Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Όσα δεν ξόδεψα


Σήμερα (ξημερώματα της Δευτέρας), είδα την επανάληψη της χθεσινής εκπομπής αφιερώματος της ΕΡΤ στον Παναγιώτη Κουνάδη και σε άλλες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Γνώρισα προσωπικά τον Κουνάδη στο βιβλιοπωλείο του Νικολάτου στη Σόλωνος (Αθήνα) όπου εργάστηκα κατά διαστήματα και ερχόταν τακτικά για να προμηθευτεί χαρτικά. Του μίλησα για μια κοινή μας φίλη, την Ξένια, με την οποία είχαν υπάρξει παλιοί συναγωνιστές στο παρελθόν. Ζεστός και καταδεκτικός, ιδιαίτερα ισορροπημένος άνθρωπος.  Αρχίσαμε να μιλάμε σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια. Ανάμεσα στα τόσα σημαντικά που είπε στην εκπομπή για το πάθος του να συλλέγει δίσκους σχετικά με τους δημιουργούς και εκτελεστές του ρεμπέτικου τραγουδιού, απομονώνω μια φράση του, όταν η κουβέντα ήρθε στο οικονομικό κόστος αυτής της δαπανηρής συνήθειάς του: "Το αρχείο μου, είναι τα τσιγάρα που δεν κάπνισα, οι καφέδες που δεν ήπια και το αλκοόλ που δεν κατανάλωσα..." Τόσο οικεία λόγια που τα επαναλάμβανα για χρόνια κι εγώ αλλά σχετικά με το πάθος μου να συλλέγω βιβλία. Σε αυτή τη θέση του Παναγιώτη Κουνάδη θα πρόσθετα:α βιβλία μου είναι οι κινηματογραφικές προβολές που δεν παρακολούθησα, τα γεύματα στα ταβερνάκια που δεν έκανα και οι διακοπές που δεν πήγα". Θυμάμαι, πως η τελευταία φορά που έκανα διακοπές ήταν το καλοκαίρι του 1992-1993. 
Τα βιβλία μου -μη φανταστείτε κάτι υπερβολικό- τα υπολογίζω γύρω στις 2.500-3000 τόμους ' για τα ελληνικά δεδομένα είναι κάτι σημαντικό, γιατί οι Έλληνες κατά κανόνα δεν διαβάζουν, αλλά για τους ξένους είναι απλώς μια μικρή βιβλιοθήκη. Συνειδητοποίησα το μικρό μέγεθος της βιβλιοθήκης μου όταν άρχισα να αναζητώ προγράμματα ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης των βιβλίων μου στο Διαδίκτυο. Τα βιβλία μου δεν είναι πολύ παλιά αλλά σύγχρονα. Δυστυχώς, δεν μπορούσα ποτέ να διαθέσω πολλά χρήματα για την αγορά βιβλίων. Η συλλογή άρχισε να δημιουργείται από το 1980. Τα περισσότερα είναι αγορασμένα από τα παλαιοβιβλιοπωλεία στο Μοναστηράκι και τα ονομάζω, για να τα τιμήσω, "δικαιωμένα βιβλία", βιβλία που εκπλήρωσαν τον προορισμό τους, δηλαδή διαβάστηκαν. Έχω ανάμικτα συναισθήματα για τα βιβλία που παρότι εκδόθηκαν πριν από αρκετά  χρόνια (μπορεί και σαράντα χρόνια, σε ορισμένες περιπτώσεις) οι σελίδες τους παραμένουν άκοπες. Όπως έχω ξαναγράψει και παλιότερα, θέλω να νομίζω πως τα βιβλία είναι τα μόνα αντικείμενα που έχουν μια μορφή ψυχής ως αντανάκλαση της ψυχής του ανθρώπου που τα έγραψε. Πάντως, παρά τη μεγάλη συναισθηματική αξία που τους αποδίδω, τα βιβλία έχουν ιδιαίτερα χαμηλή τιμή μεταπώλησης προς μεγάλη λύπη των πλούσιων πωλητών όπως άλλοι και προς μεγάλη χαρά των τυχερών (φτωχών) αναγνωστών, όπως εγώ. 
Ένας από τους λόγους που χώρισα από την τελευταία μου σχέση ήταν και η άποψή της πως έπρεπε να "ανοίξω" τον περιορισμένο χώρο όπου κατοικώ, βάζοντας τα βιβλία μου σε χαρτόκουτα και απομακρύνοντάς τα, αφού, ασφαλώς, αρνήθηκα να τα πετάξω! Και να σκεφτείτε πως αυτά μου τα είπε μια καθηγήτρια που υποτίθεται πως θα έπρεπε να έχει μια "άλλη" σχέση με τα βιβλία 'μια γυναίκα που με βοήθησε πολύ, χωρίς, όμως να με καταλαβαίνει! Αποδεικνύεται από την καθημερινή εμπειρία πως ο ασφαλέστερος τρόπος να μισήσει ένας ενήλικος τα βιβλία είναι να τον υποχρεώνουν σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής πορείας του να τα διαβάζει, παρά τη θέλησή του ' πράγμα τόσο συνηθισμένο στην ελληνική εκπαίδευση που βασίζεται στην απομνημόνευση και ωθεί τους μαθητές στη βαθμοθηρία.
Τα βιβλία, όμως, δεν βρίσκονται στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς μόνον όσων δεν έκανα αλλά και όσων με βοήθησαν να κάνω. Με βοήθησαν να γράφω τις νύχτες -καληώρα- να εκφράζω τις σκέψεις μου, να διαβάζω ότι έγραψα, στην αρχή στην οικογένειά μου και μετά σε φίλους και γνωστούς, να συνειδητοποιώ πως τα "μεγάλα" προσωπικά μου "προβλήματα" είναι καταγεγραμμένα θέματα που είτε έχουν από καιρό λυθεί είτε σμικρύνονται κάτω από τον ήλιο της καθημερινότητας τόσο ώστε να παύουν να είναι εμπόδια και γίνονται εύκολες ασκήσεις που λύνονται συχνά με με τη σκέψη ή, σε πιο περίπλοκες καταστάσεις, με μολύβι και χαρτί. 
Και είναι τόσο απλό οι γονείς να εμπνεύσουν τα παιδιά διαβάζοντάς τους παραμύθια, ώστε να αγαπήσουν τα βιβλία.... αλλά οι γονείς αγάπησαν τα βιβλία κατά τη διάρκεια της σχολικής τους εκπαίδευσης;  Η απάντηση δίνεται άμεσα μόλις επισκεφθείτε μια κατοικία φίλων ή γνωστών με παιδιά και δείτε αν υπάρχει ή αν απουσιάζει μια βιβλιοθήκη! 
Σήμερα, εν μέσω κρίσης, ένα μεταχειρισμένο βιβλίο αξίζει όσο ένα πακέτο τσιγάρα, όσο ένας καφές και όσο μισό ποτό, δηλαδή 5 ευρώ! Τι είναι πιο σημαντικό; Να εντυπωσιάσεις το κορίτσι παίρνοντας ύφος Μπόγκαρντ, Σινάτρα ή Ήστγουντ καθώς πίνεις και καπνίζεις ή να κοιμηθείς ήσυχος το βράδυ και να ξυπνήσεις ελαφρός το πρωί, χωρίς να έχεις συναντήσει στον ύπνο σου "σκιές" και στον δρόμο σου "εχθρούς"; Γιατί έχεις αποκλείσει την περίπτωση, όταν ο πατέρας σου σου είπε να είσαι "σκληρός άντρας" γιατί έτσι θα αρέσεις στις γυναίκες, να ήταν ηλίθιος, και όταν η μητέρα σου, σου είπε πως η δύναμη της γυναίκας είναι η ομορφιά του σώματος και όχι το μυαλό της, να μην ήταν στα "καλά της;" Μόνο και μόνο το γεγονός πως υπήρξαν ή είναι ακόμα (αν ζουν), γονείς σου, δεν δικαιώνει αυτομάτως και τις επιλογές τους ' ούτε είναι ασέβεια να αμφισβητήσεις τις προτροπές τους. Πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς απαραίτητα και να ωριμάζουν. Η ωριμότητα αποκτάται με την κοινωνική τριβή και την διανοητική άσκηση ' δεν κληρονομείται και δεν αντιγράφεται. Αλλά όλα αυτά θα μπορούσες να τα σκεφθείς αν είχες παιδεία και η παιδεία αποκτάται πέρα από την αγάπη για τα βιβλία και από τη διάθεση να παρακολουθείς καλό θέατρο που συμπληρώνει και αναβαθμίζει τις εμπειρίες της ζωής. 
Θυμάμαι τον φίλο μου τον Γιώργο από το Κολέγιο. Συζητούσαμε μια μέρα για τους γονείς μας. Του έκανα μια ερώτηση χωρίς να συνειδητοποιώ, τότε,το βάρος της. Το ερώτημα δείχνει απλό αλλά η απάντηση μπορεί να μας πληγώσει: σε αγάπησαν οι γονείς σου, δηλαδή, με άλλα λόγια, κατάλαβαν αυτό που είσαι; Η απάντηση που δόθηκε ήταν ένα ξερό : Όχι! Δεν τόλμησα να ξαναρωτήσω για διάβασμα, για βιβλία και τα σχετικά γιατί είδα ένα σκυμμένο κεφάλι. Από τότε προσέχω τις ερωτήσεις μου.   
Είναι φαίνεται κανόνας της ζωής να αγαπάμε ότι μας έδειξαν -με αγάπη- να κάνουμε!

Γιώργος Χατζηαποστόλου