Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Michelle Obama (Robinson)

 

Τρία ζώα αγάπησα στη ζωή μου: τους σκύλους, τα δελφίνια και τα άλογα. Έζησα αρκετά με σκυλιά και τα κατάλαβα (όσο είναι δυνατό να καταλάβουμε ένα άλλο είδος). Τα δελφίνια τα γνωρίζω ελάχιστα όπως και τα άλογα. Όμως ο ψυχισμός μου είναι πολύ κοντά στα δύο τελευταία. Αλλά και ζώα που δεν αγάπησα, συμβαίνει να τα σέβομαι, όπως τα αιλουροειδή, γενικά. Ιδιαίτερο σεβασμό τρέφω για τους μαύρους πάνθηρες γιατί δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν με την άγρια ομορφιά της τίγρης και της λεοπάρδαλης αλλά προβάλλουν απροκάλυπτα τον σοβαρό δυναμισμό του μονόχρωμου εαυτού τους. βέβαιοι πως θα γίνουν αποδεκτοί και ήσυχοι πως μπορούν να πορευτούν στη ζωή της ζούγκλας με ασφάλεια.

Ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο της δημόσιας ζωής, ανά τον κόσμο, που μου θυμίζει αυτό το τελευταίο μεγαλοπρεπές ανώτερο θηλαστικό είναι και η κυρία Μισέλ Ομπάμα (Ρόμπινσον). Αυτό το ριζοσπαστικά ατίθασο χαμόγελο και το χέρι με το οποίο στηρίζει το πρόσωπο και το μυαλό της, με βεβαιώνει πως κατάλαβα καλά: είναι μια γυναίκα που παραχωρεί -αν θέλει-, δεσμεύεται, αν κρίνει τη συμβίωση με έναν άλλο άνθρωπο (εννοώ τον σύζυγό της) συμβατή με τον εαυτό της, και έχει σχεδόν  ανεξάντλητη ενέργεια να αφιερώσει στα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων της γειτονιάς, της πόλης της (Σικάγο), της χώρας της (ΗΠΑ) έως και όλου του Κόσμου. 

Ξεκινώντας την ανάγνωση του βιβλίου της, και συνυπολογίζοντας την έκτασή του, αλλά και πως είχα να κάνω στην πράξη με μία πολιτικό,ομολογώ πως δεν ήμουν βέβαιος πως θα το ολοκληρώσω.

Αλλά, ήδη από την πρώτη σελίδα, η συγγραφέας καθησύχασε τις επιφυλάξεις μου, με την απλότητα, την αλήθεια και καθαρή σκέψη της, απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. 

Έλεγε πως όταν την ρωτούσαν σαν παιδάκι τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει δήλωνε, παιδίατρος γιατί αυτό είχε διαπιστώσει πως εντυπωσίαζε τους ενήλικες γύρω της. Άλλωστε, βιάστηκε να διορθώσει, πως η ωρίμανση δεν είναι μια στιγμή που τη φτάνεις, την κατακτάς και μετά αφήνεσαι να δρέψεις τους καρπούς της, αλλά μια διαρκής, μακρόχρονη διαδικασία που διαρκεί ως τον θάνατό μας.

Έπειτα, θυμάται πως στη δευτέρα δημοτικού, επέμεινε πολύ να μάθει να λέει μια λέξη που τη δυσκόλεψε αρχικά και κατά περίεργη ειρωνεία ήταν η λέξη: "μαύρο".  Πήγε καλά στο σχολείο, όταν άλλαξε τάξη, μεταφέρθηκε -με μεσολάβηση της μητέρας της- σε μια ανώτερη και ακολούθησε το δρόμο της με πολύ κόπο και αμείωτη θέληση. Αγαπούσε πολύ τον πατέρα της και τον αδελφό της, έμαθε πιάνο, σπούδασε αργότερα νομικά, κοινωνιολογία στο Πρίνστον και μετά στο Χάρβαρντ και ενώ έγινε μια επιτυχημένη νομικός, τα εγκατέλειψε όλα, γιατί συνειδητοποίησε ότι η καριέρα της μεγαλοδικηγόρου δεν την γέμιζε σαν άνθρωπο.

Παρότι δεν εκτιμούσε την πολιτική και τους πολιτικούς, συμπαραστάθηκε στον σύζυγό της στην πολιτική του πορεία, έγινε πρώτη, αλλά όχι πρώτη κυρία -γιατί κυρία ήταν πάντα- και εξανθρώπισε στα 8 χρόνια που παρέμεινε στον Λευκό Οίκο τη ζωή στην προεδρική κατοικία και στους γύρω χώρους όπου έζησε. 

Αν και είχε -κατά τη γνώμη μου- όλες τις προδιαγραφές για να εξελιχθεί σε έναν ανεξέλεγκτο επαναστατημένο άνθρωπο που είτε θα συμμετείχε σε ακραίες οργανώσεις όπως "Οι Μαύροι Πάνθηρες" ή θα ακολουθούσε πολιτικά κηρύγματα όπως του Μάλκομ Χ, προτίμησε τον δημοκρατικό δρόμο της κοινωνικής μεταρρύθμισης όπου πορευόταν ο αιδεσιμότατος Τζέσσε Τζόουνς (μαθητής του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ) και άλλες ειρηνικές πολιτικές προσωπικότητες.

Με δυσκολίες απέκτησε δικά της παιδιά, που τα λάτρεψε και τα υπεραγαπά. Παρακολούθησε τη σκέψη και την ψυχή του συζύγου της, όταν έγραφε το βιβλίο: Εικόνες του πατέρα μου ' δέχτηκε να του παραχωρεί έναν ιδιαίτερο προσωπικό οικιακό χώρο, όπου θα μπορούσε να διαβάζει, να συγκεντρώνεται και να γράφει. Επισκέφθηκαν μαζί με τον πρόεδρο Ομπάμα την αδελφή του στο Ναϊρόμπι της Κένυας, πήγαν στη Χαβάη (πατρίδα του Μπαράκ Ομπάμα) όπου ζούσαν οι γονείς του και γενικά προσπάθησαν να συνδέσουν όλα τα κομμάτια μιας ζωής, που η τύχη είχε σκορπίσει σε τόσο διαφορετικούς τόπους. Είναι χαρακτηριστικές δύο προσφωνήσεις του Μπαράκ για τη Μισέλ' την έλεγε "Μις" και "Κυρία Κοινή Γνώμη" και πιθανώς απευθυνόταν στην ανεξαρτησία που είχε ως γυναίκα και στις απόψεις της που ανήκαν μάλλον στην πλειοψηφία της κοινής γνώμης. 

Είναι χαριτωμένο το στιγμιότυπο, στην Κένυα, με τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του Μπαράκ Ομπάμα, όταν βλέποντας την Μισέλ και μη βρίσκοντάς την αρκετά μαύρη, τη ρώτησε ποιός από τους γονείς της ήταν λευκός, και πήρε την απάντηση: ΚΑΝΈΝΑΣ ' και οι δύο ήσαν Μαύροι-Μαύροι! 

Ο πρόεδρος Ομπάμα έγινε ο πολιτικός που όλοι ξέρουμε ' η γυναίκα του έγινε η πρώτη Αφροαμερικανή σύζυγος που έμεινε έως τώρα στον Λευκό Οίκο και -μετά από μια θλιβερή τετραετή παρένθεση- η διακυβέρνηση της Αμερικής επανήλθε στα χέρια ενός ισορροπημένου και ευγενούς νέου προέδρου του Τζο Μπάϊντεν. 

Η ζωή συνεχίζεται, και είναι όμορφη κι ας εξακολουθούν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας άγρια ζώα, γιατί η πραγματική ζούγκλα έχει κανόνες και ακολουθούνται σαφείς αξίες, σε αντίθεση με τις ανθρώπινες κοινωνίες, όπου κάποιος δεν σκοτώνει για να τραφεί και να επιβιώσει, αλλά για να εκδικηθεί και για λόγους οικονομικού συμφέροντος.

Τελειώνοντας τη βιογραφία της η Μισέλ Ομπάμα γράφει πως είναι πολύ σημαντικό να θέλεις να γνωρίσεις και να ακούσεις τους άλλους ανθρώπους.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

ΠηγήMichelle Obama, Becoming (Η δική μου ιστορία), μτφρ. Γεωργιάδου Ρηγούλα, Δρεπανιώτης Παναγιώτης, Εκδ.  Athens Bookstore Publications 2018, σ.σ. 520.


Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ένας "ενεργός αναγνώστης" ευχαριστεί....

 



Αν ήθελα να μιλήσω ελεύθερα -όπως πάντα μιλούσε ο συγγραφέας- θα έλεγα και θα έγραφα αυτά που θα ακολουθήσουν.
Νομίζω πως ο Νίκος Καζαντζάκης θέλει -και, με αυτό το βιβλίο του- να πει "Ευχαριστώ" στη ζωή γιατί την αντιλαμβάνεται, την απολαμβάνει, τη ζει ' η ζωή δεν του φέρεται με ανάλογη ευαισθησία ' τον πονάει τις νύχτες και τον κρατάει ξάγρυπνο τις αυγές.
Είναι η ζωή για τον συγγραφέα το "αλώνι' που ο άνθρωπος κοσκινίζει τους καρπούς του, όπου "εκεί που ο διάβολος όργωσε τη γη, έρχεται ο Θεός και ρίχνει τον σπόρο του για να καρπίσει".
Γύρισε σ'όλο τον κόσμο ο πασίγνωστος Κρητικός και συγκέντρωσε σκέψεις, έννοιες, συμπεριφορές, σπαράγματα πολιτισμών, κομμάτια θρησκευτικών τοτέμ, αλλά όχι θρησκευτικά ταμπού για να ντύσει τον κόσμο των συμβολικών του ειδώλων με μια πολύμορφη οικουμενική τεκμηρίωση.Δεν αφομοιώθηκε από τις ξένες νοοτροπίες, δεν τις υιοθέτησε, αλλά, αντίθετα, τις χρησιμοποίησε για να δείξει πως έχει δίκιο ή γιατί δεν έχει άδικο στην πίστη που είχε στις προσωπικές του πεποιθήσεις.
Έβαλε την ελληνική υποχόνδρια λογοτεχνική νοοτροπία της εποχής του, απέναντι στην απεραντοσύνη του ανοιχτού κόσμου, με ένα πνεύμα ριζοσπαστικό, μια τάση πειρατική που αρπάζει, παρασύρει, επανατοποθετεί και αγιάζει όλα τα κοσμοείδωλα που κείτονται αραχνιασμένα στην αγορά και αντί να δικαιούνται την απόσυρση, περιμένουν μάταια τον σεβασμό.
Θα μπορούσα να συμφωνήσω σε όλα με τον "ενεργό πολίτη" τον "δραστήριο συγγραφέα" και τον απελευθερωμένο άνθρωπο Ν.Κ. αλλά έχω διαφορετική αντίληψη σχετικά με τον τρόπο που θα ήταν καλό να εκφράζεται η διανοητική δύναμη κάθε ανθρώπου.
Η αντίδραση ενός ανθρώπου απέναντι στους ελληνικούς αναχρονιστικούς θεσμούς και κύκλους του χώρου της λογοτεχνίας -όσο κι αν προσπάθησαν να τον εξοντώσουν, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ως φυσική παρουσία- δεν μπορεί να εκφράζεται με βρισιές (ανόητοι, ευνούχοι κλπ) γιατί ο άνθρωπος χάνει το δίκιο του και μπαίνει σε μια ατέρμονη αντιπαράθεση που, τελικά, του στέρησε την καθολική αναγνώριση των Ελλήνων αναγνωστών (κάτι που δικαιούταν και άξιζε να αποκτήσει).
Η βίαιη αντίδραση απέναντι στον αφορισμό που υπέστη ' η μεσολάβηση Ελλήνων λογοτεχνών στην Σουηδική Ακαδημία ώστε να μην του δοθεί το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που δικαιούταν (από κοινού με τον Άγγελο Σικελιανό) και η λυσσώδης αντίδραση εναντίον του κάθε σχολαστικού πνευματικού παράγοντα, δεν αντικρούστηκαν από τον ίδιο.
Γιατί; Δεν μπορούσε να τους "κερδίσει" στο "δικό τους παιχνίδι της κοινωνικής υποκρισίας;" , δεν καταδεχόταν να μπει σε αυτό το ευτελές παιχνίδι;
Θα έλεγα πως η ίδια η ψυχοσύνθεσή του δεν γινόταν να "προσαρμοστεί", "να συμβιβαστεί", "να πλασάρει τον εαυτό του ως λαμπερό λογοτεχνικό προϊόν".
Όταν δηλώνει: "Μου αρέσει να γράφω ότι μου καπνίζει" πέρα από ακραίο αυτοσαρκασμό, εκφράζει και μια προσωπική του στάση ζωής. 
Δεν ήταν σκληρός άνθρωπος ο Καζαντζάκης ' δοκίμασε τον εαυτό του σκληρά με στερήσεις, φτώχεια και κάθε είδους διανοητικές δοκιμασίες για να γίνει ένας "υπεράνθρωπος ασκητής" ένας κοσμοπολίτης μοναχός, ένας συναισθηματικά ασταθής άνθρωπος που χρησιμοποίησε έναν υπερβολικό ατομικό εγωισμό για να πετύχει τη θωράκιση της προσωπικής του ασφάλειας και, στη συνέχεια, την κατάκτηση της ατομικής του ελευθερίας.
Δοκίμασε με όλες του τις δυνάμεις να προσεγγίσει την έννοια και την ουσία του Θεού, εξανθρωπίζοντάς τον -σε βαθμό που να γίνεται άμεσα ορατός και συνεχής προστάτης του ανθρώπου ' όχι με τη διάθεση να μειώσει την αξία του, αλλά θέλοντας να τον κάνει διαρκή και απροκάλυπτο φύλακα του ανθρώπου.
Το επίγραμμα στον τάφο του συγγραφέα: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα ' είμαι ελεύθερος, δεν μπορεί να γίνει, κατά τη γνώμη μου δεκτό ως οδηγός ζωής αλλά ως τροφή για σκέψη. Μας λέει τι δεν κάνει, αλλά δεν μας αποκαλύπτει τι θα έκανε.
Η ερμηνεία μου, γι αυτά τα λόγια είναι αυθαίρετη αλλά με εκφράζει ως άνθρωπο και θά 'θελα να προσεγγίζει περισσότερο την αλήθεια, από ένα αμφιλεγόμενο, λακωνικό απόφθεγμα
Μήπως εννοεί: 
Επειδή ο υπερβατικός Θεός, μάλλον δεν υπάρχει, δεν ελπίζω σε Αυτόν 'πιστεύω στον "ανθρωπόμορφο Θεό" που επειδή είναι υλικός και χειροπιαστός τον εμπιστεύομαι περισσότερο. Από όλους τους ανθρώπους - πρότυπα, εμπιστεύομαι ελάχιστους και δίνω σε αυτούς διάφορα ονόματα: Οδυσσέας, Χριστός, Καπετάν Μιχάλης, Γκρέκο, Φτωχούλης, Αλέξης Ζορμπάς και τελικά: "Ανθρώπινος Θεός" και "Απάνθρωπος Διάβολος".
Ο Καζαντζάκης δεν υποτασσόταν στον "Φόβο του Θεού" γιατί φοβόταν περισσότερο τον Άνθρωπο (και συγκεκριμένα τον πατέρα του). Θαύμαζε τον Άνθρωπο ως υπόσταση και ως δυνατότητα και ειδικότερα τον τύπο του ανθρώπου που γνώριζε καλύτερα και σε βάθος, δηλαδή τον Κρητικό άνθρωπο.
Ένα πλάσμα σαν τον άνθρωπο, που έχει ανάγκη από τόσα πράγματα για να επιβιώσει, όπως νερό, τροφή, ύπνο, ένδυση, στέγαση και άλλα τόσα για να ζήσει, δηλαδή, οικογένεια, φίλους, εργασία, ψυχαγωγία, πολύ απέχει από το να δηλώνει πως είναι ελεύθερος. Μόνο όσοι μονάζουν στις ερημιές θα μπορούσαν ίσως, να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, αλλά αυτοί οι συγκεκριμένοι δεν θα ενδιαφέρονταν καθόλου να το δημοσιοποιήσουν, ούτε, βέβαια, να εισπράξουν τα εύσημα που, ασφαλώς τους αναλογούν.
Επομένως, όταν ένας διανοητικός ασκητής όπως ο Καζαντζάκης δηλώνει κάτι τέτοιο, μάλλον άλλο εννοεί. Είναι πιθανό να ήθελε να πει ως νεκρός, δεν είμαι πια σκλαβωμένος σε καμιά μορφή εξουσίας, είτε πατρική την πούμε αυτή, είτε πολιτική, είτε οικονομική, είτε θρησκευτική, ταυτίζοντας, ίσως, την Μετά Θάνατον ζωή, με την απόλυτη ελευθερία. 
Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ανεχτεί "μεσάζοντες" δηλαδή εκπροσώπους, ανάμεσα σε αυτόν και τον Θεό. Ταύτιζε την αγάπη με τον έρωτα για να της δώσει υλική υπόσταση ' προσπάθησε να αντικαταστήσει τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες της Ορθοδοξίας με γενικές θρησκευτικές και ηθικές παραδοχές άλλων πολιτισμών, ανά τον κόσμο, γιατί, μάλλον, πίστευε πως εμπλουτίζει την ορθόδοξη θρησκεία με νέο νόημα και της δίνει νέο προσανατολισμό.
Τέλος, προσπάθησε να εφαρμόσει μικρά ή μεγαλύτερα "πειράγματα" ως ηθικές δοκιμασίες ή, αν προτιμάτε, ως δοκιμασίες πίστης, στο πλαίσιο της "προσωπικής" οικουμενικής θρησκείας που πρότεινε για τους άλλους, χωρίς να εξαιρεί τον εαυτό του.
Ο "τελευταίος πειρασμός" φάνηκε να είναι πραγματικά, ο τελικός.

Γιώργος Χατζηαποστόλου