Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

Ένα δωμάτιο, ζωντανό φέρετρο




 ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΚΙΒΟΥΡΙ* ΜΟΥ

*φέρετρο

Καμιά δεν ήταν ποτέ αξιοπρεπέστερη ως σπιτονοικοκυρά από την Κυρά-Μάρω, σε μία μάντρα κάτω, κοντά στην πλατεία της Ελευθερίας. Πρώτα, το σπίτι, μια σειρά χαμοκέλες από 7 ή 8 δωμάτια, που αυτή νοίκιαζε, ήταν άγνωστο ποιού ιδιοκτήτη ήταν. Κατά ορισμένους, η Μάρω είχε συμφωνήσει με μία πολύ αγαπημένη φίλη της πριν από χρόνια, στου Καλαμιώτη, όπου κατοικούσαν μαζί, ασκώντας διάφορα επαγγέλματα ―συνήθως έπλεναν ή σιδέρωναν, μερικές φορές έκαναν και προξενιά― όποια από τις δύο επιζήσει, να κληρονομήσει την άλλη. Λοιπόν η Μάρω είχε την τύχη να βάλει την αγαπημένη φίλη της μπροστά, και τότε αγόρασε το σπίτι αυτό με τα χρήματα, που είχαν βρεθεί της μακαρίτισσας. Κατά τους δέ, το σπίτι ανήκε στον δικηγόρο, τον σύζυγο μιας ανεψιάς της Μάρως, και αυτή ήταν μόνον ως επιστάτρια και υπενοικιάστρια. Βρίσκονταν όμως και καλοθελητές, που προσπαθούσαν να συμβιβάσουν τις δύο γνώμες. Κατ’ αυτούς, η μάντρα με τις παλιές χαμοκέλες είχε αγοραστεί πράγματι με τα χρήματα της πεθαμένης, αλλά στο συμβόλαιο φερόταν μόνον το όνομα της ανεψιάς της Μάρως και του συζύγου της, ο οποίος, ως δικηγόρος, ήξερε πολύ καλά πως γίνονται «αυτά τα πράγματα».

*
* *

Όταν πήγα κι έπιασα το μέσα δωμάτιο, όπου έμεινα από τότε και για δώδεκα έτη της ανώφελης ζωής μου, καλυβάκι ξεχωριστό στη σειρά  με τις άλλες χαμοκέλες, και το μόνο που έβλεπε προς τον δρόμο, όπως αντίκριζε την αυλόπορτα, ―είναι πολλά χρόνια από τότε― η πρώτη εντύπωσή μου υπήρξε ευχάριστη. ― Ήταν μέσα από ξύλινα χωρίσματα, στο βάθος της αυλής, μαζί με άλλα δύο· το ένα, το οποίον κατείχε μια φτωχή χήρα με τα παιδιά της, και το μέσα-μέσα της σειράς, όπου φώλιαζε η Κυρά-Μάρω. Μέσα από το χώρισμα και πριν από την πόρτα μου, ήταν μία εξαίσια κληματαριά, με πολύ πλούσιο φύλλωμα, κάνοντας τη μικρή αυλή μας ― άντρο σκιάς και δροσιάς. Κοιμήθηκα την πρώτη νύχτα· παράθυρο δεν είχε το μικρό κελί, και στο ένα τρίτο μέρος του προς τα πάνω από την πόρτα περνούσε το φως από έναν γυάλινο φεγγίτη. Ξύπνησα με την εντύπωση ―καθότι έβλεπα κι ένα κυπαρισσάκι να σείεται θλιβερά, αντίκρυ εκεί σε μίαν αυλή, πέρα από τον δρόμο― ότι είχα κοιμηθεί μέσα στο κιβούρι μου, το οποίο μου είχε κτίσει, για να απολαύσω προκαταβολικά και να αποκτήσω πείρα του πράγματος, η ευμενής μου Μοίρα.

*
* *

Το πρωί, πριν βγω, είδα τη σπιτονοικοκυρά ν’ ασχολείται να κουβαλάει έπιπλα από τη μία στην άλλη κάμαρα, και μερικά στην ίδια την κατοικία της. Μέτρησα 11 ἢ 12 κιβώτια. Όλα σχεδόν ήσαν παλαιά και άκομψα, τα περισσότερα φαίνονταν να είναι κενά, άλλα έδειχναν μικρό βάρος. Τα μετακόμιζε όλα αυτά βοηθουμένη από τη μικρή κόρη Αμαλία της Παπαβλαστού ―της άμεσης γειτόνισσάς μου, της χήρας― την οποία είχε αγγαρέψει γι αυτό. Αγαπούσε δέ, όπως βεβαιώθηκα, την αγγαρεία ― όταν την επέβαλλε σε άλλους. Τα κιβώτια, όπως έμαθα, όσα δεν ήσαν εντελώς κενά, περιείχαν διάφορα κουρέλια μάλλινα ἢ μεταξωτά, και ένα ή δύο μόνο περιέκλειαν σεντόνια, κλινοσκεπάσματα, και άλλα ρούχα. Όλα αυτά ανήκαν στη σπιτονοικοκυρά. Φαίνεται ὅτι ήσαν λείψανα παλαιών ενοικιαστών, ενέχυρα, παρακαταθήκες έναντι οφειλομένων ενοικίων και τα τοιαύτα. Αλλά από τότε κανείς δεν είχε έλθει να τα ζητήσει.

*
* *

Ήλθε ο χειμώνας. Έμεινα εκεί. Ανάμεσα στους νοικάρηδες, έβλεπα συχνά έναν Πέτρο, Μαλτέζο. Αυτός συχνά καθόταν στο κατώφλι της δικής του κατοικίας καπνίζοντας την πίπα του. Ένα πρωί ξυπνώντας, ακούω τη Μάρω να μιλάει μεγαλόφωνα και φαινόταν σε ταραχή και αγανάκτηση.

― Τί τρέχει;

―Ο Πέτρος, ο Μαλτέζος! Μου έφυγε τη νύχτα, ὁ πελάτης… Δυόμισι νοίκια μου τρώει ― με το συμπάθιο, αν είναι και λίγα. Κουβάλησε μεσάνυχτα τα ρούχα του.

Είχε δίκιο. Δεν θα είχε ὁ ἄνθρωπος, καμιά κασέλα περίσσεια να της αφήσει, για να τον θυμάται. Άλλοι νοικάρηδες συνέβαινε να κρατήσουν ένα δωμάτιο επί δύο μήνες και τόσες ημέρες. Η Κυρά-Μάρω πολλές φορές επικαλείτο τα φώτα μου για να της βρω τον λογαριασμό. Συνήθως απαιτούσε να πληρωθεί όλος ο μήνας για τις 9 ημέρες, αλλά βλέποντας την ακραία φτώχεια των ανθρώπων, και αυτή αφοπλιζόταν. Αλλιώς, να πως λογάριαζε συνήθως τις ημέρες. Ο νοικάρης είχε έλθει στις 20 Μαρτίου, κι έφευγε στις 30 Μαΐου. Από 20 Μαρτίου έως 31, δώδεκα μέρες· και 18 από τον Απρίλη ένας μήνας σωστός. Από 18 Απριλίου (bis), έως τέλος, 13 μέρες· και δεκαεφτά από τον Μάη, δύο μήνες· από 17 Μαΐου (bis) έως 31…

― Μα έχουμε τριάντα σήμερα, κυρά-Μάρω.

― Τριανταμία τραβάει ο μήνας. Από 17 Μαΐου έως 31, δεκάξι μέρες!

― Μα, πρώτα, δεν λογαριάζεται ούτε η 30ή του μήνα, που δεν θα κοιμηθούμε στο σπίτι σου. Έπειτα, τις 17 του μηνός τις λογαριάζεις δυο φορές.

―Ας είναι· 15 μέρες προς 46 λεπτά και μισό, πόσα μας κάνουν;

― Είναι 46 και δυο τρίτα, κυρά-Μάρω. Αλλά μόνον 12 ημέρες θα πληρώσουμε.

― Γιατί τάχα 46 και δύο τρίτα; διαμαρτυρόταν η Κυρά-Μάρω, γιατί φανταζόταν ότι τα 2/3 είναι λιγότερα από το μισό. Και ούτω καθεξής.

*
* *

Το πρωί, μέσα στο ζωντανό κιβούρι μου, πολλές φορές με ξύπνησαν οι ομιλίες και οι διηγήσεις της Μάρως προς τη μικρή Αμαλία, την κόρη της γειτόνισσας.

― Και πήγα στης κυρίας Βασιλειάδου, και στης κυρίας Αργυροπούλου, να συνεννοηθούμε για τα ψώνια· κάναμε την επίσκεψη μαζί με την κουμπάρα, την κυρά-Φωτεινή· και μου λέει, Κυρία Μαριγώ, μα πως δεν μας θυμόσαστε και μας ξεχάσατε πια και σεις, και της λέει η κουμπάρα ἡ Φωτεινή: Μα ξέρετε, η κυρία Μαριγὼ είναι πολύ ακριβοθώρητη, έχει την έννοια του σπιτιού, και δεν αδειάζει. Και τότε μου λέει η κυρά-Βασιλειάδου: Μα πως, κυρία Μαριγώ… κλπ. κλπ.

Άρχισε να διηγείται εμπιστευτικά στη μικρή για ένα συνοικέσιο, το οποίο επρόκειτο να γίνει και για το οποίον οι δύο αναφερθείσες κυρίες ζητούσαν τη συνδρομή της και τις συμβουλές της.

― Το λοιπόν; ύστερα, κυρά-Μάρω; ρώτησε η μικρή, βρίσκοντας αμέσως ενδιαφέρον στη διήγηση.

Τότε ἡ γριά, χάνοντας την υπομονή, επειδή η παιδούλα δεν ήθελε να εννοήσει ακόμη πως έπρεπε να την ονομάζει:

― Κυρία Μαριγώ, να λες. Ακούς;

Μία φορά η κυρά Μάρω έκανε μίαν εβδομάδα να μου μιλήσει για την εξής αιτία. Αν και σχεδόν ποτέ δεν παραπονιόμουν για τίποτε, συνέβη να ενοχληθώ κάποτε από μερικούς νοικάρηδες, που συνήθιζαν να κοιμούνται και να ροχαλίζουν υπαίθριοι το καλοκαίρι. καταλαμβάνοντας όλο το μήκος και το πλάτος, έξω από τα χωρίσματα, της έξω αυλής. Το δε χειρότερο, το οποίον μου είχε συμβεί ποτέ, υπήρξε το εξής. Ένας Καρπάθιος, λατόμος, που έμενε διαρκώς στην Πεντέλη, κρατούσε ακόμα και δωμάτιο στης Μάρως, και κατέβαινε κατά τις γιορτές στην πόλη. Μία τέτοια παραμονή είχε κατεβεί, και είχε ξαπλώσει στο ύπαιθρο· αλλά αυτή τη φορά είχε φέρει μαζί του και ένα ζώο, σαν είδος μαντρόσκυλου, νέο απόκτημα, όπως φαίνεται. Ὁ σκύλος, άμα εγώ μπήκα στην αυλή, μεσάνυχτα, μου ρίχτηκε, όπως ήταν επόμενο.

(Παρέκβαση. ― Ώ! τι μπορεί να υποφέρει κάποιος, και μάλιστα ως «εργένης» στην Αθήνα! Φανταστείτε! να πηγαίνεις για να κοιμηθείς στο δωμάτιό σου, ξεθαρρεμένος, και να βρίσκεις ακοίμητο, ανέλπιστο εχθρό να έχει στήσει ενέδρα στην πόρτα σου! Γι᾿ αυτὸ άρα οι τόσο έξυπνοι Επτανήσιοι έχουν ως μεγάλη κατάρα το «ξαφνικό να τού ᾽ρθει» για κάποιον. Το «ξαφνικό», και ευτύχημα αν είναι, καλό δεν κάνει. Διαβάστε στην ιστορία για έναν Μητροπολίτη, Δωρόθεο, αν θυμάμαι καλά, ο οποίος έπεσε από αποπληξία και πέθανε άμα έμαθε το ανέλπιστο ευτύχημα, ότι εκλέχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης!)

Και σώθηκα μεν τότε από τα δόντια του σκύλου, αλλά η σπιτονοικοκυρά κάκιωσε μαζί μου, σαν να έφταιγα εγώ.

Τέλος, μία Κυριακή το δειλινό, η Μάρω είχε αναγγείλει, ὅτι έμελλε να τελεστεί ο γάμος της «βαφτιστήρας» της, κόρης της «κουμπάρας Φωτεινής», για την οποία συχνά μιλούσε, χωρίς να την έχουμε δει ποτέ να έρθει να την επισκεφτεί. Μπήκε στο δωμάτιό της, άνοιξε το  επίσημο μπαούλο της, στολίστηκε, και βγήκε, κλειδώνοντας την πόρτα. Άκουσα το βήμα και το θρόισμα του φορέματος.

Όμως τότε, καθώς στολίστηκε ξέχασε το κάκιωμα, και ήλθε μπροστά στην πόρτα μου, όλη φρου-φρου, με την ολομέταξη όρθια και κυματίζουσα εσθήτα.

― Πάω στο γάμο, είπε. Και στα δικά σου!

― Καλά!

*
* *

Μία τελευταία μικρή σκηνή. Είχε έλθει μια νεαρή γυναίκα με καπέλο, και  ζητούσε δωμάτιο.  Η Μάρω άρχισε να τη ρωτά αν έχει σύζυγο ή όχι, και τι δουλειά κάνει. Η γυναίκα απάντησε ο,τιδήποτε.

― Και από που είσαι;

―Από τ…

Η γυναίκα ονόμασε ένα νησί ιστορικό του Σαρωνικού, απ' όπου συνέβαινε να κατάγεται και η Μάρω.
― Και πως έβγαλες το τσεμπέρι; της λέει. Εγώ έχω σαράντα χρόνια στην Αθήνα… και το φορώ!
Και αρνήθηκε να της δώσει δωμάτιο…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1926)

Μεταφορά στη δημοτική Γ.Χ. 

Πηγές:

https://www.youtube.com/watch?v=0PUWVT2jixk

Δεν υπάρχουν σχόλια: