Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Του έρωθα*


 
*(έρωτα + θανάτου)
 
Το χώρο χάραξε η μικρούλα,
θαρρώ την είπαν Αρσινόη . 
μπορεί να λέγεται κι αλλιώς,
εγώ τη βάφτισα Μυρσίνη. 
για δυό ξανθούτσικα κοτσίδια που τεντώνει,
δεξίζερβα μεσ’ στο κενό .  
Σώθηκε γέρνοντας την πλάτη -αδύναμη φιγούρα-
στη βάση μιας γιγάντιας ζωγραφιάς,
συγκεκριμένη, ζωντανή αναφορά
σ’ αυτό το -σκόπιμα- αφηρημένο θέμα.
Ύστερα φύτρωσαν τα έγχορδα .  
φαίνεται ήρθαν στο προσκήνιο
κάποια στιγμή πολ' ύποπτη.
Κι άρχισαν να παίζουν
σαν έτοιμα απ’ ώρα,
με μιαν απρόσμενη αρετή,
σα γεύση από γλυκό κρασί
σε ακριβό ποτήρι.
Τι ωραία που ακούγονται!
Το κοριτσάκι τσίριξε: Μαμά!
Ένα σφύριγμα ακούστηκε .  
σχόλιο μήπως για την παράσταση;
Τσσ...! Ο ήχος ενός τηλεφώνου!  
Ακολούθησε ένας γδούπος . 
ο μαέστρος γύρισε να δει ενοχλημένος .  
δεν ήταν τίποτα .  
ούτ’ ένα θύμα .  
όλοι ήσαν νεκροί από καιρό και χρόνο!
Γιατί κανείς να τους ταράξει;
Ο καπετάνιος κοίταζε τη θάλασσα
γιατί ήξερε πως κατοικείται
κι ήθελε τόσο να επικοινωνήσει
με τα πλάσματα που βρίσκονταν γύρω του
και δεν ήσαν άνθρωποι!
Βαρέθηκε πολύ να μην τον νιώθουν
σ’ αυτή την άλογη συζήτηση
ανάμεσα στην άρια νερόβρεχτης μαντόνας
με τον άφωνο σοφό επαίτη .  
ισορροπίες ασταθείς
των σκηνικών αυτής της άγουρης παράστασης,
του έρωτα και του θανάτου.  
Την απώλεια της ζωής των φυτών
και την απομείωση των ζώων,
ανταλλάσσει ο οδηγός της ορχήστρας
με κραυγές κοφτές, μικρές,
ανάξιες να σημειώσουν τη σιωπή.
Ο καβαλάρης συνοδεύει το άλογο πεζός .  
στέκεται ν’ ακούσει τα δέντρα να φωνάζουν,
πιο δυνατά -πολύ πιο δυνατά- από ψίθυρο,
πιο χαμηλά -πολύ πιο χαμηλά- από φωνή τρανή.
Ποια είναι η ένταση;
Ποιος ρυθμίζει τη δύναμη του πάθους;
Γιατί προετοιμάζουν οι αρχηγοί
τα όνειρα των άλλων;
Γιατί στέκεται ασάλευτη,
σε λίμνη παγωμένη, η υπομονή;
Τι περιμένει η φωτιά για να ξεσπάσει;
Βράχηκε το φυτίλι;
Είχε περάσει η ημερομηνία λήξης των εκρηκτικών;
Αποκοιμήθηκε ο στρατιώτης
που ήταν υπεύθυνος για την πρώτη σπίθα
καθώς ακούμπησε στο βράχο
τη ράχη του να ξεκουράσει
από τους ραβδισμούς!
«Έπεσε απ’ τους ώμους η παιδικότητά του»
έγραφε ο Ρίλκε .  
έβγαλε αργόσυρτα το ενώτιο «η μπατιστένια»,
θά 'λεγε ο Μαγιακόφσκι.
Απαγγέλλει, με σταθερή φωνή το άγαλμα,
συστάσεις μιας ασφαλούς, ερωτικής πράξης .  
μανιφέστα διαιώνισης της κοινωνικής μοναξιάς .  
ψιθύρους οργισμένους, επαναστατικής μανίας
που δε γίνεται να συγκρατήσει καμιά τεχνητή οδοντοστοιχία
ακόμα και του πιο αχόρταγου, σαρκοβόρου αστού.
Νεαρή πεντάμορφη,
δείχνει την πλάγια όψη του προσώπου της
γιατί αν μας κοιτάξει κατάματα
θα μαρτυρήσει τα χέρια που την άφησαν γυμνή .  
και ντρέπεται, ντρέπεται, να ομολογήσει,
ό,τι δεν έχει λόγο να φανεί!
 
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Αθήνα,
Πάρκο Ελευθερίας,
19 Σεπτεμβρίου 2014