Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ο Διάλογος του ποιητή με τον σοφιστή - λόγιο


Το Ελληνικό Έθνος είχε την τύχη να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν τη σκέψη και τις ανάγκες της ψυχής του -εκτός από γηγενείς δασκάλους, όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι αγωνιστές της Επανάστασης- κυρίως απόδημοι Έλληνες, όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Διονύσιος Σολωμός.
Ο Διονύσιος Σολωμός λειτούργησε ως καίριος εκφραστής του πνεύματος του 1821 και κατάφερε να μεταγράψει τη σκληρή πραγματικότητα των ανθρώπων του λαού σε ένα ανθρωπιστικό, ποιητικό έργο αρχών και θέσεων.
Το έργο "Διάλογος" δοκιμάζει μια ανταλλαγή σκέψεων και απόψεων με τον λαϊκό και τον μορφωμένο άνθρωπο της εποχής, ως τις δύο όψεις του Έλληνος και έχει σκοπό να αποκαλύψει την αλήθεια πέρα από ιδεοληψίες, εμμονές και προκαταλήψεις.
Αντικατέστησα, από το πρωτότυπο κείμενο, μόνο μερικά γραμματολογικά στοιχεία (ρήματα, προθέσεις, συνδέσμους, επιρρήματα) για να δείξω πως παραμένει σύγχρονο και ζωντανό και για να γίνει περισσότερο κατανοητό στα νέα παιδιά.  
Τα νέα παιδιά, σήμερα, δεν έχουν ανάγκη να μάθουν τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά να μορφωθούν ουσιαστικά με τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η αρχαία ελληνική γραμματεία πρέπει να είναι δοσμένη στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα για να γίνεται απόλυτα κατανοητή' δεν θέλουμε να παράγουμε "παπαγάλους" ' αναζητούμε ανθρώπους με συνθετική ικανότητα και κριτική σκέψη!   
 
Γιώργος Χατζηαποστόλου

ΔΙΑΛΟΓΟΣ [1]

A voce più ch’al ver drizzan li volti;[2]
E così ferman sua opinione,
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti

Dante Purg. XXVI, 121-123

ΠΟΙΗΤΗΣΦΙΛΟΣΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ

ΦΙΛ. Έπειτα από τόσα λόγια, ξεχάστηκες κοιτάζοντας κατά τη μεριά της Πελοποννήσου.
ΠΟΙΗΤ. Αλλά πρέπει να ξέχασες και συ, γιατί δε μου μιλούσες εντελώς·  είναι πιθανό να στοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· μπορεί να πέρασαν τρεις ώρες αφού ο ήλιος μεσουράνησε, θέ­λουν ακόμη τέσσερις για να θολώσουν τα νερά, και, αν θέλεις, μπορούμε να καθίσουμε σε τούτη την πέτρα, και να ξαναρχήσουμε.
ΦΙΛ. Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυννέφιαστος.
ΠΟΙΗΤ. Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να ξεκινήσει για την Πελοπόννησο, δεν θα μπορούσε να κάνει ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυστα τα κουπιά.
ΦΙΛ. Τι σου αρέσει περισσότερο, η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;
ΠΟΙΗΤ. Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, που απλώνεται καθαρώτατη· την θεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, που απομακρύνεται από τις ανησυχίες του κόσμου, και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού πέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μεσολόγγι, μ' αρέσει περισσότερο η ταραχή· φαίνονταν δυο δύο, τρία τρία, και ξεχώριζες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, που λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν στο πέλαγο του Ιονίου, και συντρίβονταν στο γιαλό της Ζα­κύνθου.
ΦΙΛ. Το θυμάμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, που σε παραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το ράντισμα, όπου από πάνω μας 'σταλοβολούσε η θάλασσα.
ΠΟΙΗΤ. Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχονται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να ποτιστούμε από λίγες σταλαγματιές θαλασσινές.
ΦΙΛ. Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά την Πελοπόννησο, και να ξανασωπάσης... αλλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να μιλάς όποτε θέλω.
ΠΟΙΗΤ. Κατάλαβα· θέλεις να μιλήσουμε για τη γλώσσα· σαν να έχω κάτι άλλο στο νου μου, εκτός από ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατάει τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει να πατήσει γρήγορα τα σοφολογιωτίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυο θέλουν να προχωρήσουν στο δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν πίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κράζει ή κανένας Τούρκος τραυλίζει· γιατί για ’μένα είναι όμοιοι και οι δύο.
ΦΙΛ. Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λόκ· Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, στο οποίον έχουν ανταπόκριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολεύει, για να κόψει ή να εμποδίσει τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον θεωρούν εχθρό της αλήθειας και της πολυμάθειας.
ΠΟΙΗΤ. Τι λες; ως πότε θα πηγαίνει μπροστά αυτή η υπόθεση; Ένας λαός από το ένα μέρος να μιλάει μ’ έναν τρόπο, και λίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαό να μιλάει μία γλώσσα 'δική τους!
ΦΙΛ. Για κάποιο καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήσει· η αλήθεια είναι καλή θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρό. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά επειδή γράφοντας μ’ εκείνο τον τρόπον τον σκοτεινό απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι σφαλερός.
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν είναι άξιοι να παρομοιαστούν με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.
ΦΙΛ. Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σαίξπηρ εξαί­ρετα και θέλω να σου ξαναθυμίσω τα λόγια του, γιατί, μα την αλήθεια, μου ξαναθυμίζουν τον τρόπο, με τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου εργαστηρίου μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρω πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφές, αγγεία από χοντρό πηλό πράσινο, ήταν φούσκες, ήταν βρωμόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αραιά σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσ­καλέσουν τον αγοραστή[3].
ΠΟΙΗΤ.: Βλέπω από μακρυά έναν Σοφολογιώτατο· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου, και για τη 'δική του, να μην έλθει κοντά μας.
ΦΙΛ.: Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις πάρα πολύ.
ΠΟΙΗΤ. Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγμα­τα, όπου είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι  φιλονίκησαν για τη γλώσσα, και το ζήτημα τελείωσε στην εποχή του Δαλαμβέρτ· την συνέχισαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· τη σκυτάλη παρέλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά Έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τις αποφύγουμε, πέσαμε σε χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιώτατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή στα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλά οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία ούτε μιλιέται, ούτε άλλες φορές μιλήθηκε, ούτε πρόκειται ποτέ να μιληθεί.
ΦΙΛ.: Ο Σοφολογιώτατος έρχεται προς εμάς·
ΠΟΙΗΤ.: Καλώς τα 'δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κοίτα τον πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, σαν να ήθελε να ενωθεί με τη μύτη. Ώ να γινόταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, πού να μην μπορεί πλέον ν' ανοίξει το στόμα του, για να φωτίσει το γένος!
ΣΟΦ. Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' βρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι σε κίνδυνο η δόξα του γένους· ένα βιβλίο πρόκειται να τυπωθεί 'γρήγορα, γραμμένο στη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, πού λέγει κακό για εμάς τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.
ΦΙΛ. Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦ. Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, μπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι πού σπουδάζω για το κοινό όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να βγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ’ εσένα, πού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρο συγγραφέα.
ΦΙΛ. Και ποίος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦ. Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν 'πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και, από τη μανία τη μεγάλη, μπορούμε να πούμε 'πως ξαναγεννήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχει και στο θυμό του σκοτώσει πρόβατα και αυτός, και ντροπιασθεί.
ΣΟΦ. Ας ντροπιασθεί· γι' αυτόν δεν με μέλει· με μέλει για το κοινό όφελος.
ΠΟΙΗΤ. Και τι όφελος;
ΣΟΦ. Η γλώσσα σου φαίνεται λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξεις το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξεις πρώτα τες ορθές λέξεις.
ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τις λέξεις ο συγγραφέας δεν τις διδάσκει, μάλιστα τις μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.
ΣΟΦ. (Μέ μεγάλη φωνή). Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα σπούδασες από μικρός;
ΠΟΙΗΤ. (Με μεγαλύτερη φωνή), Γνωρίζεις τους Έλληνες, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους σπούδαξες από μικρός;
ΦΙΛ. Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμαστε στο δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιό της με μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.
ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανεί μεγαλόπρεπος). Αλήθεια, φίλε· έτσι έκανε και ο Σωκράτης.
ΠΟΙΗΤ. Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθεί. Ωστόσο σου ξαναλέω ότι ο δάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.
ΣΟΦ. Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφότερους του έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού, πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζόμαστε.
ΠΟΙΗΤ. Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πεί πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν φαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν τις ίδιες λέξεις έχουν τους ίδιους στοχασμούς· τα νομίσματα στον τόπο, στον οποίο ζεις, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλα αυτά στα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ξέρω να τα ξοδέψω, στα χέρια σου αξίζουν λίγο περισ­σότερο, γιατί ξέρεις και τα εξοικονομείς, και στα χέρια ενός τρίτου σε λίγο καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως σ’ αυτούς, όπως διαφέρουν στις φυσιογνωμίες· και αν κατά δυστυχία του γένους κανένας Σοφολογιώτατος τρελαινόταν, είναι πιθανό να ξεθύμαινε την τρέλα του με τα ίδια λόγια, πού ήταν συνηθισμένος να μιλάει· και για αυτό είναι σωστό πράγμα να πω, ότι συλλογίζεται σαν κ' εσένα;
ΣΟΦ. Σε αυτό το τελευταίο, φρόνιμα μίλησες· τις λέξεις όμως του λαού να μεταχειριζόμαστε είναι άγνωστο πράγμα.
ΠΟΙΗΤ. Το ενάντιο είναι άγνωστο. Σε τι περιστάσεις βρισκόμαστε, σε τι περιστάσεις βρίσκεται η γλώσσα μας; Βγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να εξευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;
ΣΟΦ. .. .'σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια..
ΠΟΙΗΤ. Πολύ 'ψηλά πήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πως πρέπει να πορευθούμε;
ΣΟΦ. Πρέπει να τρέξουμε στις μορφές των ελληνικών λέ­ξεων, και να πάρουμε όσες μπορούμε, και κάποιες από τις δικές μας, που δεν είχαν οι Παλαιοί, να τις σύρουμε στην παλαιά μορφή.
ΠΟΙΗΤ. Γιατί;
ΣΟΦ. Γιατί αυτές οι λέξεις είναι ευγενικότερες.
ΠΟΙΗΤ. Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου, ενώ μου λες τέτοια;
ΣΟΦ. Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!
ΠΟΙΗΤ. Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σου λέγω ωστόσο, 'πως έχεις καταπιεσμένη την κρίση από τον κόπο, που έκανες, για να τις μάθεις, και επειδή παρατηρώ 'πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι στο χέρι, σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικότερο το δικό μας, ή το ιταλικό;
ΣΟΦ. Όσο για τούτο... τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν ευγένεια.
ΠΟΙΗΤ. Επομένως δεν έχουν καμία αφ' εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τι δηλώνουν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέγει, τα βάζει σε τάξη, και το μάτι διαβάζει· Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιώτατος. Στην πρώτη λέξη, σκύβω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και στην τρίτη, γελάω για χρόνια ‘ το ίδιο 'Πες για τις λέξεις· η ευγένειά τους κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν τις μεταχειρίζεσαι.
ΣΟΦ. Όποιαν τέχνη και αν μεταχειριστείς, οι λέξεις τής τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες... Τι με κοιτάζεις χωρίς να μιλάς;
ΠΟΙΗΤ. Κοιτάζω τις άσπρες τρίχες της κεφαλής σου.
ΣΟΦ. Μα τι έχουν να κάνουν με τις λέξεις;
ΠΟΙΗΤ. Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, που άρχισε να σου κάνη σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και τις γλώσσες ακόμα, και ησύχασε.
ΣΟΦ. Τι ευγένεια μπορούν να έχουν οι λέξεις μας, αν είναι διεφθαρμένες;
ΠΟΙΗΤ. Την ευγένεια, που είχαν οι αγγλικές, πριν γράψει ο Σαίξπηρ, που είχαν οι γαλλικές, πριν γράψει ο Ρακίνας, που είχαν οι ελληνικές, πριν γράψει ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν τις λέξεις του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχει λέξεις από άλλες γλώσσες· και η ευγένεια των γλωσσών είναι σαν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο παππούς σου ευ­γενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπο, που έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.
ΣΟΦ. Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αλλά έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
ΠΟΙΗΤ. Εγώ δεν κάνω καμία, για να μην χάνω καιρό' και τη ζωή του Μαθουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν θ’ άνοιγα στόμα για τέτοιες ευχές, οι οποίες φέρνουν το ίδιο όφελος, που φέρνουν τα κλάματα στα σώματα των νεκρών. Οι ευχές, που κάνω είναι για να ξαναζήσει η σοφία, και η σοφία δεν θέλει να ξαναζήσει ποτέ, όσο γρά­φεται με τον τρόπο τον δικό σας. Καταλάβαινα πάντα τη δυστυχία να στοχάζομαι με τον Σωκράτη τις λέξεις σαν τις σφυριές· το αυτί σου Πυθαγορίζει στις παλιές, το δικό μου και του γένους στις τωρινές.
ΣΟΦ. Και ποιός μπορεί να με εμποδίσει να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, τις λέξεις μας με τα σχήματα της παλιάς;
ΠΟΙΗΤ. Για ποιό δίκαιο θέλεις να κάνεις τέτοια διόρθωση;
ΣΟΦ. Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνει με την οδηγία της μητέρας της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε, και να πούμε ομμάτιον· λέγει κρεβάτι, πρέπει να πούμε κρεβάτιον.
ΠΟΙΗΤ. Η πρόταση αυτή μοιάζει με την τρέλα κάποιων ανθρώ­πων, που παρουσιάζουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.
ΣΟΦ. Τι εννοείς να πεις.
ΠΟΙΗΤ. Εννοώ να πω, ότι μ' όλο που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την εξετάσεις καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια στα παραδείγματα των άλλων εθνών.
ΣΟΦ. Αυτό επιθυμώ να μου αποδείξεις.
ΠΟΙΗΤ. Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, στο οποίο βασίζεται το μεγάλο κτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημα σου, είναι βαρβαρότατη, όπως θα  σου το αποδείξω στο εξής. Η δια­φθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών ειδών: ή αλλάζουν τα φωνήεντα, ή αλλάζουν τα σύμφωνα, ή αλλάζουν τοπο­θεσία τα ψηφία, πού συνθέτουν μία λέξη. Τούτο γίνεται σε κάθε γλώσσα, που γεννιέται από άλλη. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ τες με τη γλώσσα που τις γέννησε, και θα δεις ολοφάνερη την αλήθεια, που σου λέω. Τώρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη, και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο, που εσείς αποφασίσατε να μεταχειρισθείτε· ΝΕL ΜΕΖΖΟ DEL CAMMIN DI NOSTRA VITA. Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάνουμε τη διόρθωση με την ίδια επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς στη γλώσσα σας· ΝΕL, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε ΙΝ, ΜΕΖΖΟ, εκείνα τα δύο ΖΖ είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε ΜEDIO. DEL, τίποτε. - CΑΜΜΙΝ, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται· αλλά θέλει μεγα­λοψυχία· ας το λατινίσουμε· CΑΜΜΙΝΙ. - ΝΟSTRΑ, πρέπει να πούμε ΝΟSTRΑΕ. - VITA, πρέπει να πούμε VITAE. να, διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος! ΙΝ ΜΕDΙΟ CΑΜΜΙΝΙ ΝΟSΤRΑΕ VIΤΑΕ.
ΣΟΦ. Αυτό είναι γελοίο.
ΠΟΙΗΤ. Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλ­λαχτα τα ίδια. Και τόσο ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ξέρει και αυτός κατ' αναλογία να κάνει στη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι στί­χοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια όμορφοι, όπως συμβαίνει με τον Βιργίλιο, πού όλον τον είχε στο νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιες διορθώσεις να τις κάνει. Γιατί δεν τις έκαναν οι Γάλλοι; γιατί δεν τις έκαναν οι Λατίνοι; Και πώς μπορούσαν να τις κάνουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη, και ας δούμε αν μπορεί ποτέ να αποβαρβαριστεί. Είπαμε vitae, αντί για vita· αλλά αποβαρβαρώθηκε με ένα τέτοιο τρόπο; Όχι, Σοφολογιώτατε· η μορφή της λέξης έπεσε από τη μία βαρβαρότητα στην άλλη· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή, και η αλη­θινά ευγενική; Ποιός το είπε; Ποιός ξέρει να σου το πει; το όφις, το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικότερο από το φίδι, το όφις λέγω, με τόσες άλλες λέξεις, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξή του είναι ελληνική· Και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιότατε, αργά αργά,  εγώ σε περιορίζω να μιλήσεις τη γλώσσα του Αδάμ, και μπορείς να μου ψάλεις με τον Δάντη: La lingua chio parlai fu tutta spenta[4] γιατί εγώ σου αποκρίνομαι: μίλα με τα νοήματα, για να μη βαρβαρίζεις!
ΣΟΦ. ...λοιπόν;
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν μίλα τού λαού της Ελλάδας όλες τις λέξεις...
ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας). Πάντα τον λαό μου ξεχωρίζεις για δάσκαλο! Ποιός το είπε ποτέ!
ΠΟΙΗΤ. Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμά­μαι σε τι μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα πράγματα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε τίποτε.
ΣΟΦ. Σε παρακαλώ να μου πεις ποιός το είπε;
ΠΟΙΗΤ. Άκουε, Σοφολογιώτατε, Και τρόμαξε· Is qui omnium eruditorum testimonio totiusque iudicio Graeciae cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate tum vero eloquentiae (ακούς Σοφολογιώτατε; eloquentiae), varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset omnium fuit facile princeps[5].
ΣΟΦ. Ποιός; Πες μου ποιός, να ησυχάσουμε.
ΠΟΙΗΤ. Θυμήσου το όνομα, που μελέτησες προηγούμενα, γιατί τώρα χρειάζεται.
ΣΟΦ. Ποιός, ο Σωκράτης;
ΠΟΙΗΤ. Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις στ' όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του[6]·
ΑΛ. Οἶμαι ἔγωγε· ἄλλα γοῦν πολλὰ οἷοί τ΄ εἰσὶν διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν.
ΣΩ. Ποῖα ταῦτα;
ΑΛ. Οἷον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγ΄ ἔμαθον͵ καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι εἰπεῖν ἐμαυτοῦ διδάσκαλον͵ ἀλλ΄ εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀναφέρω οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους.
ΣΩ. Ἀλλ΄͵ ὦ γενναῖε͵ τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί͵ καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ΄ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν.
ΑΛ. Τί δή;
ΣΩ. Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτὰ ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.
ΣΟΦ. ...Μη λάχει και εννοεί τίποτε άλλο;
ΠΟΙΗΤ. Εσύ, που είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμένα τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά δική σου.
ΣΟΦ. Δεν σου λέγω το αντίθετο... Ομορφότατα λόγια!
ΠΟΙΗΤ. Ομορφότατο νόημα! Ναι, Ομορφότατο νόημα: Αμέ τι ήθελες; να γράφει τις λέξεις της κεφαλής του καθένας; με ποιό δικαίωμα; με το δικαίωμα, που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν· ένας, που έχει πνεύμα και μάθηση, φτιάχνει μορφές λέξεων καθώς θελήσει, ένας άλλος κάνει, το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και σε λίγο καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων θέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα· και η φιλοσοφία άκουσε αυτή τη θέληση της φύσης, και την κήρυξε στους ανθρώπους. Όσο μεν γι' αυτό, πού υποπτεύεσαι, πως μήπως είναι κάτι άλλο απ’ ό,τι σημαίνουν τα λόγια, για ν' αφήσεις κάθε αμφιβολία θα σου πω πόσοι Κλασικοί ξαναείπαν το ίδιο πράγμα.
ΣΟΦ. Όχι, όχι, μη μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους, και για όσους θα γεννηθούν.
ΠΟΙΗΤ. Δικαία κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.
ΣΟΦ. Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περισσότερο από όσα δικαιώ­ματα μπορεί κανείς να προβάλει παρά να αμφιβάλλω στα λόγια του, κάλλιο να τρελαθώ, και στ’ αλήθεια θα τρελαθώ, αν αμφέβαλλα. Αλλά... τέτοιο πράγμα προκαλεί μεγάλη αγανάχτηση στην ψυχή μου... Είσαι γενναίος;
ΠΟΙΗΤ. Και αν δεν είμαι, — ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνομαι τέτοιος.
ΣΟΦ. Ω ! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!
ΠΟΙΗΤ. Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις.
ΣΟΦ. (ομιλώντας σιγανά). Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσε με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος, που το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;
ΠΟΙΗΤ. Δεν το πιστεύω· και ποιός το πιστεύει;
ΣΟΦ. Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαίας φατρίας.
ΠΟΙΗΤ. Στρεβλό πράγμα.
ΣΟΦ. Τι έλεγες έως τώρα συ ο ίδιος;
ΠΟΙΗΤ. Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμε ακόμη πώς πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα, είπα, και σου απόδειξα, πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζονται από κανέναν, με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.
ΣΟΦ. Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤ. Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός τη διδάσκει στον συγγραφέα.
ΣΟΦ. Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤ. Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο, όπου λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή, πως ο φιλόσοφος, για να την κυριεύσει, πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, μπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦ. Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
ΠΟΙΗΤ. Να, πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα, που πρόκειται να σου αναφέρω, θα φανερωθεί πως ο συγγραφέας πότε στις φράσεις του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων, όπου μεταχειρίζεται ο λαός, δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πως κάθε λέξι για να λάβει ευγένεια, δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγματα από τους ξένους, μη με ελέγχεις· γιατί το φταίξιμο δεν ‘είναι δικό μου· Quando fui desto innanzi la dimane, pianger senti' fra 'l sonno i miei figliuoli ch'eran con meco, e dimandar del pane[7]. Παρατήρησε, σε παρακαλώ. — το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της Τέχνης, τον Ούγολίνο; τούτα τα λόγια σου εγγίζουν την ψυχή;
ΣΟΦ. Μάλιστα.
ΠΟΙΗΤ. Εδώ δεν είναι μεταφορά καμία, εδώ δεν είναι καμία φράση δεινή, και σε τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθη­σε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το con meco, όπου οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν μπορεί να προέρ­χεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ' εαυτού του δεν τολμάει να κάνει και ως προς τούτο, θυμήσου το δω του Ομήρου[8], το ca’ του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και, για να πληροφορηθείς 'πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος όπου τα πλάττει, βάλε και εσύ, κατά μίμηση, αντί για ψωμί, ψω, να ιδούμε τι απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.
ΣΟΦ. Σε ποιές περιστάσεις ο ποιητής δεν ακολουθεί στις φράσεις του τον λαό;
ΠΟΙΗΤ. Σε πολλές· όμως και σε αυτές πρέπει οι φράσεις του να έχουν κάποιαν αναλογία με τις άλλες, όπου υπάρχουν· ed essa e l'altre mossero a sua danza, e quasi velocissime faville, mi si velar di sùbita distanza[9] Στους πρώτους δύο στίχους, οι φράσεις του ποιητή είναι φρά­σεις του λαού, στον τρίτον όχι, και έχει τέχνη καλή η μορφή των λέ­ξεων και μ’ όλα αυτά είναι πάντοτε η ίδια — Io venni in loco d’ ogni luce muto[10] - αυτή η φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει, γιατί είναι δικά του.
ΣΟΦ. Δώσ’ μου κανένα παράδειγμα, για να καταλάβω με ποιό τρό­πο οι λέξεις, που φαίνονται χυδαίες, μπορούν να εξευγενιστούν.
ΠΟΙΗΤ. Αμέσως· όχι με το να μην αλλάζεις ποτέ τη μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα, - sollevo, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli, αυτά τα λόγια σου φαίνονται ευγενικά;
ΣΟΦ. Τα τρία τα στερνά μου φαίνονται πολύ χυδαία.
ΠΟΙΗΤ. La bocca sollevò dal fiero pasto - quel peccator, forbendola a' capelli - del capo ch'elli avea di retro guasto[11]. Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σου φέρνουν φρίκη ή όχι;
ΣΟΦ. —
ΠΟΙΗΤ. Να, λοιπόν, αν έχεις ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαία· αν δεν έχεις, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη, που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαία.
ΣΟΦ. Η βάση λοιπόν, στην οποία πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;
ΠΟΙΗΤ. Εξ αποφάσεως.
ΣΟΦ. Και πώς ημπορεί να γίνει αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν καταλαβαινόμαστε ανάμεσά μας.
ΠΟΙΗΤ. Πόσες διάλεκτοι; Πόσες; Κοίτα καλά, μη σε απα­τήσει η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τις διαλέκτους της Ελ­λάδας· δέκα λόγια, που εμείς έχουμε αλλιώτικα από εκείνα, που έχουν στην Πελοπόννησο, τι πειράζουν; Έπειτα, ποιές είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και άλλοι λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς μπορούνε, και άλλου λένε μπορούν· τι διαφορές είναι τούτες; δεν καταβαινόμαστε ανάμεσά μας; άφησε να το λένε αυτό οι Ιταλοί, οι οποίοι αλη­θινά δεν καταλαβαίνονται. Απέκτησες ξένον δούλο ποτέ;
ΣΟΦ. Τους δούλους μου βγάζεις έξω τώρα;
ΠΟΙΗΤ. Αποκρίσου, γιατί δεν ξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.
ΣΟΦ. Απέκτησα.
ΠΟΙΗΤ. Όταν μιλούσαν τους καταλάβαινες;
ΣΟΦ. —
ΠΟΙΗΤ. Αποκρίνομαι εγώ· εγώ απέκτησα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον καταλάβαινα εξαίρετα· έναν από τη Γαστούνη, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χίο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους καταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να μιλούν ανθρώπους από το Μεσο­λόγγι, από την Κωνσταντινούπολη και τα λοιπά, και τους καταλάβαινα τόσο, που σχεδόν έλεγα πως είναι από τον τόπο μου.
ΣΟΦ. Μα αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.
ΠΟΙΗΤ. Ήταν· και ο Χριστόπουλος, που είναι κάθε άλλο πα­ρά αμαθέστατος, γράφει με τις λέξεις αυτών.
ΣΟΦ. Και αυτές οι λέξεις...
ΠΟΙΗΤ. Και αυτές οι λέξεις είναι οι ίδιες, με τις οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, που δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζει, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα Κλέφτικα τυπωμένα, και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά, και παρατηρήσαμε 'πως δεν έχουν μία λέξη, που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.
ΣΟΦ. Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμία;
ΠΟΙΗΤ. Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετή δικαιολογία, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποιός αποφάσισε πως είναι φτωχή;
ΣΟΦ. Όλοι οι σοφοί του έθνους.
ΠΟΙΗΤ. Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως μπορούν να κάνουν λάθος;
ΣΟΦ. Είναι ευκολότερο να κάνετε λάθος εσείς.
ΠΟΙΗΤ. Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; στην εποχή του Δάντη δεν κινήθηκε κάτι πα­ρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν κατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρ­μένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράψει άν­θρωπος, πού έχει σοφία; δεν αυθαδίασαν να του φωνάξουν πως έπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματα του το πιπέρι; Τι λοιπόν μου βγάζεις έξω τους σοφούς, για να με τρομάξεις; δεν είχαν σ’ αυτό περισ­σότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι τραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ι­ταλία που να μη σπουδάζει, για να μάθει τη γλώσσα του Δάντη;
* * *([12])
ΣΟΦ. Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια, και όχι για τίποτε άλλο.
ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφ.) Τίμια λόγια σου βγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια· αλλά συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας την αλήθεια μ’ εκείνο τον τρόπο, απατήθηκες, σφίγγοντας στον κόρφο σου το φάντασμα της. Έ­λα στο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα που γράφετε· ως πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι, και να μας ξαναθυμίζουν τις δόξες των παλαιών μας, για να μας αυξήσουν την εντροπή; «Η δάφνη κατεμαράνθη», εφώναξε ο γενναίος, πικρότατα και αληθινά λό­για! Ναι! αλλοίμονο! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωντανές πολλές συνήθειες της Ιλιάδος· ακόμη οι γυ­ναίκες λέγουν τα μοιρολόγια στα λείψανα, και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος στη δυστυχία του χτυπάει το μέτωπό του με τα δυό του χέρια, και τα σηκώνει στον ουρανό, σαν να ήθελε να τον ρωτήσει, γιατί έπε­σε τέτοια συμφορά στο κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μά­να και ξαναθυμίζει του παιδιού της το γάλα, που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκο στο ψωμί, που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να μουρμουρίσει στα χείλια του παρά «Μήνιν άοιδε, θεά», γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. και τώρα, πού ξαναγίνεται νί­κη στο Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάνει στη γλώσσα μας όρκο, «Μα τες ψυχές, 'πού εχάθηκαν πολεμώντας!» για­τί η δάφνη κατεμαράνθη (ο ποιητής κλαίει).
ΣΟΦ. (γελάει) Σε παρακαλώ να θυμηθείς τα λόγια τα πικρά 'που μου είπες.
ΠΟΙΗΤ. Συγχώρεσέ με· έχω εύκολα τα χείλη και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσε με, σου λέγω.
ΣΟΦ. Πες πως τα ξαστόχησα όλα.
ΠΟΙΗΤ. Όχι όλα, αδελφέ αγαπημένε, μα τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα ξαστόχησες όλα! Τόσοι πατέρες έχουν στη διδασκαλία σου τα παιδιά τους, και ελπίζουν να τα κάνεις ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλεις να πάρεις το κρίμα στο λαιμό σου. δεν είναι ντροπή να φανε­ρώσει άλλος άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θα σ' επαινέσει κάθε γενναίος, και εγώ σου δίνω στο μέτωπο το φιλί της ειρήνης.
ΣΟΦ. Εμείς, εμείς θα σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας, τώρα που η ελευθερία...
ΠΟΙΗΤ. Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς, εσείς θα σηκώσετε τους ίδιους στύλους, οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνη ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ μιλάς για ελευθερία; Εσύ, που έχεις αλυσσοδεμένο τον νουν σου από όσες περισπωμένες γράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ μιλάς για ελευθε­ρία; Είδαμε το όφελος, όπου κάνετε με τα φώτα σας στην επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους, που ήθελαν να απαθανατίσουν τους Ήρωες και οι παινεμένοι Ήρωες δεν καταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου στον λαό, και αρχινούσαν με τη λέξη Προτροπή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν' ακούσει τον Κικέρωνα, γιατί δεν καταλάβαινε τίποτε; γιατί εν εκαταλάβαινε τίποτε, διόρθωνε ο λαός τον Δημοσθένη, ο όποιος έπαιζε επίτηδες με την εσφαλμένη λέξη; γιατί δεν καταλάβαινε τίποτε θαύμασε, όταν διάβασε την Ιστορία του ο Η­ρόδοτος, κ' έκλαιγε ωστόσο ακούγοντας την ο Θουκυδίδης, όπου ήταν δεκατριών χρονών; και γιατί δεν καταλάβαιναν τίποτε, εκφωνούσαν οι Σπαρτιάτες, τρέχοντας στην μάχη, τα πολεμικά τραγούδια του Τυρ­ταίου, και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μες στα στήθια τους; Ω νέοι συμμαθητάδες μου, πώς μπορείτε να αποκτήσετε ποτέ την ελπί­δα να τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σάς τρυπούν τ' αυτιά οι δάσκαλοι σας με βρώματα, με θούριον, και με παρόμοια; Ω Σοφολογιώτατοι! αυτά είναι τα μαθήματα, που τους δίνετε, και θέλετε να τους φωτίσετε! τόσο κάνει να τους φωτίσετε με μία φούχτα στάχτη στα μά­τια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι τέλειωσε το βασίλειό σας στην Ελλάδα μαζί με των Τούρκων το βασίλειο. Τέλειωσε, και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη, οπού έχει προση­λωμένα σ’ εμάς τα μάτια της, για να ιδεί τι κάνουμε τώρα, που συντρί­βουμε τις αλυσσίδες της σκλαβιάς δεν θα μας δει ποτέ να υποταχθούμε σε τριάντα τυράννους ξύλινους!
ΦΙΛ. Σώπα γιατί μαζεύεται ο λαός.
ΠΟΙΗΤ. Δεν με μέλει, ας μαζευτεί· μάλιστα ας μαζευτεί ο λαός της Ελλάδας όλης, για να τον ακούσει ο Σοφολογιώτατος πώς μιλάει· ας μαζευτεί, για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατότερα, πόσο είναι αδικημένος στο σκήπτρο της γλώσσας, το οποίο του έδωσε η φύση. Γνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την γνώρισε ο Κικέρων, την γνώρισε ο Σπερόνης, την γνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους, και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να τό αδράξει από τα χέρια του, να το τσακίσει και να του δώσει άλλο βρυκολακίστικο!
ΣΟΦ. Αλλά. Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν πρόκειται να το τσακίσετε ποτέ· οι ανδρείοι θα το μεταχειρισθούν στην πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας μεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.
ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν ξέρεις τι συλλογίζεσαι. Να αλλάξεις τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε να ’βρεις την κόρη, και πες της με τι λόγια πρέπει να λέγει ότι η ομορφότερη ομορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε να ’βρεις τους πολεμάρ­χους, ψηλάφησέ τους τις λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τις λένε τραύματα· άντε να ’βρεις  τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσο αίμα μάς ρούφηξε ο Αλής, και πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνει βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άντε να ’βρεις τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κ' εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, σε κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια 'δικά τους, «επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμε και εκλαύσαμε».
ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...
ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν σ' αφήνω να μιλάς πλέον. Άλλην έγνοια, δεν έχετε παρά να ζητιανεύετε λέξεις με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία, που κοιμούνται στα χώματα. Δεν θέλει άλλο παρά λέξεις ζητιανεμένες για να ωφελήσεις έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία, που έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, δάσκαλε, μία στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύση σε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι στις διάφορες εποχές διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν' απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετιούνται στον ουρανό, και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ' εκείνα, οπού είναι σπαρμένα από τη φύση στον κόσμο· και αγαπούν και σέβονται, και λατρεύουν την τέχνη τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβάντα, που πε­ριγράφουν, και κάνουν τους άλλους και γελούν, και κλαίνε, και ελπί­ζουν, και φοβούνται, και δειλιάζουν, και ανατριχιάζουν, και δεν αφήνουν αναίσθητες παρά τες πέτρες και σε.
ΣΟΦ. (Ομιλώντας 'γρήγορα). Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλιά ορθογραφία.
ΠΟΙΗΤ. Χαίρετε, λοιπών, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας, και ουδέ ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψει λέξη, χωρίς πρώτα να σας υποταχθεί. Εσείς εμπνεύσατε, πριν γεννηθείτε, τον Όμηρο, όταν τραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον περικύκλωνε και τον καταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσατε, όταν περιγράφει τον αποχαιρετισμό του Έκτορος στην Ανδρομάχη, και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσατε, όταν περιγράφει τον δυστυχισμένο βασιλέα της Τρωάδας, που πηγαίνει στον Αχιλλέα, και πέφτει στα πόδια του, και του φιλάει τα χέρια, που του είχαν λίγο προηγούμενα σκοτώσει το ακριβότερό του παιδί· εσείς εμπνεύσατε τον Δάντη, όταν τραγουδούσε τον Ουγολίνο με μία δύναμη, που δεν βρίσκω παρόμοια σ’ όλη την ποίηση των παλιών· εσείς τον Σαίξπηρ, όταν παράσταινε τον Ληρ, τον Άμλετ, τον Οθέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζε όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Ρακίνα, εσείς τον Γκαίτε, εσείς τον Πίνδαρο, που ήταν στενοχωρημένος από τους σοφολογιώτατους του καιρού του να τους κράζει κόρακες. Κόρακες, όλοι κόρακες αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα, πού βγήκε από την Κιβωτό, και τρεφόταν από τα λείψανα, που είχε αφήσει ο κατακλυσμός του Κόσμου.
ΣΟΦ. (κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή και φεύγει).
ΦΙΛ. Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σε χαιρέτησε, τόσο εί­ναι καταζαλισμένος! Δεν ξέρει τι ν' αποκριθεί, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπεί αλλού τί είναι γλώσσα διεφθαρμένη.
ΠΟΙΗΤ. (Κοιτάζοντας κατά την Πελοπόννησο). Ο ήλιος έχει συναγμένες τες υστερινές του αχτίνες εκεί.
ΦΙΛ. Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σε ’βρει θυμωμένο ο ήλιος που πέφτει.
ΠΟΙΗΤ. Αγιώτατα λόγια! και προσπαθώ, στη ζωή μου, να τα θυμούμαι, όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά, που θα φιλονικήσω με τους Σοφολογιώτατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μου βγαίνουν ολότελα από το νου.
ΦΙΛ. Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι στο πρόσωπο, και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσεις.
ΠΟΙΗΤ. Μου πονάει η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτω από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος, και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.




[1] Σημείωση Τερτσέτη:
Έγραψε τον Δ ι ά λ ο γ ο ν ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά τό 1824. Σώζεται τό αντίγραφον, ατελές ως κατωτέρω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψεν κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το έπιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσεν τόν Διάλογον — τον δημοσιεύομεν κατά τό αντίγραφον τούτο.
[2] Στη φήμη στρέφουν, κι όχι στην αλήθεια,
το βλέμμα και στεριώνουν έτσι γνώμη
προτού την τέχνη ή το νου ν’ ακούσουν (μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος)
[3] Ρωμαίος και Ιουλιέτα, 6.42.43
[4] Ξεχάστηκε όλη η γλώσσα που μιλούσα Παράδεισος, ΧΧVI.124 (μετάφρ. Γ. Κότσιρας) –εδώ μιλάει ο Αδάμ.
[5] Από το Περί του ρήτορος, του Κικέρωνα· στο απόσπασμα αυτό γίνεται λόγος για τον Σωκράτη· σε μετάφραση: Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των μορφωμένων και την ετυμηγορία όλης της Ελλάδας, χάρη στην ευφυΐα, την οξύνοια, τη χάρη και τη φινέτσα του αλλά και την ευφράδεια (ακούς Σοφολογιότατε; ευφράδεια) την ποικιλία και την πληρότητά του, εύκολα ξεχώριζε πάνω απ’ όλους τους άλλους, οπουδήποτε κι αν έστρεφε την προσοχή του.
[6] Πλάτωνας, Αλκιβιάδης 1. Παραθέτω τη μετάφραση της έκδοσης του Κάκτου:
ΑΛ. Έτσι πιστεύω· είναι πάντως ικανοί να διδάξουν πολλά άλλα σπουδαιότερα από το παιχνίδι των πεσσών.
ΣΩ. Ποια είναι αυτά;
ΑΛ. Ας πούμε, εγώ διδάχτηκα από αυτούς τα ελληνικά, και δεν θα μπορούσα ν' αναφέρω συγκεκριμένο δάσκαλό μου, αλλά λέω πως τούτο ανήκει σε κείνους για τους οποίους λες ότι δεν είναι σπουδαίοι δάσκαλοι.
ΣΩ. Ευγενικέ μου, οι πολλοί είναι καλοί δάσκαλοι του αντικειμένου τούτου, και δίκαια θα επαινούνταν για τη διδασκαλία τους.
ΑΛ. Δηλαδή;
ΣΩ. Επειδή κατέχουν ως προς αυτά ό,τι πρέπει να έχουν οι καλοί δάσκαλοι.
[7] Κι ως ξύπνησα προτού χαράξει η μέρα,
Να κλαιν στον ύπνο νιώθω τα παιδιά μου
Κοντά μου εκεί, και να ζητούν ψωμάκι
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.37-39 (Μετάφρ. Γ. Κότσιρας)
[8] Συντετμημένος τύπος του «δώμα» που εμφανίζεται 25 φορές στον Όμηρο, π.χ. Ιλιάδα Α426.
[9] Κι άλλες μαζί της πιάνουν το χορό τους
κι ως σπίθες που πετούν με γρηγοράδα
μοναστραπίς μακριά μου αφανιστήκαν (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)
Παράδεισος, VII.7-9
[10] Έφτασα εκεί που κάθε φως σωπαίνει (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)
Κόλαση, V.28
[11] Άσκωσε τη φριχτή θροφή απ’ το στόμα
σφουγγίζοντάς το ο κολασμένος τούτος
πα στα μαλλιά τού φαγωμένου σβέρκου
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.1
[12] Σημείωση κ. Τερτσέτη: Έως εδώ τελειώνουν το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτον, ίσως λείπει και το πέμπτο· το ακόλουθον είναι το υστερινό