Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτός είναι ο δικός μου βράχος!



Ο Αντώνης απ’ τους Αμπελοκήπους , [....] είχε έρθει στο Μαουτχάουζεν τον Απρίλιο του σαράντα τέσσερα. [...] τον φέρανε νύχτα, τον χώσανε και στην απομόνωση απ’ την πρώτη νύχτα, κ’ έτσι πέρασε άφαντος. [...] Τους τιμωρημένους τους είχαν σε ξεχωριστή παράγκα και δεν ήταν εύκολο να τους πλησιάσεις. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν προορισμένοι για να ξεκάμουν με ξεθεωτική δουλειά στο λατομείο. Μπορεί το χαρτί τους νά ’γραφε πως τιμωρούνται με ένα ή δύο μήνες «σκληρής εργασίας». Αλλά σ’ αυτού του είδους τη «σκληρή εργασία» λίγοι ήταν εκείνοι που αντέξανε πάνω από δυό εβδομάδες.
[....] Ξέραμε καλά τι ήταν η «σκληρή εργασία». Κατέβαιναν τρέχοντας τα 225 σκαλιά του λατομείου, έφταναν τρέχοντας 200 μέτρα πιο πέρα, τους φόρτωναν ένα αγκωνάρι στη ράχη, γύριζαν τρέχοντας στη σκάλα, ανέβαιναν τα 225 σκαλιά και, τρέχοντας πάλι, πήγαιναν μισό χιλιόμετρο μακριά. Αυτό γινόταν δώδεκα ώρες κάθε μέρα. Πλήγωναν οι ώμοι, τα πόδια, τα σωθικά.
[...] Ο τιμωρημένος γύρισε και το πρώτο βράδυ και το δεύτερο κι άλλα πολλά βράδυα. [....] Περάσανε μέρες. Ένα βράδυ στο στρατόπεδο απ’ άκρη σ’ άκρη μιλούσαν για τον Έλληνα που δούλευε στο συνεργείο των τιμωρημένων. Τα νέα τά ’φεραν αυτοί που δούλευαν στο λατομείο κ’ είδαν από κοντά τι έγινε.
[....] Εμείς μάθαμε «τι έγινε» από τους Σέρβους μιναδόρους που μέναμε μαζί στην ίδια παράγκα. Ήταν μετά από το μεσημεριανό φαΐ. Ο Ές - Ές επικεφαλής του συνεργείου των τιμωρημένων είχε ως εκείνη την ώρα ξεκάμει δεκαεφτά Εβραίους και Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου.
Μόλις κάποιος παραπατούσε, έβαζε τους άλλους να τον σύρουνε στα συρματοπλέγματα του φράχτη. Εκεί ο Ές - Ές τον έχωνε ανάμεσα στο φράχτη και τον πυροβολούσε. Ύστερα έγραφε σε ένα μπλόκ : «Ο υπ’ αριθ. 137.556 κρατούμενος αποπειραθείς να δραπετεύσει εξετελέσθη επί τόπου». Αυτή τη σημείωση την κρατούσε για τη βραδυνή αναφορά. Έγραφε όμως, άλλη μια και την καρφίτσωνε πάνω στον σκοτωμένο : «Μόνο η πειθαρχία οδηγεί στην ελευθερία».
Σ’ ένα ανέβασμα της σκάλας, ένας Εβραίος παραπατά. Ο Αντώνης του ’καμε νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’ αριστερό ανασήκωσε τ’ αγκωνάρι του Εβραίου. Όμως αυτό έγινε κοντά στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα. Ο Ές - Ές τους είδε και τους χώρισε. Διάταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο Ές - Ές πλησίασε και του είπε ν’ ανοίξει το στόμα. Ο Ές - Ές έβγαλε το περίστροφο, το ’χωσε στο στόμα του Εβραίου και πυροβόλησε.
Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια πάνω του. Ο Αντώνης τον κοίταξε άφοβα, έπειτα πλησίασε στο νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο αγκωνάρι και συνέχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Ο Ές - Ές πάγωσε. Δεν είπε τίποτα, δεν έκαμε τίποτα. Όταν όμως ξαναγύρισαν στο λατομείο, για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια, ο Ές - Ές φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. Άρχισε να βολταρίζει σαν μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει. Βρήκε ένα αγκωνάρι διπλό απ’ τ’ άλλα, το ’δειξε στον Αντώνη και είπε : «Αυτό είναι δικό σου». Ο Αντώνης κοίταξε τ’ αγκωνάρι, ύστερα τον Ές - Ές, ύστερα τα σκόρπια αγκωνάρια γύρω - γύρω. [...] Αυτός ο Έλληνας πήγαινε φιρί - φιρί ... Ο Ές - Ές είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του από τη θήκη, το ’τριβε νευρικά στο πανταλόνι του κ’ ετοιμαζόταν. Ο Αντώνης σταμάτησε μπροστά σ’ ένα αγκωνάρι, ακόμα μεγαλύτερο από εκείνο που του διάλεξε ο Ές - Ές.
- Αυτό είναι το δικό μου, είπε. Και το φορτώθηκε. Σ’ όλους τους δρόμους που κάνανε ως το βράδυ, σ’ όλα τα κουβαλήματα ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα, ο Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια.
Ο Αντώνης δεν πολυμιλούσε γι’ αυτή την ιστορία, βαριότανε. Κι όταν κανείς ερχότανε να τον δει και να του πιάσει κουβέντα, ... έλεγε : «Άει παράτα μας τώρα ... Τι το κάναμε δω θέατρο
Του λέγαμε : «Μα πώς, ρε Αντώνη; ... Δεν φοβήθηκες μη σε σκοτώσει
- Άαα, τον πούστη, απαντούσε, που νόμιζε πως θα κάτσω να με καβαλλήσει.
[...] Ο Αντώνης τότε μας εξηγούσε πως «από κείνη τη στιγμή ο Ές - Ές κάτι έπαθε, χάλασε το μηχανάκι του. Τό ’χω παρατηρήσει αυτό ... Άμα χαλάσει το μηχανάκι τους κλάψ’ τους».
- Ποιο μηχανάκι; ..
- Όλοι αυτοί έχουν ένα μηχανάκι μέσα στο κεφάλι που τους το βάζουν στη σχολή των Ές - Ές. Τους ανοίγουν το κρανίο και τους βάζουν μέσα το μηχανάκι πού ’χει εφεύρει ο Χίτλερ.
- Και τι δουλειά κάνει αυτό το μηχανάκι; ξαναρωτούσαμε.
- Τους κάνει ανάποδους, συνέχιζε ο Αντώνης. Άς πούμε, το κανονικό είναι να χαίρεσαι άμα ο άλλος είναι πονόψυχος ή άμα ο άλλος δε φοβάται. Είδατε όμως ποτέ σας κανέναν Ές - Ές να μη σκυλιάσει άμα δει έναν κρατούμενο να βοηθά τον άλλον; Αν τύχει πια και κανείς να δείξει πως δεν τους φοβάται, ούτε ψύλλος στον κόρφο του! Να τι κάνει το μηχανάκι! ... Τους βγάζει από το κανονικό!
- Ναι, βρε Αντώνη, λέγαμε, αλλά εσένα πώς σου τη χάρισε;
- Αφού σας είπα, χάλασε το μηχανάκι, κι άμα χαλάσει, κλάψ’ τους.
Ο Αντώνης τά ’λεγε πολύ σοβαρά όλ’ αυτά, παρ’ όλο που αστειευόταν ή που νόμιζε πως μας «δουλεύει» πως τα πιστεύουμε. Αλλά όπως και νά ’χει το πράγμα, δούλεμα ή αστείο, έλεγε την αλήθεια με το δικό του τρόπο.

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαουτχάουζεν Αθήνα, Θεμέλιο 1965, σ.σ. 95-101.

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Με λίγη σοφία και πίστη, πορευόμαστε ....



Το όνομα κάθε ανθρώπου διαισθάνομαι πως μεταφέρει ένα ειδικό συναισθηματικό και πνευματικό φορτίο και μπορεί πολλές φορές να λειτουργήσει ως προσωπική ή κοινωνική δέσμευση συμπεριφοράς, όταν ακολουθεί στοιχειώδεις ηθικούς κανόνες. Αντιλαμβάνομαι το όνομα ως μια αποτύπωση της Θείας Χάρης πάνω στο πρόσωπο αλλά και στην κινητική κατάσταση κάθε ανθρώπου. Έτσι εξηγείται το χάρισμα του γέροντα Παϊσιου να αναγνωρίζει και να καλεί με τα ονόματά τους όσους αγνώστους τον επισκέπτονταν για πρώτη φορά στο  Άγιο Όρος, τον καιρό που ζούσε εκεί. 
Οι Σοφίες που γνώρισα έως σήμερα στη ζωή μου δικαιολογούσαν με έναν τρόπο το όνομά τους, οι Ελπίδες επίσης, ενώ οι Αγάπες απολάμβαναν την τύχη τους, επειδή νόμιζαν πως είχαν μια δεδομένη κληρονομιά θηλυκότητας, ενώ στην πράξη συνέχεαν το όνομά τους με τον Έρωτα. Μέχρι σήμερα δεν έχω γνωρίσει καμία Πίστη, όμως έχω πίστη στο Θεό. Καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεται να γενικεύσω την έννοιά Του σε "Ανώτερη Δύναμη" για να Τον δεχθώ, επειδή η αθεϊα είναι της μόδας και μπορεί να κινδυνεύσω να θεωρηθώ "out".
Έχω μια συμπάθεια, την ίδια στιγμή, για τις ημέρες που γιορτάζουν περισσότεροι ή περισσότερες από ένας ή μία άγιοι ή άγιες. Θεωρώ πως, με κάποιο τρόπο, είναι μια δικαίωση του ομαδικού χαρακτήρα της πίστης που ξεκινάει ως ατομική υπόθεση υπερφυσικής επικοινωνίας ανθρώπινου-Θείου και τείνει να γίνει οικουμενική καθημερινή πρακτική. Παρακάμπτουμε τη διάθεση ηθικοπλαστικής επίδρασης του αφηγητή και προσεγγίζουμε το περιεχόμενο αυτής της αληθινής ιστορίας που τόσο πολύ μοιάζει με παραμύθι. Κατά τη γνώμη μου και σύμφωνα με την αντίληψη πολλών άλλων, θρησκεία δεν είναι ο κλήρος -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- ο εμπλεκόμενος είτε με την πολιτική είτε με την κοινωνική εξουσία ' είναι ο μισότρελλος από την ερημιά και την απομόνωση ερημίτης που επισκέπτεται σπάνια την Αθήνα ή τις μεγάλες πόλεις και κινείται γρήγορα ανάμεσα στον κόσμο χωρίς να πολυκοιτάζει γύρω του ' ξέρει πως λειτουργεί η κοινωνία ' δεν χρειάζεται να διαβάσει τις στατιστικές μετρήσεις της κοινής γνώμης και έχει χρόνια τώρα αποκλείσει την περίπτωση του στατιστικού λάθους.
Τα παραμύθια όπως και οι αληθινές ιστορίες δε μας δεσμεύουν ' μας συντροφεύουν.



Χρόνια πολλά Σοφία, χρόνια πολλά Πίστη, χρόνια πολλά Ελπίδα, χρόνια πολλά Αγάπη!
Γιώργος Δημητρίου Χ.


Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Άνθρωποι που αγαπάμε : Κάρολος Κουν, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Άλκη Ζέη


 
 
Δυό πολύ γνωστοί καλλιτέχνες και άνθρωποι που δεν παρουσιάζονται στην παραπάνω εκπομπή αλλά είχαν συνδέσει, με ένα ιδιαίτερο τρόπο ο καθένας, τη ζωή τους με αυτή του Καρόλου Κουν ήσαν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και η Άλκη Ζέη. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Άλκης Ζέη "Σπανιόλικα παπούτσια και άλλες ιστορίες" Καστανιώτης (2010), σελ. 69-71, όπου περιγράφει με μια μοναδική απλότητα την πρώτη γνωριμία της με τον Κουν :
"Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχα γνωρίσει τον Γιώργο όταν αποφάσισε να με παρουσιάσει στον Κουν". Μετά από πολλές αναβολές, λόγω της πολυπραγμοσύνης τόσο του Σεβαστίκογλου όσο και του Κουν, κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να γνωρίσει τον Κουν. "Δεν ήταν μακριά τα σπίτια μας, γιατί κι ο Γιώργος κι εγώ μέναμε στην πλατεία Αμερικής. Κάπου στην Αγίας Ζώνης βρισκότανε το σπίτι του Κουν. Το "σπίτι" του! Μια μεγάλη σαραβαλιασμένη ξύλινη πόρτα έβγαζε σε μιαν αυλή. Γύρω-γύρω δωμάτια, άλλα με ορθάνοιχτες τις πόρτες κι άλλα με κλειστές. Μια μισόκλειστη ήτανε του Κάρολου. Ο Γιώργος όμως τη χτύπησε δυνατά με το χέρι, ακούσαμε ένα "έλα" και μπήκαμε μέσα. Σχεδόν όλο το δωμάτιο το έπιανε ένα μεγάλο διπλό σιδερένιο κρεβάτι με μπρούτζινα πόμολα. Στο κρεβάτι μισοξαπλωμένος, σκεπασμένος με μια στρατιωτική κουβέρτα, ο Κάρολος. Τον κοίταξα με δέος. Ήτανε σκυμμένος πάνω σε κάτι χαρτιά και γύρω του άλλα πάνω στην κουβέρτα κι άλλα πεταμένα στο πάτωμα. Είχε βυθιστεί στο διάβασμα τόσο που έλεγα πως το τσιγάρο που κρατούσε θα του έκαιγε τα δάχτυλα. Μια στιγμή ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε το Γιώργο -εγώ είχα εξαφανιστεί πίσω του- και είπε με την παράξενη φωνή του που άκουγα για πρώτη φορά :
- Έφερες τον Ταϊρωφ;
- Όχι, Κάρολε, μόλις τέλειωσα τον Στανισλάφσκι, ξέρεις τι όγκος είναι.
- Μα κι ο Ταϊρωφ επείγει '  πρέπει να τον μάθουν τα παιδιά. Πώς θα προχωρήσουν οι πρόβες.
- Κάρολε, να σου γνωρίσω την Άλκη.
Ούτε που με κοίταξε, μόνο είπε αυστηρά στον Γιώργο:
- Γιώργο, δεν έχεις καιρό για τέτοια χασομέρια, πρέπει να τελειώσεις τον Ταϊρωφ.
Ο Γιώργος, που τον ήξερε καλά, χαμογέλασε, εμένα όμως η καρδιά μου είχε βουλιάξει στις πατούσες μου.
Τη μοναδική καρέκλα που υπήρχε στο δωμάτιο την έσυρε ο Γιώργος κοντά στο κρεβάτι κι αρχίσανε μια ατέλειωτη συζήτηση για το θέατρο. Εμένα μου είπε και κάθισα απάνω σ' ένα μπαούλο, τόσο ψηλό που τα πόδια μου κρέμονταν. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να χωθώ μέσα.
Με μεγάλη ανακούφιση είδα ύστερα από πολλή ώρα τον Γιώργο να σηκώνεται για να φύγουμε. Ο Κουν που είχε ξαναπέσει στα χαρτιά του ούτε πρόσεξε πως τον χαιρέτησα. Όταν ήμασταν σχεδόν έξω από την πόρτα, σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε:
- Γιώργο, τον Ταϊρωφ.
Βγήκαμε στο δρόμο. Είχε σουρουπώσει. Κατοχή, λιγοστός κόσμος στο δρόμο, που και που κανένας Γερμανός και καμιά σκελετωμένη γάτα".
Από εκείνη την εποχή -εκτός από την αφοσίωση του Κουν στο μεγάλο έργο του- κρατάμε ως συμβολικές έννοιες την Κατοχή, τους Γερμανούς και τις σκελετωμένες γάτες.
 
Γιώργος Δημητρίου Χ.