Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

Το "παράλογο" είναι ηθικό ή ανήθικο;

 

                           Ο Σίσυφος                                                              Ο Προμηθέας

Η θεωρία του ανερμήνευτου (σύμφωνα με τα συμπαντικά κριτήρια) και η θεωρία του παράλογου (σύμφωνα με τα κριτήρια της ανθρώπινης λογικής)

Προμηθέας και Σίσυφος (το παράδειγμα και το αντιπαράδειγμα) ' δύο εγχειρήματα θέωσης του ανθρώπου

Αφετηρία: Το παράδειγμα ζωής (και θανάτου) ανθρώπων όπως ο Καμύ, που προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τον Κόσμο καταλήγουν, τελικά, να τεκμηριώσουν γιατί έχουν άδικο στην ηθική θεωρία που προτείνουν, είναι υπέροχο, συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο. Παρακολουθώντας την πνευματική τους πορεία, θεωρώ πως γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι κι ας διαπιστώσαμε πως, εν τέλει, βιώσαμε άλλη μια αποτυχημένη απόπειρα να θεοποιηθούμε, μέσα από νοητικά λογικές υπαρξιακές διαδικασίες.

Μύθος: Το κατάλληλο παράδειγμα του αρχαίου Κορίνθιου βασιλιά - του Σίσυφου, που ξεγέλασε επανειλημμένα  τους θεούς για να επανέλθει στη ζωή, αξιοποιήθηκε από τον συγγραφέα για να αποδείξει πως ο άνθρωπος οφείλει -λόγω σωματικής υπόστασης- να επιδιώκει τη βίωση της ζωής του ' είναι μοναδικός και απόλυτος δημιουργός της μοίρας και της ιστορίας του ' είναι έξυπνος, καλλιεργημένος και προ πάντων γεννημένος για να είναι ελεύθερος. 

Χώρος: Ένας κόσμος όπου κυριαρχεί το υλικό -που ονομάζεται εδώ πραγματικό- και αποτελείται από τον άνθρωπο και τα πράγματα (άλλα ζωντανά όντα, αντικείμενα). 

Χρόνος: άπειρος (αντικειμενικά ακαθόριστος - υποκειμενικά καθορισμένος, σύμφωνα με ανθρώπινα κριτήρια)

Ερμηνεία του Κόσμου: Λογική (οτιδήποτε δεν εξηγείται με τη λογική επεξεργασία ονομάζεται "παράλογο" και ουσιαστικά δεν έχει ούτε υπόσταση ούτε λόγο και έννοια ύπαρξης). Στο έργο του Καμύ που καταπιάνεται με την ερμηνεία του κόσμου απουσιάζει η Θρησκεία, η Μεταφυσική, η Φιλοσοφία, ενώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και τα τρία, αλλά παραμερίζοντάς το "σώμα τους", ή αξιοποιώντας -επιλεκτικά- στοιχεία και των τριών για να αποδείξει την ανυπαρξία τους. 

Θάνατος: Ο συγγραφέας που προέβλεψε για τον εαυτό του έναν θάνατο που έμοιαζε με αυτοκτονία (πόσο τυχαίο ήταν άραγε το αυτοκινητιστικό ατύχημα που του στέρησε τη ζωή;), θεωρώ πως δεν θα άντεχε  τη διαδικασία της γήρανσης και την αναμονή ενός θανάτου από φυσικά αίτια ' θα ήταν, ίσως, μια δοκιμασία υπερβολικά παρατεταμένη και σκληρή για την λογική-παράλογη θεωρία του περί κόσμου και ζωής. Αν παρέμενε στη ζωή έως τα βαθιά του γεράματα, φαντάζομαι τον Καμύ να μοιάζει με τη φιγούρα του Μπέρτραντ Ράσσελ (χωρίς την έπαρση της αυθεντίας) και να προσεγγίζει όχι πια το παράλογο, αλλά το άτοπο και το ανερμήνευτο. Ο Καμύ μοιάζει να πέθανε, κατά τη γνώμη μου,  με τον συγκεκριμένο  τρόπο, για να μην κατηγορηθεί, ίσως, για ασυνέπεια απέναντι στην υπαρξιακή ψυχολογική και κοινωνική θεωρία του παραλόγου που εκπροσωπούσε μαζί με τον Σαρτρ, ή ακόμα περισσότερο, για να την επαληθεύσει στον απόλυτο βαθμό. 

Ιστορική παρουσία και στοιχεία ψυχολογίας των Γάλλων και των Γαλλίδων 

Με αφετηρία την ατελή και αποσπασματική εικόνα των πνευματικών, ειδικότερα, ανθρώπων αυτής της χώρας, που έχω σχηματίσει από την επαφή μου με Γαλλικής καταγωγής φίλους και φίλες στην Ελλάδα, καθώς και τη γνώση μου από τη μελέτη της Γαλλικής Λογοτεχνίας, της Τέχνης, του Θεάτρου και της Φιλοσοφίας, δοκιμάζω να υποστηρίξω τα ακόλουθα:

Διακρίνω, πίσω από μια διακριτικά κυμαινόμενη τάση αυτοπροβολής, έναν θεμελιώδη, ενδόμυχο σχεδόν, φόβο των Γάλλων ηγετών να εγκαθιδρύσουν οποιαδήποτε μορφή εξουσίας που να παραπέμπει στην Μοναρχία, την Παλινόρθωση της Βασιλείας και οποιαδήποτε άλλης μορφής αυταρχική διακυβέρνηση που οδήγησε, άλλωστε, στη Γαλλική Επανάσταση. Οι πολίτες θέλουν να έχουν την τύχη στα χέρια τους ή προτιμούν να την αναθέτουν σε χέρια πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών τους οποίους μπορούν να ελέγξουν με τα γνωστά δημοκρατικά μέσα (εκλογές, απεργίες, κοινωνικές κινητοποιήσεις). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του στρατηγού Ντε Γκωλ που προτάθηκε από τους πολίτες ως ένα πρόσωπο που παραμέριζε τους φόβους και ενίσχυε τις προσδοκίες των Γάλλων, στον ρόλο ενός δημοκρατικού-στρατιωτικού μεταπολεμικού σωτήρα. Όλα αυτά θεωρώ πως τα επιδιώκουν οι Γάλλοι και οι Γαλλίδες γιατί, πιθανότατα, θέλουν να αισθάνονται ουσιαστικά ελεύθεροι.

Η Γαλλία, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ελλάδα, ως μια κατεξοχήν δημοκρατική και πολιτιστική χώρα (παρά - και παράλληλα με- την αποικιακή εκδοχή της), επιτρέπει στους πολίτες της να μορφωθούν, ενθαρρύνει την παιδευτική διαδικασία από το νηπιαγωγείο ως την επαγγελματική ένταξη των αποφοίτων της στην αγορά εργασίας και απομονώνει οποιεσδήποτε ρατσιστικές ή φυλετικές τάσεις τείνουν να επηρεάσουν την γαλλική κοινωνική ζωή στο σύνολό της (με εξαίρεση την άνοδο της ακροδεξιάς τις τελευταίες δεκαετίες). Αποτέλεσμα αυτής της πολιτισμικής ελευθερίας είναι οι γυναίκες να αναπτύσσονται ατομικά, πνευματικά και κοινωνικά σε βαθμό που να υποσκελίζουν σε αρκετές περιπτώσεις τους άνδρες συναδέλφους τους σε όλες τις ανώτερες και ανώτατες επαγγελματικές, κοινωνικές και πολιτικές θέσεις της χώρας.

Επειδή, όμως, η Γαλλική, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές, αμερικανικές και άλλες κοινωνίες ανά τον κόσμο, παραμένουν και στις μέρες μας ανδροκρατικές, η αντίδραση των ανδρών στην αυξανόμενη καταξίωση των γυναικών εκδηλώνεται με μια τάση μείωσης, παρενόχλησης ή υποτίμησης των γυναικών ώστε να ανακοπεί η ανοδική πορεία τους σε ανώτερα αξιώματα. Οι άνδρες επιδιώκουν την σεξουαλική ελευθερία που συνδυάζει την ατομική, την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία και οι γυναίκες στοχεύουν την σεξουαλική, την επαγγελματική και την κοινωνική ελευθερία που παραπέμπει στην ατομική ελευθερία. Η ταινία: "Οι 50 αποχρώσεις του γκρί" είναι αντιπροσωπευτική των συμπλεγμάτων της ανδρικής επαγγελματικής, κοινωνικής και ερωτικής συμπεριφοράς.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε πως σχεδόν  κάθε Γάλλος δημοκρατικός, πολιτικός ηγέτης, αλλά και απλός πολίτης, στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, αποποιείται τον πιθανό ρόλο ενός εν δυνάμει δικτατορίσκου, γιατί αυτό αντιβαίνει στην πολιτισμική και κοινωνική του κουλτούρα ' βρίσκει διέξοδο, και υποκατάστατο άσκησης μιας αυταρχικής πολιτικής εξουσίας, στην αναζήτηση της φυλετικής του ταυτότητας, δηλαδή, μια προσπάθεια να επιβληθεί ως κυρίαρχο αρσενικό πάνω στην θηλυκή σύντροφό του, στην προσωπική του ζωή, είτε εντός είτε εκτός πλαισίων γάμου' στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ο Νικολά Σαρκοζί και ο Μανουέλ Μακρόν και στη δεύτερη ο Φρανσουά Ολλάντ. Και οι τρεις αυτοί πολιτικοί θέλοντας να διασκεδάσουν τη συνειδητοποίηση της ανεπάρκειάς τους να γίνουν μεγάλοι ηγέτες, βίωσαν την πορεία τους στο ανώτατο πολιτειακό επίπεδο ως μια "παρατεταμένη σχολική εκδρομή" στην οποία απουσίαζαν οι σχολικοί συνοδοί  -επιτηρητές. Ο Σαρκοζί επέλεξε ως σύντροφο μια εντυπωσιακή ως εμφάνιση και απελπιστική ως διανοητική υπόσταση γυναίκα από τον χώρο της μόδας ' ο Ολλάντ αποτυγχάνοντας να χαλιναγωγήσει μια γυναίκα με προσωπικότητα (την Σεγκολέν Ρουαγιάλ) επέλεξε μια φαινομενικά αφελή και πολύ γλυκιά -λόγω της άγνοιάς της- φιλενάδα και τέλος, ο Μακρόν επέλεξε μια μεγαλύτερή του ηλικιακά σύζυγο (μια καλλιεργημένη γυναίκα), όχι, κατά τη γνώμη μου λόγω ευρύτητας κουλτούρας, αλλά για να "διασφαλίσει" μια πάγια και μακρόχρονη πεποίθηση πως θα είναι επιθυμητός ως άνδρας και επομένως αξιόλογος ως άνθρωπος, τροφοδοτώντας εσαεί μια ψευδαίσθηση ναρκισσισμού. Το παράλογο ως κίνητρο για την αναζήτηση μιας επίφασης ελευθερίας.

Ο Αλμπέρ Καμύ, 50 χρόνια πριν, ως πρωτοπόρος αυτής της τάσης, μαζί με τον Σαρτρ, δηλαδή μιας παρερμηνείας της ατομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής απελευθέρωσης, μέσα από την αμιγή λογική επεξεργασία του ανθρώπινου νου, επιχείρησε να εξηγήσει την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης και το νόημα της ζωής, έξω από τον χώρο και τον χρόνο, αξιοποιώντας επιλεκτικά, στοιχεία από την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού που προηγήθηκε αιώνες πριν. Η ταύτιση της ελευθερίας με την αναρχία (χωρίς βία), ως αφετηρία της θεωρίας του παραλόγου,  είναι εντελώς άτοπη και άρα αβάσιμη' ακόμα και η ζούγκλα έχει ιεραρχία εξουσίας και κανόνες. Όσο για το Σύμπαν που μας περιβάλλει ή για να το πούμε με λιγότερη έπαρση: "στο οποίο ανήκουμε" έχει κανόνες λειτουργίας "παράλογους" κατά την ανθρώπινη λογική, αλλά απόλυτα συνεπείς με τη συμπαντική πραγματικότητα.

Ο Καμύ τερμάτισε την πνευματική πορεία του Ντεκάρτ, από το: "Σκέπτομαι, άρα υπάρχω" στο: "Παρότι σκέπτομαι, δεν υπάρχω" ή με άλλα λόγια: "Καταλήγω στη λογική διαπίστωση πως ζούμε σε έναν παράλογο κόσμο". 'Ηθελε, λέει, να είναι ελεύθερος..." όπως έγραφε ο Καζαντζάκης, αλλά δεν χρειάζεται να τον σκοτώσετε, αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη του θανάτου του, με όποια μορφή και αν τελικά συμβαίνει (ατύχημα ή αυτοκτονία!)

Ο Θεός συγχωρεί αυτούς που με συνέπεια, εντιμότητα και επιμονή διακηρύττουν πως δεν πιστεύουν σε τίποτα και πεθαίνουν στο όνομα αυτού του "Τίποτα" γιατί, τελικά αποδεικνύεται πως πιστεύουν σε "Κάτι", έστω κι αυτό το Κάτι είναι το "Τίποτα", το κενό, το "Ανύπαρκτο" που είναι, όμως, ταυτόχρονα και τόσο "Υπαρκτό" σαν ένα άδειο, άυλο "Δοχείο".

Οι πιο συνεπείς από αυτούς -όπως ο Καμύ, ο Σάρτρ και άλλοι, που παρά τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις δεν έπιασαν τον μίτο της Αριάδνης (πίστη) για να βγουν από τον λαβύρινθο της ζωής, αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον χαμό τους και ασυνείδητα αποποιούνται κάθε δικαίωμα να κατηγορήσουν τον "κατασκευαστή του λαβυρίνθου" (Θεό) πως δημιούργησε, κατά τη γνώμη τους, τον Κόσμο, ως μια παράλογη δομή χωρίς αρχές και κανόνες, επειδή δεν κατανοούν τη μορφή, την ουσία και τη σκοπιμότητά τους. 


Γιώργος Χατζηαποστόλου 

Πηγές
Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου (δοκίμιο πάνω στο παράλογο), μτφρ. Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Εκδ. Μπουκουμάνης 1973, σ.σ. 164 
Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, μτφρ. Τζούλια Τσακίρη, Εκδ. Μπουκουμάνης 1971, σ.σ. 382.