Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Ένα τραγούδι: αφιέρωμα στη μνήμη του Γιώργου Ζαμπέτα!

Στίχοι: Γιώργος Ζαμπέτας
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ζαμπέτας



Αποσπάσματα από έρωτες

Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου.
Εκείνη μονάχη της,
έψησε ένα καφεδάκι,
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη της,
πήρε τον πρώτο τόμο από
τ' απομνημονεύματά της,
ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα.
Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά
πράγματα. Μα σαν έφτασε στη
σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια
εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι
έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά,
έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν,
αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε
παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος εκ των υστέρων
απεδείχθη ακατάλληλος.
Κι έτσι "καθαρίσανε" ένα βράδυ
που το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.
Σελίδα 9 του εβδομηκοστού
τετάρτου τόμου.
Έγραφε οτι ήτανε καλοκαιριάκι
οτι είχε βγει στην παραλία
να κάνει το μπάνιο της.
Εκεί γνώρισε ένα νεαρό,
τον επλησίασε, ανταλλάξανε
μερικές κουβέντες και τον
ρώτησε για τ' όνομά του.
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι
Φριτς. Τον αγάπησε τρελά. Αλλά
σαν μπήκε το φθινόπωρο, αυτός
την πούλεψε για την πατρίδα του
και κείνη ξέμεινε μόνη της,
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε,
ράιτ θρου.
Σελίδα 6, Άρθρο Βου,
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου.
Έγραφε οτι πήγε και τον
εσυνάντησε και του είπε οτι
θα έπρεπε να γίνει ο γάμος.
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση και
προσδιορίστηκε Πέμπτη ώρα μηδέν
και τριάντα τρία πρώτα και
σαράντα εννέα δεύτερα.
Η μέρα πλησίασε,
εκείνη για να πάει να παντρευτεί,
μπήκε στο μπάνιο της,
έριξε τα αποσμητικά της,
τα απορρυπαντικά της, ντύθηκε,
φόρεσε το νυφικό ενώ απ' όξω
το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.

Αυτή είναι
η ιστορία μιας κυρίας.

-
Αποσπάσματα από Έρωτες (Part II) Πάρτη Του
-
Συστημένη επιστολή
Μετά το γάμο, δεν πέρασε πολύς καιρός
αυτός ένα βράδυ, πήρε δρόμο κι εξηφανίσθη
Οι λόγοι, της εξαφανίσεώς του
ήτανε τελείως μυστικοί
Εκείνη, πάλι ξέμεινε μόνη της
άναψε ένα τσιγαράκι, κίνγκ σάιζ
σηκώθηκε, πήγε ετάισε τους κύνας
τάισε και τας γαλάς
και καθήμενη στο ράντζο
απολάμβανε τη φύση
η οποία εκείνη τη βραδιά
ήτανε θλιμμένη, πολύ θλιμμένη
σκοτεινή και μαύρη
και η βρόχα έπιπτε ράι θρου
Πέρασαν χρόνια και χρόνια, κι αυτή τον
περίμενε
κι όλο τον περίμενε, ξαπλωμένη στην
ντιβανοκασέλα της
σηκώθηκε πήγε στο γκάρντεν, βγήκε απ' το
γκάρντεν
ξαναπήγε ξαναξάπλωσε, όταν ξαφνικά
άκουσε να χτυπάει το κουδούνι
Βγήκε και ήρθε αντιμέτωπη με τον ταχυδρόμο
Της έφερε ένα γράμμα συστημένο, από τα
μακρινά
Το πήρε με λαχτάρα, υπόγραψε στο κιτάπι
του
ταχυδρομικού διανομέα, το άνοιξε κι άρχισε
να το διαβάζει: Κεντρική Ευρώπη του μηνός τάδε,
ημέρα τάδε και ώρα τάδε και κάτι ψηλά,
κάθετος και παύλα
σου έρχομαι μετά από χρόνια, να σου πω το
γκουντ μόρνινγκ μου
με το χάου αρ γιού μου, να σου ρίξω κι ένα
αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου
για να καταλάβεις ότι μέχρι τώρα δεν σε
ξέχασα
αλλά οι ασχολίες μου με τα τέσσερα παιδιά
δεν μου επέτρεψαν να επικοινωνήσω τόσα
χρόνια μαζί σου
διότι ο ένας μου γιός σπουδάζει στην Ελβετία
πολιτικές επιστήμες
ο άλλος μου γιός είναι στο Μπερναμπούκο
σπουδάζει δερματολογία
η κόρη μου αντικιτέρρρρρρρρρ στη Γαλλία
και το μεγαλύτερο μου παιδί απ' όλα
πηγαίνει από την Ουρακοτάγκα στην Ουγκάντα
κι έχει ο Θεός κάποτε ίσως σε συναντήσω,
αμήν.
Εκείνη δάκρυσε για το χαμένο έρωτα
έκλεισε το γράμμα, αποκοιμήθηκε απάνω στο
γράμμα
με τις παλιές αναμνήσεις
ένα βράδυ που το φεγγάρι δε βγήκε
και η βρόχα έπεφτε ράι θρου.


Οι στίχοι προέρχονται από τον τόπο: http://www.stixoi.info/