Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Η έννοια της έδρασης

ΕΑΠ -
Γιώργος Δημητρίου Χ. 30/6/2006

Θέμα: "Η έννοια της έδρασης και μια εξήγηση της οικονομικής επίδρασής της στην κοινωνική πραγματικότητα"

Εισαγωγή
Η εργασία αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη. Αρχικά, εξετάζεται σε γενικές γραμμές το νόημα της έννοιας της έδρασης. Στη συνέχεια, αναζητούνται μέσα στις διαφορετικές εκδοχές της παλιάς και ιδιαίτερα της νέας οικονομικής κοινωνιολογίας που παρουσίασαν ορισμένοι κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι και ανθρωπολόγοι όπως είναι ο Μαρκ Γκρανοβέτερ, ο Καρλ Πολάνυι, ο Κλίφορντ Γκρητς και ο Ρόναλντ Ντορ, εμπειρικά στοιχεία που συνθέτουν την οικονομική ερμηνεία της έννοιας της έδρασης. Προς αυτή την κατεύθυνση συγκλίνουν, οι αξιολογήσεις των θέσεων των προαναφερθέντων μελετητών σχετικά με την έννοια αυτή.
Η περίοδος που αρχίζει στη Δύση από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 σηματοδοτείται από την εισαγωγή από τον Νηλ Σμέλσερ του υποκλάδου της οικονομικής κοινωνιολογίας. Εκείνη την εποχή, ένας συνδυασμός παραγόντων, όπως: ο υψηλός βαθμός θεσμοποίησης της, η περιορισμένη επίδραση του μαρξισμού και η κυριαρχία των αγορών, συνετέλεσαν ώστε η οικονομική κοινωνιολογία να αναπτυχθεί περισσότερο στις ΗΠΑ σε σύγκριση με την Ευρώπη (Κονιόρδος, 2006: 33-34). Η εξέλιξη της οικονομικής κοινωνιολογίας παρουσιάζει μια στασιμότητα μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε εμφανίζεται κυρίως με το έργο των Κ. Πολάνυι και Μ. Γκρανοβέτερ η «νέα» οικονομική κοινωνιολογία, τη μελέτη της οποίας επεκτείνουν, μεταξύ άλλων, οι Κ. Γκηρτς και Ρ. Ντορ (ο.π., σ. 22).
Παράλληλα με την ανάπτυξη της «νέας» οικονομικής κοινωνιολογίας, από τη δεκαετία του 1950 μέχρι το 1985, παρατηρούνται συγκλίσεις αλλά και αποκλίσεις ανάμεσα στην παλιά και τη «νέα» κοινωνιολογία. Κατ' αρχήν, παλιά και νέα οικονομική κοινωνιολογία συμφωνούν ότι η «οικονομική δράση αποτελεί μορφή κοινωνικής δράσης και ότι οι οικονομικοί θεσμοί είναι κοινωνικές κατασκευές» (ο.π., σ. 24). Όμως σε αντίθεση με την «παλιά», η νέα οικονομική κοινωνιολογία ασχολείται με τη μελέτη θεμελιωδών οικονομικών φαινομένων, όπως, για παράδειγμα, της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης, που αναλύονται από έννοιες και δομές όπως: κοινωνική έδραση, κοινωνική κατασκευή και κοινωνικά δίκτυα (ο.π., σ. 19). Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της ανάλυσης βασικών οικονομικών και κοινωνικών εννοιών και δομών, θα επιχειρηθεί μια εξέταση της έννοιας της έδρασης.

Η έννοια της έδρασης
Γενικά, η λέξη έδραση προέρχεται από το ρήμα εδράζω, που σημαίνει «θεμελιώνω, βασίζω, εδραιώνω» (Μπαμπινιώτης, 2002: 549). Ειδικότερα, ο Σ.Μ. Κονιόρδος (2006: 26) κατέληξε μετά από έντονη αναζήτηση, να αποδώσει τον αγγλικό όρο embeddedness με την ελληνική λέξη «έδραση».
Η λειτουργία της έδρασης έρχεται να απομαγεύσει αρχέγονες προκαταλήψεις του ανθρώπου «για προσοδοφόρες ασχολίες» που προκάλεσαν την «εμφάνιση μιας “ψυχολογίας της αγοράς” [που με τη σειρά της οδήγησε στην] «οικονομία της αγοράς», ως θεσμού που δήθεν προηγήθηκε αυτού των οργανωμένων κοινωνιών. Άρα, η έδραση διασαφηνίζει τη «σύνδεση της οικονομικής ιστορίας με την κοινωνική ανθρωπολογία» (Πολάνυι, 2001: 47).

Οι οικονομικές ερμηνείες για την έδραση, των: Καρλ Πολάνυι, Κλίφορντ Γκηρτς, Μαρκ Γκρανοβέτερ και Ρόναλντ Ντορ.
Ο Καρλ Πολάνυι, προσεγγίζει, στο κείμενό του που τιτλοφορείται «Η Οικονομία ως Θεσμοθετημένη Διαδικασία», με μια ευρεία οπτική την οικονομική επιστήμη και θεωρεί ότι η μελέτη των οικονομικών φαινόμενων των βιομηχανικών κοινωνιών είναι χρήσιμο να επεκταθεί και στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες και αναφέρει το παράδειγμα της αγοράς του Κεντρικού Σουδάν κατά τον 19ο αιώνα (ο.π., σ. 143). Οι βασικές απόψεις του Πολάνυι εμπεριέχουν και την έννοια της έδρασης η οποία ενισχύει την άποψη ότι στη σύγχρονη κοινωνία η οικονομία συνδέεται άρρηκτα με τον θεσμό της αγοράς και ότι υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στο τυπικό νόημα της οικονομίας της αγοράς και στο ουσιαστικό νόημα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Δηλαδή υποστηρίζει ότι η οικονομία είναι ουσιαστικά μια κοινωνική διαδικασία που χρειάζεται να εμπλουτιστεί με νέο νόημα (ο.π., σ. 23-24).
Με τα οικονομικά συμπεράσματα του Πολάνυι, όπως προκύπτουν από τη μελέτη των προκαπιταλιστικών κοινωνιών, συμφωνεί ο Κλίφορντ Γκηρτς στο δοκίμιό του για την «Οικονομία του Παζαριού». Κατ' αρχήν, στο κείμενό του τονίζεται η σημασία της αναζήτησης πληροφοριών από τους εμπορευόμενους σ' αυτό το είδος αγοράς (παζάρι), ώστε να μπορέσουν να αξιολογήσουν την πραγματική αξία των ανταλλάξιμων εμπορευμάτων, χωρίς να κινδυνεύουν να ζημιωθούν. Παράλληλα, η ανάλυση του Γκηρτς παρουσιάζει τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων μέσα στη δομή της αγοράς, τα οποία ερμηνεύει η έννοια της έδρασης, αποκαλύπτοντας έτσι τα παραδοσιακά στοιχεία της κοινωνικής κατασκευής της αγοράς. Ο Γκηρτς αναφέρει το παράδειγμα μιας επαρχιακής πόλης «στους πρόποδες του Μεσαίου Άτλαντα στο Μαρόκο, [στα] «μέσα της δεκαετίας του 1960» και «παρόμοιες οικονομίες στην Ινδονησία, κατά τη δεκαετία του 1950» (ο.π., σ. 23,153-154).
Πάντως, το καταστατικό κείμενο της νέας οικονομικής κοινωνιολογίας, είναι το άρθρο του Μαρκ Γκρανοβέτερ «Οικονομική Δράση και Κοινωνική Δομή: το πρόβλημα της έδρασης», το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1985 (ο.π., σ. 25-26).
Ο όρος «έδραση», με κάποιες διαφοροποιήσεις, αναλύει και εξηγεί την κατάσταση των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων και δομών των ανθρώπινων κοινωνιών στο παρελθόν αλλά και στη σύγχρονη εποχή, όπως εισάγεται από τον Πολάνυι και τον Γκρανοβέτερ, αντίστοιχα (ο.π., σ. 26).
Η πατρότητα της έννοιας της κοινωνικής έδρασης, ανήκει στον Πολάνυι από όπου την δανείστηκε ο Γκρανοβέτερ. Η διαφορετική άποψη του δεύτερου έναντι του Πολάνυι, έγκειται στο ότι οι οικονομικές δράσεις και τα οικονομικά φαινόμενα εδράζονται σε συγκεκριμένα (σύγχρονα) συστήματα κοινωνικών σχέσεων, όπως είναι οι διαδραστικές σχέσεις και οι κοινωνικοί θεσμοί και κανόνες. Δηλαδή, η οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων θέτει ρητούς περιορισμούς στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα (ο.π., σ. 26).
«Ο Γκρανοβέτερ, απορρίπτοντας -αυτό που ονομάζει “υπο-κοινωνικοποιημένη” αντίληψη του ανθρώπου από την οικονομία, καθώς και την “υπερ-κοινωνικοποιημένη” αντίληψη από την κοινωνιολογία, επιχειρεί, μέσω της έννοιας της κοινωνικής έδρασης, τη σύνδεση των οικονομικών δομών, διεργασιών και φαινομένων με το κοινωνικό περιβάλλον και πλαίσιο στο οποίο» οι οικονομικοί φορείς δραστηριοποιούνται (ο.π., σ. 26).
Δηλαδή γίνεται φανερό ότι το «κοινωνικο-πολιτισμικό στοιχείο» δεν αποτελεί κατώτερη κατηγορία, αλλά αντίθετα συνιστά βασικό μέρος των κοινωνιολογικών θεωρήσεων. Ακόλουθα, ο Γκρανοβέτερ, επισημαίνει το γεγονός ότι «τα οικονομικά φαινόμενα εδράζονται στο κοινωνικό» πεδίο και αντίστροφα, η κοινωνική συνιστώσα είναι, στην πράξη, προϋπόθεση για να ενεργοποιούνται οι οικονομικοί φορείς δράσης (ο.π., σ. 27).
Είναι αξιοσημείωτο ότι η έννοια της κοινωνικής έδρασης αποτελεί τον ενεργό πυρήνα της νέας οικονομικής κοινωνιολογίας. Καθώς, όμως, η θεώρηση της έννοιας της έδρασης δεν αναλύει τον ακριβή τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, έχουν προταθεί ειδικότερες έννοιες που την προσεγγίζουν πιο συγκεκριμένα, όπως αυτή της «δομικής έδρασης» των ανταλλαγών, η οποία περιορίζει τους τρόπους δράσης των δρώντων ή αυτές της «μικρο-», «μέσο-» και «μακρο-» έδρασης, όπως και της «απο-έδρασης» που αφορά την ολοκληρωτική απόσπαση ενός οικονομικού φαινομένου από το κοινωνικό πεδίο αναφοράς του (ο.π., σ. 27).
Στη συνέχεια ο Γκρανοβέτερ, αναλύει τη λειτουργία της έδρασης και διαπιστώνει τις επαφές μέσα στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή των δικτύων, καταδεικνύοντας την έδραση των οικονομικών δραστηριοτήτων στο κοινωνικό πεδίο. Επομένως, υιοθετεί την έννοια της «κοινωνικής κατασκευής της οικονομίας, ως δεύτερη μετά την έδραση έννοια-κλειδί του υποκλάδου», ενώ συνάμα επενδύει σε αυτά την προβληματική του για τον πιθανό τρόπο με τον οποίο «τα δίκτυα των διαπροσωπικών σχέσεων» συμβάλλουν «στη δημιουργία εμπιστοσύνης και στην αποθάρρυνση της αδικοπραγίας» (ο.π., σ. 28,194).
Εξάλλου, ο Γκρανοβέτερ προβάλλει τα είδη των «χαλαρών» και των «ισχυρών δεσμών» που συγκροτούν τα δίκτυα. Με χαλαρούς (έμμεσους) δεσμούς συνδέονται τα πρόσωπα που προσεγγίζουν διάφοροι κοινοί φίλοι και γνωστοί, οι οποίοι αποτελούν πηγές πληροφόρησης των μεσαίων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων σε ζητήματα εξεύρεσης εργασίας. Από την άλλη πλευρά, οι «ισχυροί» δεσμοί, δηλαδή, οι άμεσοι οικογενειακοί ή φιλικοί δεσμοί, αποτελούν στοιχείο συνοχής των μελών των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Στους δεσμούς αυτούς στηρίζονται, κυρίως, τα άτομα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων για να αποκτήσουν μια θέση εργασίας (ο.π., σ. 28).
Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα, ανεξάρτητα από την ταξική τους διαβάθμιση, επιδιώκουν στην πορεία αναζήτησης εργασίας και κοινωνικής καταξίωσης να εκμεταλλευθούν ευκαιρίες ή «ανοίγματα», στα πλαίσια ενός κοινωνικού δικτύου, τις λεγόμενες δομικές τρύπες σύμφωνα με τη θεωρία του Ρ. Μπερτ. Οι δομικές τρύπες αποτελούν χώρους στους οποίους είτε δεν υφίστανται κοινωνικοί δεσμοί ή υφίστανται χαλαροί επικοινωνιακοί δεσμοί ανάμεσα στα μέλη ενός δικτύου, με αποτέλεσμα ένα τρίτο πρόσωπο ή ομάδα που διαμεσολαβεί, να αποκτά εκεί τη δυνατότητα να διαχειρίζεται την πληροφόρηση μέσα στο δίκτυο. Με τον τρόπο αυτό τη θέση της αβεβαιότητας για την πληροφόρηση που έχουν οι επαφές του προσώπου στο δίκτυο αντικαθιστά μια μορφή επικοινωνιακής σύνδεσης, δηλαδή κοινωνικής έδρασης (ο.π., σ. 28-29).
Η κοινωνική «κατασκευή» των οικονομικών φαινομένων, είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας των δικτύων των κοινωνικών σχέσεων. Όταν όμως κατασκευαστούν, μετατρέπονται σε δομές και θεσμούς οι οποίοι δεσμεύουν και παγιώνουν τις καταστάσεις, δρομολογούν την ανάπτυξη σε συγκεκριμένους δρόμους, ούτως ώστε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να θεωρείται ότι πάντοτε υπήρχαν (ο.π., σ. 29).
Ακόμη, ο Ρόναλντ Ντορ στο κείμενό του με τίτλο: «Αγαθή Προαίρεση και το Πνεύμα του Καπιταλισμού της Αγοράς», μελετά και συγκρίνει την ιαπωνική και τη βρετανική βιομηχανική αγορά προσπαθώντας να ανακαλύψει σταθερές οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με τη μορφή συνεκτικών στοιχείων της έδρασης στις μελλοντικές αγορές των μη Δυτικών χωρών (ο.π., σ. 254). Συγκεκριμένα, «ασχολείται με τη σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς κανόνες και τις υποχρεώσεις». Έτσι, εξετάζει αυτό που ορίζει ως «αγαθή προαίρεση», δηλαδή το απότοκο της προτεσταντικής ηθικής του Βέμπερ, και τη σημασία που αυτή η διάσταση έχει για την «προνομιακή σύναψη οικονομικών συμφωνιών» σε ευρύτερες περιοχές του κόσμου (ο.π., σ. 31).

Σύνοψη
Σε αυτή την εργασία εξηγείται η άποψη ότι οι θέσεις της νέας οικονομικής κοινωνιολογίας ερμηνεύουν, μεταξύ άλλων, την έννοια της έδρασης και εξηγούνται από αυτή.
Σήμερα, είκοσι χρόνια από την εμφάνιση της, η «νέα» οικονομική κοινωνιολογία, εισάγει την κοινωνιολογική θεώρηση σε όσα συμβαίνουν στη λειτουργία των αγορών, στα χρηματιστήρια, στις εξελίξεις στους χώρους εργασίας, στη διεύρυνση των κοινωνικών σχέσεων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, στη μετανάστευση και σε θέματα όπως της οικολογίας, των κοινωνικών δικτύων, του γένους ή του κοινωνικού φύλου, όπως και του πολιτισμικού πλαισίου, καθώς και στον ευέλικτο περιορισμό τους. Συνολικά, η οικονομική κοινωνιολογία προτείνει το συγκερασμό των οικονομικών και κοινωνιολογικών προσεγγίσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφεται το ώριμο έργο του Βέμπερ, το οποίο δοκιμάζει να διαμορφώσει μια «ολοκληρωμένη θεωρία για την αγορά» που θα δώσει νέο νόημα στην καθημερινότητα καθώς θα βοηθήσει στην έδραση των δημιουργικών δομών και λειτουργιών της παλιάς και νέας οικονομικής κοινωνιολογίας (ο.π., σ. 31). Άλλωστε, στην έννοια της ολοκληρωμένης αγοράς συγκλίνει και η υπόθεση του Πολάνυι ότι: «αν θεωρηθούν καταλλακτικά, [δηλ. ανταλλάξιμα], το εμπόριο, το χρήμα και η αγορά συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο» (ο.π., σ. 136-137).
Επομένως, η οικονομική κοινωνιολογία φαίνεται πως μπορεί να συνδέσει τις κοινωνικές διαστάσεις με τα οικονομικά πράγματα είτε αναλύοντας την κοινωνική τους έδραση είτε διερευνώντας την κοινωνική τους δομή, αρκεί να υπάρξει καλή εποπτεία από την πλευρά των οικονομικών και κοινωνικών φορέων αυτής της πολιτισμικής εξέλιξης.

Βιβλιογραφία

Κονιόρδος Σ.Μ. 2006. Κείμενα Οικονομικής Κοινωνιολογίας. Εκδ. Gutenberg, Αθήνα, σ. 121-162, 183-220 και 331-360.
Μπαμπινιώτης Γ., 2002. Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, σ. 549.
Πολάνυι, Κ. 2001. Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας. εκδ. Νησίδες, Σκόπελος, σ. 47.

1 σχόλιο:

Γιώργος Χατζηαποστόλου είπε...

Πρόκειται για μια εθελοντική εργασία που πραγματοποιήθηκε με δική μου πρωτοβουλία και ευχαρίστηση και προσφέρθηκε ως αναμηνστικό δώρο στον καθηγητή-σύμβουλο της Θεματικής Ενότητας ΕΠΟ 42, - που μου έδωσε τον τίτλο αυτής της εργασίας - ως αναγνώρισή μου στον χαρισματικό τρόπο που διδάσκει τους φοιτητές και στις δημοκρατικές αντιλήψεις του.