Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Άνθρωποι που αγαπάμε : Κάρολος Κουν, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Άλκη Ζέη


 
 
Δυό πολύ γνωστοί καλλιτέχνες και άνθρωποι που δεν παρουσιάζονται στην παραπάνω εκπομπή αλλά είχαν συνδέσει, με ένα ιδιαίτερο τρόπο ο καθένας, τη ζωή τους με αυτή του Καρόλου Κουν ήσαν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και η Άλκη Ζέη. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Άλκης Ζέη "Σπανιόλικα παπούτσια και άλλες ιστορίες" Καστανιώτης (2010), σελ. 69-71, όπου περιγράφει με μια μοναδική απλότητα την πρώτη γνωριμία της με τον Κουν :
"Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχα γνωρίσει τον Γιώργο όταν αποφάσισε να με παρουσιάσει στον Κουν". Μετά από πολλές αναβολές, λόγω της πολυπραγμοσύνης τόσο του Σεβαστίκογλου όσο και του Κουν, κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να γνωρίσει τον Κουν. "Δεν ήταν μακριά τα σπίτια μας, γιατί κι ο Γιώργος κι εγώ μέναμε στην πλατεία Αμερικής. Κάπου στην Αγίας Ζώνης βρισκότανε το σπίτι του Κουν. Το "σπίτι" του! Μια μεγάλη σαραβαλιασμένη ξύλινη πόρτα έβγαζε σε μιαν αυλή. Γύρω-γύρω δωμάτια, άλλα με ορθάνοιχτες τις πόρτες κι άλλα με κλειστές. Μια μισόκλειστη ήτανε του Κάρολου. Ο Γιώργος όμως τη χτύπησε δυνατά με το χέρι, ακούσαμε ένα "έλα" και μπήκαμε μέσα. Σχεδόν όλο το δωμάτιο το έπιανε ένα μεγάλο διπλό σιδερένιο κρεβάτι με μπρούτζινα πόμολα. Στο κρεβάτι μισοξαπλωμένος, σκεπασμένος με μια στρατιωτική κουβέρτα, ο Κάρολος. Τον κοίταξα με δέος. Ήτανε σκυμμένος πάνω σε κάτι χαρτιά και γύρω του άλλα πάνω στην κουβέρτα κι άλλα πεταμένα στο πάτωμα. Είχε βυθιστεί στο διάβασμα τόσο που έλεγα πως το τσιγάρο που κρατούσε θα του έκαιγε τα δάχτυλα. Μια στιγμή ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε το Γιώργο -εγώ είχα εξαφανιστεί πίσω του- και είπε με την παράξενη φωνή του που άκουγα για πρώτη φορά :
- Έφερες τον Ταϊρωφ;
- Όχι, Κάρολε, μόλις τέλειωσα τον Στανισλάφσκι, ξέρεις τι όγκος είναι.
- Μα κι ο Ταϊρωφ επείγει '  πρέπει να τον μάθουν τα παιδιά. Πώς θα προχωρήσουν οι πρόβες.
- Κάρολε, να σου γνωρίσω την Άλκη.
Ούτε που με κοίταξε, μόνο είπε αυστηρά στον Γιώργο:
- Γιώργο, δεν έχεις καιρό για τέτοια χασομέρια, πρέπει να τελειώσεις τον Ταϊρωφ.
Ο Γιώργος, που τον ήξερε καλά, χαμογέλασε, εμένα όμως η καρδιά μου είχε βουλιάξει στις πατούσες μου.
Τη μοναδική καρέκλα που υπήρχε στο δωμάτιο την έσυρε ο Γιώργος κοντά στο κρεβάτι κι αρχίσανε μια ατέλειωτη συζήτηση για το θέατρο. Εμένα μου είπε και κάθισα απάνω σ' ένα μπαούλο, τόσο ψηλό που τα πόδια μου κρέμονταν. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να χωθώ μέσα.
Με μεγάλη ανακούφιση είδα ύστερα από πολλή ώρα τον Γιώργο να σηκώνεται για να φύγουμε. Ο Κουν που είχε ξαναπέσει στα χαρτιά του ούτε πρόσεξε πως τον χαιρέτησα. Όταν ήμασταν σχεδόν έξω από την πόρτα, σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε:
- Γιώργο, τον Ταϊρωφ.
Βγήκαμε στο δρόμο. Είχε σουρουπώσει. Κατοχή, λιγοστός κόσμος στο δρόμο, που και που κανένας Γερμανός και καμιά σκελετωμένη γάτα".
Από εκείνη την εποχή -εκτός από την αφοσίωση του Κουν στο μεγάλο έργο του- κρατάμε ως συμβολικές έννοιες την Κατοχή, τους Γερμανούς και τις σκελετωμένες γάτες.
 
Γιώργος Δημητρίου Χ.