενιάς- όπου η Εκπαίδευση υπολειτουργεί και η Αγορά γιγαντώνεται, μεταφέρει, παθητικά, τα μηνύματα του Γκοντό στα δύο φτωχά παιδιά που τον περιμένουν, μάταια!
Ο τρόπος γραφής του Μπέκετ μοιάζει με διανοητική άσκηση ' ένα πείραμα που συμβαίνει σε έναν χώρο αλλοτριωμένο κι απόμακρο από την κοινωνία όπου οι ηθοποιοί εμπλέκονται "παρά τη θέλησή τους" και δεν έχουν τη δύναμη να απεμπλακούν, ενώ οι θεατές αιφνιδιάζονται με την ιδεολογική τόλμη και την ηθογραφική ελευθερία του συγγραφέα. Τα πρόσωπα του έργου αντιδρούν με αναμενόμενο τρόπο, μόνο στην επίκληση: Βοήθεια! Τα κορίτσια, που υποδύονται πειστικά όλους τους ανδρικούς ρόλους του έργου, προσφέρουν μια αίσθηση δροσιάς και παιδικότητας στον θεατή αναπλάθοντας την εικόνα των δύο αγοριών, ακριβώς επειδή δεν είναι άνδρες, με συνέπεια το κοινό να μπορεί να παρακολουθήσει αβίαστα μια δημιουργική θεατρική παράσταση.
Σε έργα, όπως αυτό, του Μπέκετ, αποδίδω την πηγή της έμπνευσης σύγχρονων Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, όπως για παράδειγμα, ο Κώστας Μουρσελάς που έπλασε τους δύο χαρακτήρες -τον Λουκά και τον Σόλωνα- στο "Εκείνος κι Εκείνος" ή ξένων καλλιτεχνών όπως η Μαρίνα Αμπράμοβιτς που έχει εξελίξει, την φαινομενική απραξία, σε εκφραστική εικαστική μέθοδο. Η επαναλαμβανόμενη προσφώνηση "γουρούνι" του αφεντικού προς τον δούλο, ενέπνευσε μάλλον και την σεναριογράφο Λίλιαν Δημητρακοπούλου σε μια παλιότερη σειρά της Ελληνικής τηλεόρασης, με τίτλο: "Εσύ φταις!" (2000) για να μας θυμίζει πως κατοικούμε σε αυτή τη "φάρμα των ζώων" όπου η επανάσταση καθυστερεί και η ανοχή ξεχειλίζει. Τελευταία, στην κωμωδία του Νίκου Παναγιωτόπουλου η Λιμουζίνα (2013), μας δίνεται μια αίσθηση της προσωπικότητας του Σάμιουελ Μπέκετ.
Έστω, λοιπόν και ο "απόηχος" σημαντικών έργων όπως το Περιμένοντας τον Γκοντό (1948) μπορεί -μεταλλαγμένος- να προσφέρει, αν όχι  πραγματική ψυχαγωγία, πάντως, μια σύντομη διασκέδαση.

Γιώργος Δημητρίου Χ.   

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Πέντε δυσκολίες για να ξαναγράψουμε την αλήθεια

 

Πέρασαν ογδόντα χρόνια από την παρουσίαση αυτών των κειμένων του Μπρέχτ στο Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας (Παρίσι, 1935). Οι ερευνητές υπολογίζουν πως ο ελάχιστος χρόνος που χρειάζονται οι κοινωνίες για να μετασχηματιστούν σημαντικά, είναι το διάστημα τριών γενεών. Επομένως, φαίνεται πως έφθασε ο καιρός και για την ελληνική κοινωνία να αλλάξει!
Διαισθάνομαι πως σήμερα (2015) είναι η πλέον κατάλληλη περίοδος ώστε ο πολιτισμός μας να χρησιμοποιήσει το κύριο εργαλείο του -την τέχνη- για ν’ αποφασίσει σε ποιά πλευρά θέλει να ανήκει. Να μην επιτρέψει στους επαγγελματίες της πολιτικής και στους συμβούλους τους (της επικοινωνίας), να παριστάνουν τους άτυχους ηγέτες ή τους προβληματισμένους συμβουλάτορες που η μοίρα επέλεξε να οδηγήσουν τη χώρα τους έξω από την «κρίση» απαιτώντας τυφλή υπακοή από τους πολλούς. Η τέχνη μπορεί να παραπλανήσει, να συσκοτίσει ή να ξεγελάσει τους πολλούς παραχωρώντας τους μικρές κοινωνικές οάσεις (θεάματα άνευ άρτου) μέσα στην έρημο  της παγκοσμιοποίησης αλλά οφείλει στον εαυτό της και στις δημοκρατικές πηγές της να παραμερίσει την αμάθεια και να διευρύνει τη γνώση · πρέπει να περιορίσει όλες τις αυτοκαταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου χαρίζοντας απλόχερα κοινωνική αλληλεγγύη και στηρίζοντας την προσωπική δημιουργικότητα.
 
Όποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια έχει να ξεπεράσει, όπως σημειώνει ο Μπρέχτ, το λιγότερο πέντε δυσκολίες, είτε κανείς γράφει βιβλία είτε αρθρογραφεί σε εφημερίδες είτε παίζει στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Πρέπει να έχει :
 
·       το θάρρος να γράφει την αλήθεια παρόλο που στο χώρο της οικογένειας, της τυπικής εκπαίδευσης, της επαγγελματικής ζωής και της οικονομικής συγκυρίας την καταπνίγουν·
·       την εξυπνάδα να αναγνωρίσει την αλήθεια παρόλο που τη σκεπάζουν οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι οικονομικοί ή πολιτικοί φορείς και ορισμένοι καλλιτεχνικοί δημιουργοί·
·       την τέχνη να κάνει την αλήθεια εύχρηστη σαν όπλο (ψυχολογικό, κοινωνικό)·
·       την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ αποκτήσει δύναμη (καλλιτέχνες, επιστήμονες, πολιτικούς)·
·       την πονηριά να διαδώσει την αλήθεια ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους ώστε να είναι, πρακτικά, αδύνατο να αποσιωπηθεί.   
 
Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για 'κείνους που γράφουν κάτω απ’ το φασισμό, ή μέσα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης -το ίδιο και χειρότερο, είναι- υπάρχουν όμως και γι' αυτούς που έχασαν την εργασία τους ή ξενιτεύτηκαν, ακόμα και για όσους γράφουν σε χώρες της αστικής ελευθερίας, όπως η Ελλάδα.
Η μεγάλη αλήθεια της εποχής µας (που δεν αρκεί κανείς μόνο να τη βρει) είναι ότι η ήπειρος µας βουλιάζει στην απανθρωπιά επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν µε τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο απ’ όπου να βγαίνει πως ή κατάσταση που βρισκόμαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούµε ότι τα βασανιστήρια (ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση) γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντας το αυτό χάνουμε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν είναι αλήθεια).
Πρέπει να πούµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα µας (είτε αυτή λέγεται Γερμανία είτε λέγεται Ελλάδα) για να μπορέσει να γίνει αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις εργασίας.
Πρέπει ακόµα να το πούµε στους εργαζόμενους που υποφέρουν πιο πολύ απ’ όλους κάτω απ’ τις σημερινές εργασιακές σχέσεις και έχουν το πιο δυνατό συμφέρον για την αλλαγή τους και σ’ εκείνους που μπορούμε να οδηγήσουμε στους εργάτες σαν συμμάχους, γιατί στην πραγµατικότητα δεν έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα µέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν μερίδιο απ’ τα κέρδη και αυτά τα βήματα πρέπει να γίνουν µε μεγάλη μεθοδικότητα.
Αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάμε ταυτόχρονα, γιατί δεν μπορούμε να ερευνάμε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές, και καθώς, διώχνοντας κάθε πειρασμό δειλίας, γυρεύουμε τις αληθινές αιτίες µε τη σκέψη µας στραμμένη σ’ εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιµοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε και το πως θα τους δώσουμε την αλήθεια µε τρόπο που να ’ναι στα χέρια τους όπλο, και µε τόση προσοχή που η μετάδοση αυτή να µη µπορεί ν’ ανακαλυφτεί και να εμποδιστεί από τον εχθρό.
Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαιτήσεις µας, όταν ζητάμε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.
 
Μπέρτολτ ΜπρεχτΠέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια (Πολιτικά κείμενα). Μετάφραση: Βασίλης Βεργωτής, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα: 2005
 
                                                 Απόδοση: Γιώργος Δημητρίου Χ.