Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Μια νύχτα με ένα ενήλικο "παιδί"


Ρομανσέρο from Margaret Paschou on Vimeo.

Μιλώντας για τον έρωτα διαπιστώνω πως δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε γενικές έννοιες που συνδυάζουν με έναν μοναδικό τρόπο τη δομημένη σκέψη και την ενστικτώδη αντίδραση, το θεωρητικό και το πρακτικό, την αλήθεια και το ψέμα. Πάντως, θα προσπαθήσω να είμαι σαφής και όσο γίνεται πιο συγκεκριμένος. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας απασχολήσω για λίγη ώρα. Επειδή οι ερωτικές σχέσεις που είχα έως τώρα στη ζωή μου, μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, δεν μπορώ ασφαλώς, να μιλήσω σαν ειδικός και θα περιοριστώ στο ρόλο του παρατηρητή, ή αν προτιμάτε, του μαθητευόμενου και του παραμυθά. Θα σας πω λοιπόν ένα παραμύθι, το δικό μου παραμύθι.
Μια φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’60 γεννήθηκε στην Αθήνα ένα αγοράκι που τον ονόμασαν Γιωργάκη, από το όνομα του παππού του. Η μητέρα του, που ήταν ιδιωτική υπάλληλος και αργότερα ελεύθερη επαγγελματίας και αγαπούσε ιδιαίτερα τη ζωγραφική, ενδιαφερόταν πάρα πολύ για την ανάπτυξή του -εκπαιδευτική και κοινωνική- ενώ ο πατέρας του, που δούλευε σαν εργάτης και μεγάλωσε χωρίς καμία γονική φροντίδα, τον προόριζε για ένα αντράκι που όφειλε να γίνει σκληρό, επιπόλαιο και με την έννοια αυτή ελκυστικό και το οποίο βασιζόμενο στη γοητεία του θα μπορούσε, στο μέλλον, να κάνει έναν πλούσιο γάμο, ώστε να μη χρειάζεται να εργαστεί και επομένως να κουραστεί στη ζωή. Ο Γιωργάκης, από την πλευρά του, είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια γειτονιά με χωματόδρομους, με αλάνες, με λίγα παιχνίδια, αλλά με ένα μεγάλο προνόμιο: να λέει ότι θέλει, για όποιον θέλει και να έχει διαρκή ασυλία από τη μητέρα του. Όσο θυμάται τον εαυτό του μιλούσε καθαρά και άρθρωνε με θαυμαστό τρόπο, για την ηλικία του, τη σκέψη του σε φράσεις αλλά και σε πρώιμη κριτική σκέψη, με αποτέλεσμα να τραβά την προσοχή των συγγενών και των φίλων, ως το μοναχοπαίδι και ταυτόχρονα το μικρότερο από όλα τα ξαδέλφια του. Το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ζαν Πωλ Σάρτρ «Οι λέξεις» και το παραμύθι του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ «Ο μικρός πρίγκιπας» εκφράζουν παραστατικά τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τη γλωσσική έκφραση αλλά και τη θέση του στον κόσμο ο Γιωργάκης. Μεγάλωσε ανάμεσα στη γιαγιά (μητέρα της μητέρας του) και πολλά ξαδέλφια, από τα οποία ξεχώριζε τα κορίτσια, επειδή του έδειχναν την αγάπη τους, επειδή μύριζαν ωραία και γιατί είχαν πολύ απαλό δέρμα ' τόσο, που όταν τον αγκάλιαζαν κυριολεκτικά έλιωνε! Είχε όμως ένα παράπονο: μετά από τον πρώτο καιρό που άρχισε να εκφράζει τη σκέψη του φωναχτά, οι μεν άντρες συγγενείς τον ειρωνεύονταν, οι δε εξαδέλφες του δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά. Γιατί άραγε; Μάλλον γιατί ήταν κοντός, γιατί μικρός δεν υπήρξε ποτέ! Έτσι, τουλάχιστον αισθανόταν! Αντιμετώπιζε την παιδική ηλικία περίπου ως μια ανατομική υστέρηση από την οποία θα απαλλασσόταν σε λίγα χρόνια, όταν επιτέλους θα μεγάλωνε και σωματικά! Οι «μεγάλοι» ' -συγγνώμη, οι ψηλοί ήθελα να πω- δεν αναγνώριζαν πως αφού είχε το θάρρος της γνώμης του έπρεπε να του παραχωρήσουν και μια ισότιμη θέση ανάμεσά τους. Φαίνεται πως η ωριμότητα έχει μια ακαθόριστη σύνδεση με την ηλικία και το φύλο αλλά και με την κοινωνική τάξη. Ποτέ δεν είμασταν πλούσιοι αλλά με την εργασία των δικών μου και τη δική μου είχαμε καταφέρει να ανήκουμε στην λεγόμενη «μεσαία τάξη» έτσι όπως την τραγούδησε αργότερα ο Δήμος Μούτσης. Όσο μεγάλωνε ο Γιωργάκης διαπίστωνε πως οι γυναίκες δεν έχουν μόνο προσόντα, αλλά και ελαττώματα, αλλά όχι όλες, λίγες ' μόνο αυτές που τον απέρριπταν ως «αρσενικό» και το κυριότερο, ως «άτομο με άποψη!».
Τα χρόνια πέρασαν, ο Γιωργάκης ψήλωσε, αλλά παρότι δεν έλεγε πια δυνατά τη σκέψη του, κάποιες γυναίκες συνέχιζαν να μην τον δέχονται ως παρέα ή ως φίλο. Τι συνέβαινε; Φαίνεται πως του είχαν ξεφύγει και κάποια άλλα κριτήρια που κάνουν έναν άνθρωπο κοινωνικά αποδεκτό. Ποια ήταν αυτά και, το κυριότερο: πως του είχαν διαφύγει; Ο Γιωργάκης πάντα σεβόταν τις συμβουλές και τις παραινέσεις της μητέρας του ' ήταν καλός μαθητής, αν και δεν διάβαζε πολύ, ήταν ήσυχος στο σχολείο και στις κοινωνικές συναναστροφές της οικογένειας με συγγενείς και φίλους σε βαθμό που να αναγνωρίζουν όλοι πόσο καλό παιδί είναι. Άλλο βέβαια καλό και άλλο βολικό παιδί. Αργότερα έμαθε πως πέρα από την ικανοποίηση των αναγκών για τροφή, στέγη αλλά και γνωσιακές αναζητήσεις, έπρεπε να δείχνει την ίδια βαρύτητα για την ένδυση, την υπόδηση αλλά και για τον ατομικό καλλωπισμό -πράγματα στα οποία ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία- καθώς δεν διδάχθηκε γι αυτά ή τα θεωρούσε μια άσκοπη μεταμφίεση του «προσωπικά ατομικού» σε «κοινωνικά αποδεκτό». Ένα από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια του Γιωργάκη ήταν το «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου και ένα δεύτερο, μεγάλο σε σχήμα, βιβλίο «Το Σύμπαν» ' μια προαναγγελία των επικείμενων κατορθωμάτων της Αστρονομίας και της Σύγχρονης Αστροναυτικής. Όταν οι επιστήμονες συζητούσαν τότε για τη μελλοντική δημιουργία σταθμών στο διάστημα και, από την άλλη πλευρά, η εκκλησία αποθάρρυνε την επιδίωξη της απόκτησης των υλικών αγαθών, ο Γιωργάκης μην ξοδεύοντας χρήματα για την αγορά ρούχων, κοσμημάτων ή για την τακτική διασκέδαση, θεωρούσε πως είναι έξω από τη μόδα και ταυτόχρονα πιο κοντά στην Εκκλησία. Οι γονείς ήσαν τα πρόσωπα του θεατρικού έργου όπου πρωταγωνιστούσαν και οι τρείς ενώ ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος δεν ήταν παρά μια ατέλειωτη πληθώρα δευτεραγωνιστών που αντιμετωπίζονταν, στην πράξη, ως μια μορφή «σκηνικού!». Αυτή η κατάσταση θα διαιωνιζόταν, αν ο Γιωργάκης που εν τω μεταξύ έγινε Γιώργος, δεν χρειαζόταν «δίπλωμα ανθρώπου» που γράφει ο Αντώνης Σαμαράκης και κατακτάται μέσα από την επαγγελματική ένταξη αλλά κυρίως μέσα από το «ερωτικό παιχνίδι».
Και τώρα γιατί «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντυβάλ και ποια σχέση έχει με αυτό ο τίτλος της ανάρτησης ; Πριν από δύο χρόνια περίπου, γνώρισα μια κοπέλα που το μέγεθός της και το παιδικό της πρόσωπο παρέπεμπαν σε ένα παιδί κι ας είχε ήδη πατήσει τα δεύτερα -άντα. Η ωρίμανση δεν συμβαδίζει πάντα με την ηλικία. Η ίδια δεν έκρυβε πως αισθάνεται συναισθηματικά ανώριμη, αν και διανοητικά ήταν εξαιρετικά αναπτυγμένη . με γνώσεις, με χιούμορ, χαριτωμένη, αλλά ευάλωτη. Η διαφορά μας ήταν ότι εκείνη είχε επίγνωση πως της έλειπε το «δίπλωμα ανθρώπου», έτσι όπως πραγματοποιείται μέσα από την ερωτική επικοινωνία, ενώ εγώ το θεωρούσα για τον εαυτό μου από δεδομένο έως περιττό! Παρόλα αυτά ένα πράγμα τριβέλιζε το μυαλό μου, όπως είμαστε στο καθιστικό, τη νύχτα που αποφασίσαμε να βρεθούμε στον ίδιο χώρο: «…πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι …. πες μου τι να της πω Χριστέ μου, τώρα συνήθισα μονάχος» από το ποίημα του Σεφέρη. Στη συνέχεια -καθώς η παιδικότητά της αποκαλυπτόταν σε όλο της το μεγαλείο- έπιασα τον εαυτό μου να προσεύχεται, να μου δώσει ο Θεός τη δύναμη να μην κάνω έρωτα με αυτό το «παιδί» ' τόσο ανυπεράσπιστη φάνταζε στα μάτια μου αυτή η ομολογημένη και απροκάλυπτη συναισθηματική ανωριμότητα που την ξεχείλιζε. Ήταν αδύνατο να το κάνω, γιατί ποτέ δεν έχω «φάει άνθρωπο, ωμό!» όπως γράφω σε ένα εφηβικό μου ποίημα. Δεν χρειάστηκε να της πω κάτι ' αφού την κράτησα για αρκετή ώρα αγκαλιά και μιλήσαμε πολύ, με ρώτησε απλά: «θέλεις να πάμε μέσα;» και ένευσα καταφατικά. Την επόμενη στιγμή το σώμα μου πήγε στο κρεβάτι αλλά η ψυχή μου γύριζε στο ταβάνι σαν πουλί που ψάχνει τη φωλιά του και τη βρίσκει. Τα λόγια του Σεφέρη τα είχε τώρα αντικαταστήσει η εικόνα του ιερωμένου στο «Ρομανσέρο» που αποφασίζει να μην κάνει έρωτα με τη γυναίκα. Η γυναίκα εκείνη στο "Ρομανσέρο", το πρωί της άλλης μέρας, κατανοεί πως ο έρωτας δεν είναι μια μάχη με νικητή και ηττημένο, ούτε μια προσυμφωνημένη ισοπαλία στο σκάκι ανάμεσα σε δύο παρόμοιους παίχτες, παρά μια πρώιμη φάση της αγάπης και η αποθέωση της αρμονίας. Η αγάπη εμπεριέχει τον σεβασμό και χωρίς αυτόν δε μπορεί να υπάρχει σχέση ' δεν υπάρχουν εξετάσεις, ούτε προβλέπεται «δίπλωμα» και όλα συντείνουν ώστε να οδηγήσουν τους «εξεταζόμενους» να προσέλθουν! Λίγες ημέρες μετά από αυτή τη νύχτα, συναντηθήκαμε στο σπίτι μιας αγαπημένης φίλης της, όπου διαπιστώσαμε την ασυμβατότητα της σχέσης μας, την αγκάλιασα, φάγαμε όλοι μαζί και της τραγούδησα το «Σαν ραγίσει το ποτήρι» του Σταύρου Κουγιουμτζή.
Για μερικούς μήνες αργότερα, μάθαινα πως έλεγε διάφορα εναντίον μου αμφισβητώντας με ως άντρα και ως άνθρωπο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εγώ όταν τελείωσε εκείνη η νύχτα ήμουν απίστευτα γαλήνιος, όπως όταν βγαίνεις από την εκκλησία όπου πήγες ν’ ανάψεις ένα κερί και διαισθάνεσαι πως η προσευχή σου εισακούστηκε. Σημειώνεται πως στη συνέχεια, με τη φίλη της δημιουργήσαμε μια δυνατή σχέση που διήρκεσε ένα χρόνο περίπου και στην οποία ερωτικά ήμουν «όπως έπρεπε» αποκαθιστώντας την «πληγωμένη» φήμη μου. Η δεύτερη αυτή κοπέλα που ήταν ολόκληρη «μια μεγάλη καρδιά» με βοήθησε με κάθε τρόπο να σταθώ ξανά στα πόδια μου, μετά τους διαδοχικούς θανάτους των δικών μου ' της χρωστάω πολλά! Με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη διακοπή της σχέσης μας το πρώτο κορίτσι μου τηλεφώνησε και πήγαμε μαζί και οι τρεις μας στην τελετή της Ανάστασης του 2011. Άλλοι γιορτάζουν τις επετείους των γάμων τους, εμείς γιορτάσαμε την επέτειο του χωρισμού μας. Νομίζω, πως έχουμε αρχίσει να ωριμάζουμε! Ο Λάμπρος Λιάβας -σήμερα παραμονή- έλεγε πως η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου είναι το Πάσχα του καλοκαιριού.
Αφιερωμένο στη γιορτή της Παναγίας

Γιώργος Δημητρίου Χ.