Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Τα Φώτα του τεμπέλη

Από την ταινία Τα φώτα της πόλης (1931)

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΤΑ ΦΩΤΑ) ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

Στην ταβέρνα του Πατσόπουλου, ενώ ο βοριάς φυσούσε, και ψηλά στα βουνά χιόνιζε, ένα πρωί, μπήκε να πιεί ένα ρούμι να ζεσταθεί ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από τη γυναίκα του, βρισμένος από την πεθερά του, δαρμένος από τον κουνιάδο του, ξορκισμένος από την κυρα-Στρατίνα τη σπιτονοικοκυρά του, και φασκελωμένος από τον μικρό τριετή γιό του, τον οποίον ο προκομμένος ο θειός του δίδασκε με επιμέλεια, όπως και γονείς ακόμη πράττουν στα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνει, να βρίζει, να βλασφημεί και να κατεβάζει κάτω Σταυρούς, Παναγιές, καντήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κ᾽ έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός ο κάπελας, για να έρχονται να ψωνίζουν χωρίς να σκανδαλίζονται οι καλές νοικοκυρές, οι γειτόνισσες, είχε δίπλα στα βαρέλια και τις φιάλες, για επίδειξη μάλλον, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε δε και μύλο για να κόβει καφέ. Αλλά έβλεπες πρωί και βράδυ να εξέρχονται, ατημέλητες και μισοχτενισμένες, γυναίκες φέροντας με το ένα χέρι κάτω από την πτυχή της εσθήτας, παράλληλα με το ισχίο, και τούτο σήμαινε, διότι το ψώνιο δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη.
Ερχόταν πολλές φορές την ημέρα η γριά-Βασίλω, φτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, η οποία δεν είχε προλήψεις, κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ερχόταν και η κυρά-Κώσταινα ἡ Εκκλησιάρισσα, η οποία βοηθούσε το κατά δύναμη στην εκκλησία, και στεκόταν κοντά στο μανουάλι, για να κολλάει τα κεριά, και όσες πεντάρες έπαιρνε την Κυριακή, όλες τις έπινε, με ευσυνείδητη ακρίβεια, τη Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη.
Ερχόταν κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, που φώναζε στην αυλόπορτα, στον δρόμο και στο καπηλειό όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμεναν στην αυλή, μέρος δε έπεφταν στο καπηλειό, και τα περισσότερα χύνονταν στον δρόμο· και ονομάτιζε* τον κόσμο, ποιά νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποιός οφειλέτης της χρωστάει τον τόκο, ποια γειτόνισσα της πήρε ένα είδος, δανεικό κι αγύριστο. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ο φραγκοράφτης της χρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχε, έξι. Η Λενιὼ ἡ κουμπάρα της, της πέρασε δεύτερη υποθήκη με δόλο στο σπίτι, και τώρα ήταν ανάγκη να τρέχει σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους για αν εξασφαλίσει τα δίκαιά της. Ἡ Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτο άνδρα της, της είχε αφήσει ένα αμανάτι για να την δανείσει δέκα δραχμές, και τώρα κατά την εκτίμηση δύο χρυσοχόων αποδείχθηκε ὅτι το ασημικό ήταν κάλπικο και δεν άξιζε ούτε όσον άξιζαν τα δύο φυσέκια με τα σκουριασμένα μπακίρια ― τα οποία, αφού, κατά τη συνήθειά της (αυτό δεν το έλεγε, αλλά ήταν γνωστό), έβγαλε έξω τον γερο-Στρατή, τον άνδρα της, την κόρη της, τη Μαργαρίτα, και την εγγονή της, τη Λενούλα, άνοιξε την κρύπτη, απέθεσε εκεί το ενέχυρο, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα εγχείρισε με τρόπο, που σήμαινε να τα δώσει και να μην τα δώσει, και φαίνονταν σαν να κολλούσαν στα χέρια της, στη φτωχή την Κατίνα.
Η Ασημίνα, η παλιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρια το επάγγελμα, όταν ξεκουμπίστηκε κι έφυγε, της χρωστούσε τρία μηνιάτικα κι εννέα ημέρες. Και τα μεν έπιπλα, που έπρεπε κατά δίκαιο τρόπο να τα εκχωρήσει στη σπιτονοικοκυρά, τα παρέδωσε στον καύκο* της, τον τελευταίο αγαπητικό της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… και σε αυτή δεν έδωσε άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτὸ εκεί, λιγδιασμένο, και της είπε μυστηριωδώς ὅτι αυτό περιείχε τίμιο ξύλο… Σαν γκρεμοτσακίστηκε κι έφυγε, το ανοίγει και αυτή από περιέργεια, και αντί για τίμιο ξύλο, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάμματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ᾽ ακούτε σεις αυτά;

*
* *

Εισήλθε τρέμοντας ὁ μαστρο-Παυλάκης και ζήτησε ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλειού, που τον ήξερε καλά, του είπε·

―Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπο διφορούμενο.
― Βάλε συ το ρούμι, είπε.
Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή κι ἡ δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι ἡ κουβέντα, όλα καλά. Καλύτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλτσε φαρ νιέντε* των αδελφών Ιταλών. Αν σε αυτόν ανατίθετο να συντάξει τον κανονισμό της εβδομάδας, θα όριζε την Κυριακή για σχόλη, τη Δευτέρα για χουζούρι, την Τρίτη για σουλάτσο, την Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή για εργασία, και το Σάββατο για ξεκούραση. Ποιος λέει ότι οι γιορτές είναι πάρα πολλές για τους ορθόδοξους Έλληνες, και οι εργάσιμες είναι πολύ λίγες; Αυτά τα λένε όσοι δεν έκαναν ποτέ σωματική εργασία και ξέρουν μόνον για τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώρα αυτή ήρθε από αντίκρυ ὁ Δημήτρης ὁ φραγκοράφτης, για να πιεί το πρωινό του. Μόνη παρηγοριά είχε να κάνει αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ονόμαζε. Διέκοπτε επί πέντε λεπτά την εργασία του δέκα φορές την ημέρα, και ερχόταν να πιεί ένα κρασί. Έπαιρνε εργασία από τα μαγαζιά και δούλευε ως κάλφας στο δωμάτιό του. Εισήλθε και παρήγγειλε ένα κρασί. Έπειτα βλέποντας τον Παύλο:
― Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπε.
Ως από Θεού σταλμένος για να λύσει το ζήτημα της πεντάρας μεταξύ του πελάτη και του υπηρέτη, κάθισε κοντά στον Παύλο και άρχισε μια τέτοια συνομιλία, η οποία ήταν μεν συνέχεια των δικών του λογισμών, ενώ στον Παύλο φάνηκε ως συνηγορία υπέρ των δικών του παραπόνων.
― Που σχόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπε· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ᾽ Αι-Νικολάου δουλέψαμε, τ᾽ Ἁι-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ πως θα δουλεύουμε χρονιάρα μέρα.
O Παύλος έσεισε το κεφάλι του.
― Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα τυπώσω μέχρι το τελευταίο γράμμα, μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται πως αυτοί οι μάστορες, αυτοί οι άρχοντες, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουν διορισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσα στις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονόμπαντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε βδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
― Είναι κι ἡ τεμπελιά στη μέση, είπε με πονηρή αυθάδεια το παιδί του καπηλειού, ωφελημένο από μία στιγμή κατά την οποία ο αφέντης του είχε συνομιλία στο κατώφλι της θύρας και δεν μπορούσε ν᾽ ακούσει.
― Ας είναι, τί να σου κάνει η εργατικότητα κι η τεμπελιά; είπε ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια κι λίγη μαζεμένη δουλειά. Καλά λέει ὁ μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ὁ Πέτρος, ή ὁ Κώστας, ή ὁ Γκίκας. Εμένα ἡ φαμίλια* μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ᾽ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για τη σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για το μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Ἡ κόρη θέλει το λούσο της, ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάνε προκοπή.
―Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη μου, είπε ο Παυλέτος, αποκρινόμενος στους ίδιους τους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, ἡ δουλειά βαριά, ρευματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζεις τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…
― Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλε, αυθαδίασε πάλι ο υπηρέτης, ενθυμούμενος ίσως τις μεταξύ του Παύλου και του γυναικάδελφού του σκηνές.
Έπειτα εισήλθε ο κάπελας. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε για να επαναλάβει την εργασία του και η ομιλία έπαυσε.

*
* *

Ο μαστρο-Παύλος αφέθηκε στις φαντασίες του. Σάββατο σήμερα, μεθαύριο παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεφτά για να αγοράσει μια γαλοπούλα, να κάνει κι αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι. Μετανοούσε τώρα πικρά, διότι δεν πήγε τις τελευταίες ημέρες στα βυρσοδεψεία να δουλέψει, να βγάλει λίγα λεπτά, για να περάσει φτωχικά τις γιορτές. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά. Κόπιασε να αργάζεις τομάρια! Το δικό μας το τομάρι θέλει άργασμα.»
Είχε ακούσει τον λαϊκό μύθο για τον τεμπέλη, που πήγαιναν να τον κρεμάσουν, και ο οποίος συγκατένευε να ζήσει υπό τον όρο να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Γνώριζε και την άλλη διήγηση για το τεμπελχανείο, το οποίο ίδρυσε, όπως λένε, ο Μεχμέτ Αλή στην πατρίδα του την Καβάλα. Εκεί, επειδή το κακό είχε παραγίνει, ο επιστάτης σοφίστηκε να στρώνει μία ψάθα, επάνω στην οποία ανάγκαζε τους ανέργους να ξαπλώνονται. Έπειτα έβαλλε φωτιά στην ψάθα. Όποιος προτιμούσε να καεί, παρά να σηκωθεί από τη θέση του, ήταν σωστός τεμπέλης και δικαιούταν να φάει δωρεάν το πιλάφι. Όποιος σηκωνόταν κι απέφευγε τη φωτιά, δεν ήταν σωστός τεμπέλης κι έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, σκεφτόταν ο μαστρο-Παύλος, και κανένας από αυτούς να μην ιδρύσει κάτι παραπλήσιο στην Αθήνα!
Ὁ μαστρο-Παυλάκης περιδιάβασε ακόμη δύο ημέρες, και την άλλη ήταν Παραμονή. Τη γαλοπούλα δεν έπαψε να την ονειροπολεί και να την ορέγεται. Πως να την προμηθευθεί;
Αφού νύχτωσε, διωγμένος καθώς ήταν από το σπίτι, αποτόλμησε και ήλθε από ένα πλάγιο δρομάκι και ήταν έτοιμος να χωθεί στο καπηλειό. Ο νους του ήταν αναπόσπαστα προσηλωμένος στη γαλοπούλα. Θα χρησίμευε αυτή, εάν την είχε, και ως μέσο συνδιαλλαγής με τη γυναίκα του.
Εκεί, καθώς στράφηκε να μπει στο καπηλειό, βλέπει ένα παιδάκι της αγοράς με ένα κοφίνι στους ώμους, το οποίο φαινόταν ακριβώς να περικλείει έναν γάλο, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρο και άλλα καλά πράγματα. Το παιδί κοίταζε δεξιά κι αριστερά και φαινόταν να αναζητά κάποια κατοικία. Ήταν έτοιμο να μπει στο καπηλειό για να  ρωτήσει. Έπειτα είδε τον Παύλο και στράφηκε προς αυτόν:
― Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμω το σπίτι του κυρ Θανάση του Μπελιόπουλου;
― Του κυρ Θανάση του Μπε…
Αστραπή ως ιδέα έλαμψε στο πνεύμα του Παύλου.
― Μου ᾽πε τον αριθμό και τον ξέχασα… τώρα γλήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμω, σ' αυτό το δρόμο… τον είχα πελάτη από πρώτα… προηγουμένως καθότανε παραπέρα, στο Γεράνι.
― Του κυρ Θανάση του Μπελιόπουλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξεις την κυρα-Παύλαινα, μέσα, στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πω; είναι γενιά* του… την έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα… οικονόμο στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές, θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ τη και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίζοντας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την πόρτα της αυλής, έκανε πως φώναξε:
― Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ᾽ εδώ να πάρεις τα ψώνια που σου στέλνει ὁ κύριος… ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τα χέρια και αισθανόταν στη μύτη του την τσίκνα του ψητού γάλου. Και δεν τον ένοιαζε τόσο για τον κούρκο, αλλά πως θα  συμφιλιωνόταν με τη γυναίκα του. Τη νύκτα πέρασε σε ένα ολονύκτιο καφενείο και το πρωί πήγε στην εκκλησία.
Όλη τν ημέρα προσκολλήθηκε σε μία συντροφιά, έπειτα σε μία άλλην παλαιών γνωρίμων του, στο καπηλειό, οπού έμεινε τις περισσότερες ώρες ανοιχτό με τα παράθυρα κλεισμένα, και πέρασε με λίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού νύχτωσε, πήγε με τόλμη, από τις πολλές σπονδές και από την ενθύμηση του γάλου, και χτύπησε την πόρτα της οικογένειάς του. Η πόρτα ήταν κλεισμένη από μέσα.
― Καλησπέρα, κυρά-Παύλαινα, φώναξε απ' έξω. Χρόνους πολλούς. Πως πήγε ὁ γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλι;
Ούτε φωνὴ ούτε ακρόαση. Όλη η αυλή ήταν ήσυχη. Τα ισόγεια, οι τρώγλες, τα κοτέτσια της κυρά-Στρατίνας, όλα κοιμούνταν. Ὁ σκύλος μόνον γνώρισε τον μαστρο-Παύλο, γρύλλισε λίγο και πάλι ησύχασε.

Υπήρχαν εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριών ή τεσσάρων οικογενειών, όπου κατοικούσαν στα ανήλιαγα δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζευγάρια περιστεριών. Οι δύο γίδες αναχάραζαν βαθιά στο σκεπασμένο μαντράκι τους, οι όρνιθες έκραζαν υπόκωφα στα κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζευτεί στους περιστεριώνες περίτρομα από το κυνήγι, που άρχιζαν τη νύκτα εναντίον τους οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής που κοιμόταν.

Πάραυτα ακούστηκε κρότος βημάτων στο σπίτι.

―Ἔ, μαστρο-Παύλε, είπε η κυρα-Στρατίνα, που πλησίασε, νά ᾽χουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μού 'χεις, ασίκη μου; Είδαμε και πάθαμε να σκεπάσουμε το πράγμα, να μην προσβληθεί το σπίτι… Εκείνος που ήταν δικός του ὁ γάλος, ήρθε μεσάνυχτα και φώναζε, έκανε μεγάλο κακό, και μας φοβέριζε όλους, και τη φαμίλια σου, επειδή τον είχε κόψει το γάλο, που λες, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά.. κλειδώθηκε μέσα στην κάμερα, και δεν ήξερε τί να κάνει… Είπε και ὁ κουνιάδος σου… καλό κελεπούρι ήταν κι αυτό, που λες… και πέρασε ἡ φαμίλια σου όλη την ημέρα κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβο μη ξαναέρθει εκείνος πού ᾽χε το γάλο και μας φέρει κα την αστυνομία… ήταν φόβος να μην προσβληθεί κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνεις, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπει από το σπίτι μου εμένα! Τ᾽ άκουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ρώτησε δειλά:
― Τώρα… είναι μέσα ἡ φαμίλια μου;
― Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, για τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε μη σε νιώσει από πουθενά εκείνος ὁ σκιάς*, ὁ κουνιάδος σου, πάλε…
― Είναι μέσα;
―Ή μέσα είναι ή όπου να 'ναι έφτασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ακούστηκε όντως μία φωνή εκεί κοντά, η οποία δεν υποσχόταν τίποτα καλό για τον νυχτερινό επισκέπτη.
―Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος;
Ποιός ήταν αυτός που μίλησε, άγνωστο. Ίσως να ήταν ο μαστρο-Δημήτρης, ο γείτονας. Μπορεί να ήταν και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
― Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παραπονέθηκε ωστόσο ο άνθρωπός μας.
― Τί σου χρειάζεται ὁ μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβε ἡ Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα, άφησέ τα αυτά! Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψεις, να μου φέρεις κι εμένα τα νοίκια μου. Τ᾽ ακούς;
― Τ᾽ ακούω.
― Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη μου τη φτώχεια, τη θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ακούστηκε από μέσα βραχνό μουρμούρισμα, έπειτα φωνή μικρού παιδιού είπε:
― Στην υγειά σου, ματο-Πάλο, τεμπελόκυλο, κακὲ πατέλα. Τόνε φάαμε τὸ λάλο. Να πάλε και συ πέντε, κι άλλα πέντε, δέκα.
Προφανώς ήταν μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάξει αυτά.
― Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο μου, είπε η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!
Ακούστηκε κρότος, σαν να σηκώθηκε κάποιος από μέσα, και να πλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύρα…
― Δρόμο, επανέλαβε μηχανικά ο Παύλος, συμμορφούμενος έμπρακτα με τη λέξη… δρόμο και δουλειά!

(1896)

Ρητά

«Και από  όλους τους καρπούς ο μόνος, ο οποίος δεν χρειάζεται ούτε καιρό ούτε ώρα για να ωριμάσει, είναι ο σατανικός έρωτας.»

Αλ. Παπαδιαμάντη “Οι έμποροι των εθνών”

Σημείωση:

Οι πραγματικοί λογοτέχνες, όπως ο Αλ. Παπαδιαμάντης, πιστεύω πως δεν χρειάζονται γλωσσική "μάσκα" (εννοώ την καθαρεύουσα) για να αποστασιοποιηθούν από τα καθημερινά γεγονότα, και επομένως να δουν καθαρότερα, εφόσον η ψυχή τους παραμένει λαϊκή. Μεταφέροντας στη δημοτική γλώσσα αυτό το διήγημα και εκφράζοντας έτσι, με πιο γνήσιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θεωρώ πως δίνω ένα παράδειγμα "αποκατάστασης της αλήθειας"  σε ότι αφορά την προσφορά ενός καλού ανθρώπου στην ελληνική λογοτεχνία και κοινωνία. 

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Η προσθήκη τόλμης στη φαντασία δημιουργεί ελπίδα

Μια ανάγνωση του πεζο-ποιήματος του Νίκου Εγγονόπουλου "Η ψυχανάλυσις των φαντασμάτων" από τη συλλογή "Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής". Ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος - Ημερολόγιο 2007, Εκδ. Εριέττα Εγγονοπούλου & Ύψιλον Βιβλία 2006, σ.σ. 317.

Το ημερολόγιο του 2007 συμβαδίζει με το 2024 μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, οπότε χωρίζουν οι δρόμοι τους (καθώς το τρέχουν έτος είναι δίσεκτο, έχει, δηλαδή ο δεύτερος μήνας του έτους και 29 ημέρα).

Μια ψυχανάλυση των φαντασμάτων

Όταν μπαίνει την ημέρα του καράβι στο λιμάνι,περιμένουν στην προκυμαία άνθρωποι πολλοί.Τη νύχτα το καράβι υποδέχονται η σιωπή και οι ήχοι της. Την ημέρα τα νερά με την ανατριχίλα των αποχρώσεων του γαλάζιου ανέχονται το καράβι που τα σκίζει. Τη νύχτα τα νερά, πιο ήρεμα, αντανακλώντας τα φώτα της προκυμαίας, αποκρίνονται στα λίγα φώτα γεμίζοντας θαρρείς λουλούδια και στο λιμάνι υπάρχουν μόνο γυναίκες γυμνές ' απροκάλυπτες εκφράσεις του πειρασμού που παραμονεύει (επιφανειακές προσδοκίες του έρωτα) χωρίς διάθεση να εμβαθύνουν στο χώρο των βουτηχτάδων, ή μέσα στη θάλασσα, αλλά το περισσότερο έως την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού ' στα όρια της πόλης των ανθρώπων.  

Αυτοί φτάνουν τη στιγμή που τους περιμένουν αυτές και ενδίδουν στην ερωτική πρόσκληση. Εμείς φτάνουμε τη στιγμή που δεν μας περιμένουν, πετώντας όπως τα μεγάλα πουλιά ή τα ασώματα πνεύματα, ψέλνοντας λόγια ακατανόητα αλλά ωραία. Τότε με έναν ανεξήγητο όσο και θαυμαστό τρόπο, γίνεται αισθητή η ουσία της ησυχίας του τοπίου και εντελώς ξαφνικά πετάγονται από τα χώματα μαυροντυμένοι άνθρωποι, περαστικοί από αυτό τον κόσμο όπως οι κομήτες, που απειλούν κατά καιρούς τη γη χωρίς να την έχουν καταστρέψει ποτέ εντελώς.  Αυτοί οι μαυροντυμένοι άνθρωποι με τα λευκά δόντια σαν τα πλήκτρα όρθιων πιάνων, μοιάζουν με τον μαύρο ουρανό της νύχτας, τον κεντημένο με τ' αστέρια. 

Οι σημαίες την ημέρα κρεμασμένες, παρά τη θέλησή τους στους ιστούς, φαίνεται να τεμπελιάζουν μέχρι τη στιγμή που θα τις ζωντανέψουν απρόσμενες ριπές του ανέμου. Δεν ηχούν τραγούδια της ειρήνης ή ψαλμωδίες κατά τη νύχτα, αλλά τα πολυβόλα του πολέμου. Δεν παλεύουν άντρες αλλά μιλούν ασταμάτητα φυναίκες και ξεφωνίζουν σε γλώσσα ακατάληπτη, παιδιά. Στ' αυτιά μας έρχονται τα ονόματα γυναικών προφητών, κι όχι τυχαίων γυναικών αλλά αυτών που θα συναντήσουμε στην πορεία της ζωής μας και θα αγαπήσουμε βαθιά. 

Επίσης, ακούμε τα ονόματα πόλεων: Σινώπη, Κερασούς, Πέργαμος, Κόρινθος και άλλες πολλές από τον μακρύ κατάλογο των αγαπημένων τόπων.

Όλες και όλοι μας φοβόμαστε τον θάνατο αλλά ορισμένοι φοβούνται πιο πολύ να ζήσουν και γι αυτό προσπαθούν να είναι συνέχεια απασχολημένοι με τον έρωτα, δείχνοντας μια έντονη διάθεση ν' προσκολληθούν στη ζωή. 

Γιώργος Χατζηαποστόλου       

 

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Δημοτική γλώσσα και λαϊκή ψυχή

ΜΙΚΡΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Δίπλα στην οδό Σ… στην Αθήνα, κατά τη νοτιοδυτική άκρη τῆς πόλης, συνέβη, μια από αυτές τις ημέρες, ν᾽ ακούσω βρισιές στον δρόμο για την εξής αφορμή. Μικρό παιδάκι, τριών ἢ τεσσάρων ετών, είχε γλιστρήσει και πέσει με τα μούτρα στο μαρμάρινο κατώφλι, στην εξώπορτα μιας κατοικίας. Είχε κτυπήσει τη μύτη και το μέτωπο, φώναζε και έκλαιγε, μη μπορώντας να σηκωθεί. Εγώ που έτυχε να περνάω από εκείνο τον δρόμο, έσκυψα και ανασήκωσα το παιδάκι.

Την ίδια στιγμή κατέρχεται σαν δρομέας, η υπηρέτρια της κατοικίας που άκουσε τις φωνές. Άμα με είδε εκεί, παρότι πρώτη φορά με έβλεπε, μ᾽ έβαλε μπροστά, και με ντρόπιασε με  πολλή θρασύτητα, επειδή νόμισε ότι εγώ είχα κάνει κακό στο παιδάκι, και γι’ αυτό έκλαιγε. Το μικρό αυτό συμβάν, ανάξιο να θυμηθεί ίσως κανείς, αν και αρκετά διδακτικό, μου θύμισε έν’ άλλο, το οποίο μου είχε συμβεί πριν από χρόνια στην πατρίδα μου.
Κάτω, στην παραθαλάσσια αγορά, γύρω στην ώρα του δείπνου, τα καφενεία, τα καπηλειά και τα μπακάλικα έλαμπαν κατάφωτα, και η ανθρώπινη κυψέλη, του ναυτικού και εργατικού κόσμου, τα θορυβούσε με την φλυαρία της. Καθένας ψώνιζε για το σπίτι, ἢ έπαιρνε «τ᾽ ορεκτικό του» και αργοπορούσε με τους φίλους, ούτε του έκανε καρδιά να ξεκολλήσει. Πολλοὶ «δευτέρωναν» ἢ και «τρίτωναν» το ντόπιο ρακί ἢ τη μαστίχα. Ἡ ώρα εκείνη ήταν ἡ αμφιλύκη μέσα στην ψυχή, ἡ η αναψυχή πριν από τη μεσημεριανή χαλάρωση, η ανατολή του άστρου του απογεύματος πριν την αστροφεγγιά. Ήταν Νοέμβριος μήνας, νότιοι άνεμοι έπνεαν, ζεστή και υγρή άλμη ιωδίου επικρατούσε. Μακριά γραμμή από μικρά καΐκια, μπρατσέρες και κότερα, έδιναν ζωή στην προκυμαία. Λίγο παραμέσα, πέντε ἢ έξι σκούνες και δύο ἢ τρία μπρίκια στόλιζαν το λιμάνι. Άλλα είχαν δέσει ήδη την πρύμνη με σκοπό να παραχειμάσουν, άλλα ετοιμάζονταν ακόμη για χειμερινά ταξίδια.
Λίγα φαναράκια, σαν λαμπυρίδες, έκαιαν μετέωρα πάνω στην κουβέρτα, και τ’ άστρα από ψηλά επάνω κατοπτρίζονταν φωσφορίζοντας με φιδίσια κίνηση στα κύματα. Που και που ακουγόταν βραχνό το γαύγισμα του καραβόσκυλου, που ερεθιζόταν από το πλατάγισμα των κουπιών από τη βάρκα που παράπλεε στο σκοτάδι, και η αποθαλασσιά, με όλη τη γαλήνη της, φλοίσβιζε νυσταλέα στις πρύμνες και τα πλευρά των πλοίων, ἢ έπληττε τα κράσπεδα τῆς προκυμαίας.
Εκεί, στο καπηλειό του Χαρκούμπα, συνάντησα το απόγευμα εκείνο τον παλιό μου φίλο Ιάκωβο Λ… Είχα δειπνήσει νωρίς, και έπειτα αμέσως βγήκα. Περπατούσα αργά, έξω από τα μαγαζιά, και κοίταζα μέσα.
Μου άρεσε να βλέπω, να περιεργάζομαι τις διάφορες παρέες και να μην εισέρχομαι, αν και επόμενο ήταν να κατασταλάξω κάπου, για να πιώ ένα ποτηράκι ξανθού μοσχάτου κρασιού του τόπου. Ὁ Ιάκωβος ήταν μόνος· πριν από λίγο τον είχε αφήσει, όπως φαίνεται, ἡ συντροφιά του, κι αυτός αργοπορούσε ακόμα· δεν αποφάσιζε εύκολα να μαζευτεί στο σπίτι.
Εκείνος κοίταζε προς τα έξω, εγώ προς τα μέσα· τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Δύσκολα μπορεί κάποιος ν᾽ αποφύγει τη διασταύρωση αυτή των βλεμμάτων ἢ και ν᾽ αποστρέψει το βλέμμα, ίσως διότι το μάτι έχει μαγνήτη, όπως λένε. Ούτε μπορεί κανείς να κάνει «τον αδιάφορο», διότι ὁ φίλος τότε θυμώνει. Όποτε, έτσι ἢ αλλιώς, πιάνεται κανείς στα βράγχια.
Ο Ιάκωβος με φώναξε, εγώ μπήκα. Πάραυτα εκείνος παρήγγειλε να μας φέρουν ποτά, εγώ αποποιήθηκα, προφασιζόμενος ὅτι έπασχα, κι έκανα δίαιτα. Δεν την έκανα διότι ήμουν πότης αδιάλλακτος· ομολόγησα παραπάνω, ότι ήταν πιθανό να πιώ. Εάν βρισκόμουν μόνος, σε ευχάριστη ερημιά και άνεση, ἢ αν εύρισκα τον φίλο μου νηφάλιο, θα έπινα ένα ἢ δύο μικρά ποτήρια. Αλλ’ είδα, με το πρώτο βλέμμα, ότι ο Ιάκωβος ήταν πολύ μεθυσμένος, και γι’ αυτό αρνήθηκα να πιώ.
Άρχισα να νουθετώ τον φτωχό Λ… με  τις φορτικές εκείνες νουθεσίες, αν και ήμουν κατά τρία έτη νεότερός του. Ίσως ερμήνευα κακώς τον στίχο του Μέγα Προφήτη: «Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα… υπέρ πάντας τους διδάσκοντάς με συνήκα…» Το εμπόρευμα είναι τόσον φθηνό, ώστε και οι πιο φιλάργυροι γέροντες αυτό και μόνο σπαταλούν! Εγώ είχα προσλάβει στην νεότητά μου ήδη το γεροντικό τούτο ιδίωμα, να συμβουλεύω τους άλλους· και συγχρόνως συνήθιζα να μη δέχομαι συμβουλές από κανένα. Αργότερα εννόησα ὅτι δεν έπρεπε να συμβουλεύω κανέναν άλλο, παρά μόνο τον εαυτό μου. Ήξερα τα κατ᾽ αυτόν. Η σύζυγός του ήταν ογδόου βαθμού συγγενής μου, ἢ τριτεξαδέλφη. Την είχε νυμφευθεί από έρωτα. Ήταν ναυτικός, «μερακλής», πολύ καλοκαμωμένος· είχε ωραία μαύρα μάτια, μελιχρός, δηλαδή ροδοκόκκινος, και ταυτόχρονα ωχρός γύρω από τα μάγουλα και τους κροτάφους. Εκείνη ήταν ωραία και λεπτοφτιαγμένη νέα. Ήσαν οι δυο τους ταιριασμένο ανδρόγυνο. Αυτός είχε πέσει στο ελάττωμα του μεθυσιού. Ήταν αισθηματίας, και αγαπούσε τη γυναίκα του με αληθινό έρωτα. Έπινε πολύ. Ήξερε ὅτι δεν έκανε καλά, αλλά δεν μπορούσε να το κόψει. Κάθε βράδυ λησμονούσε τις συμβουλές και τις καλές εμπνεύσεις του πρωινού.
Ταξίδευε, τον περισσότερο καιρό, με τα καράβια. Ήταν από οικογένεια εμποροπλοιάρχων. Πλοίαρχος ήταν ὁ μακαρίτης πατέρας του, και οι τρεις μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν ιδιόκτητα πλοία. Αυτός όμως πήγαινε ως απλός ναύτης, κατά προτίμηση, με τα ξένα. Δεν μπορούσε να «κάνει χωριό» με τους αδελφούς του, ακριβώς διότι κι εκείνοι τίποτ’ άλλο δεν του έδιναν, παρά συμβουλές ― ίσως και διότι εκείνοι, ομομήτριοι μεταξύ τους, ήσαν ετεροθαλείς προς αυτόν. Γι᾽ αυτόν η χήρα που επιζούσε ήταν μάννα, για εκείνους ήταν μητρυιά. Γι᾽ αυτόν μητρυιὰ ήταν η θάλασσα, για εκείνους έδειχνε, προς το παρόν, μητρική φιλοστοργία. Και η ψυχή του Ιακώβου πολύ διαυγής, αλλά και εύκολα θολωμένη, γινόταν τρικυμιώδης, όπως η θάλασσα, στην οποία αρμένιζε.

Ο επίλογος των νουθεσιών μου προς τον Ιάκωβο, συνοπτικά, θα είχε έτσι:

― Και τι κάθεσαι τώρα; Δεν πας στο σπίτι; Έφαγες; Δεν έφαγες! (ὁ φίλος μου κούνησε το κεφάλι, σχεδόν ανάπνευσε). Δεν μαζώνεσαι και συ, επιτέλους;… Εκείν᾽ η χριστιανή δεν έχει ψυχή, που σε καρτερεί τόσες ώρες στο σπίτι;… Τα παιδάκια σου που περιμένουν πότε να φανεί ὁ πατέρας… ως που να τα καταβάλει ἡ νύστα, ν᾽ αποκοιμηθούν.

Μου φάνηκε πως είδα δάκρυα να στέκονται στα ματόκλαδά του. Ξαφνικά:

― Πάμε, μου είπε.

Σηκώθηκα να τον προπέμψω για λίγα βήματα κι βγήκαμε. Είδα ότι ὁ Ιάκωβος παραπατούσε λίγο στον δρόμο. Μ᾽ έπιασε, μου έσφιξε τον βραχίονα και μου σφύριξε:

― Πάμε ως το σπίτι!

Λίγα βήματα παραπάνω, άρχιζε ένα «καλντερίμι» παλιό, λιθόστρωτο πέρα-πέρα, ολισθηρό και ανηφορικό. Τούτο οδηγούσε προς ένα στενό, δεξιά, και μερικές δεκάδες βημάτων πέρα από το στενό ήταν η κατοικία του Ιακώβου Λ…

Ο φίλος, με όλο το μεθύσι του, είχε κάποια υστεροβουλία, απαιτώντας να τον συνοδεύσω μέχρι την κατοικία του. Εγώ, βλέποντας ὅτι παρέπαιε, δυσπιστώντας προς το λιθόστρωτο, το ανηφορικό, στο χείλος του οποίου γκρεμός ανοιγόταν προς τη θάλασσα, θεώρησα χρέος μου να τον προπέμψω έως τη σκάλα της κατοικίας, σκάλα πέτρινη, εξωτερική, κ᾽ εκεί να τον αποχαιρετήσω και να φύγω. Αλλ᾽ όταν φθάσαμε μπροστά στη σκάλα, εκείνος απαίτησε να ανεβώ μαζί του στην κατοικία.
Εγώ είπα «καληνύχτα», δοκίμασα ν᾽ αποσπαστώ, να ξεκολλήσω από την περίπτυξη του βραχίονά του και να τραπώ σε φυγή. Εκείνος επέμενε. Έκανε δε αρκετό θόρυβο, ώστε το άγρυπνο αυτί της Σινιορίτσας, της γυναίκας του, η οποία, παραμονεύοντας τον σύζυγο πότε θα φανεί ως άστρο της νύχτας, ως αποσπερίτης ἢ ως εωσφόρος, έτεινε τις ακοές προς κάθε θόρυβο της οδού, μας άκουσε, και η νεαρή γυναίκα βγήκε στο κεφαλόσκαλο, στο «χαγιάτι».
Όπως κατανόησα ύστερα, ὁ Ιάκωβος επέμενε ν᾽ ανεβώ μαζί του, διότι, με όλο το μεθύσι του, ήξερε ποιά σκηνή τον περίμενε στο σπίτι, αν πήγαινε μοναχός του και έλπιζε ν᾽ αποφύγει τη «μπόρα», αν ήμουν κι εγώ μαζί. Δεν την απέφυγε, αλλά τη μοιράστηκε μαζί μου.
Ανέβηκα μαζί του, συρμένος απ᾽ αυτόν, με ή χωρίς τη θέλησή μου. Άλλωστε ἡ Σινιορίτσα είχε βγει έξω κρατώντας ένα μικρό λυχνάρι. Ήταν ωραία στο μισοσκόταδο, με όλο το κατσουφιασμένο και συννεφιασμένο μούτρο της, λευκοφορεμένη και ελκυστική. Όπως στις μικρές τεχνητές λίμνες, τις στέρνες και τους λάκκους των υδάτων, που βρίσκονται μέσα σε κήπους και άλση, παρουσιάζει μικροσκοπική τρικυμία ο σφοδρός άνεμος, ζαρώνοντας την επιφάνεια του νερού, τέτοια χαριτωμένη τρικυμία παρουσίαζε τη στιγμή εκείνη το ωραίο λεπτοκαμωμένο πρόσωπο τῆς Σινιορίτσας.
Εγώ νόμισα, αμέσως αφότου με είδε, ὅτι όφειλα να της πω απλώς μία «καλησπέρα», να δικαιολογήσω την παρουσία μου, και πάραυτα να φύγω.

―Άργησε λιγάκι ὁ Γιάκωβος, ψέλλισα με αμηχανία. Τώρα τον βρήκα μοναχό στου Χαρκούμπα, και του λέω: Γιατί αργείς να πας στο σπίτι;

Εκείνη αμέσως με διέκοψε, χωρίς να δείξει, ὅτι δίνει προσοχή στην απολογία μου, και  απευθυνόμενη με οργή προς τον σύζυγό της:

―Ως πότε θα φέρεσ᾽ έτσι, σκυλί μαύρο;… Δεν έχεις νου στο κεφάλι σου, δεν έχεις έννοια στο μυαλό σου, δεν έχεις αίσθημα στα στήθια σου;… Δεν συλλογιέσαι που έχεις παιδιά… κοιμούνται νηστικά να σε περιμένουν, πότε να έλθεις… Δεν το χόρτασες πια, το έρμο;… Όλο να μπεκροπίνεις με τους φίλους σου… που σου θέλουν λες πολύ το καλό σου. «Κολλήθηκε η ψυχή σου πίσω τους», και δεν μπορείς να κάνεις μια ώρα χωρίς αυτούς…

Αυτό ήταν μόνον το προοίμιο· φαινόταν ότι είχε να πει και άλλα. Με αγριοκοίταξε εμένα μιά, όταν είπε για τους φίλους του συζύγου της, που «κολλήθηκε η ψυχή του πίσω τους».

Εγώ έδραξα τη στιγμή, που ήθελε να πάρει την αναπνοή της, για να πω δύο λέξεις, και πάραυτα να γίνω άφαντος, το ταχύτερο.

― Μα, αν εννοείς κι εμένα, κυρά μου… Καληνύχτα σας!

Μόλις είχα αρχίσει, και ευθύς μεταμελήθηκα, διότι δοκίμασα να πω κάτι τι· οπότε είπα απότομα «Καληνύχτα σας», κι επειδή ὁ Ιάκωβος, άναυδος καθώς ήταν, μου είχε αφήσει ελεύθερο τον βραχίονα, στράφηκα, και κατέβηκα πηδώντας τρία-τρία τα λευκά ασβεστωμένα σκαλοπάτια.

Απομακρύνθηκα αναλογιζόμενος ένα σωρό πράγματα, τα οποία φούσκωναν μέσα μου σαν κύμα. Οίκτιρα τον Ιάκωβο, όσο και τη νεαρή σύζυγό του. Έλεγα: Πως ένας νέος αγαθός, ευθύς στην ψυχή, δύναται να κυριευτεί από ολέθριο ελάττωμα· αγαπώντας θερμά, και όμως ανίκανος να γίνεται χρήσιμος στους αγαπωμένους· άξιος αυτός αγάπης, και όμως να γίνεται αντιπαθητικός σαν από το ελάττωμά του!… Πως μπορεί αν και τόσον καλός ν᾽ αδικεί τον εαυτό του, αδικώντας τους οικείους του, και να χάσει το παν, χάνοντας τον εαυτό του!
Έπειτα πάλι, άφηνα τον Ιάκωβο, κι επέστρεφα σε ότι με αφορά. Βέβαια, ἡ τριτεξαδέλφη μου είχε άδικο να με συμπεριλάβει στον αφορισμό, τον κατά των «φίλων» του συζύγου της. Και όμως είναι δυνατό να είχε και δίκαιο! Αυτή τη φορά δεν είχα πιεί μαζί του· άλλοτε όμως ίσως το είχα κάνει, αν και ουδέποτε υπήρξα διδάσκαλος του ελαττώματος προς αυτόν, μάλλον ίσως εκείνος προς εμένα…
Αφ᾽ ετέρου, όπως και για τη μικρή περίπτωση του παιδιού, που έπεσε με το στόμα επάνω στη μαρμάρινη οδό, δεν έπρεπε να συναγάγει κάποιος απαισιόδοξα το συμπέρασμα, ότι δεν πρέπει να βοηθάει κάποιος τον πλησίον, διότι άδικα βρίσθηκε κάποιος από έναν αμαθή ἢ επιπόλαιο ή φθονερό· αλλ᾽ οφείλει κάποιος να σκύβει, ν᾽ ανασηκώνει τα πεσμένα παιδάκια, και αν ανάξια πρόκειται να βριστεί, όπως και ο Χριστός που σήκωσε αυτόν που έπεσε, «τω βόθρῳ επικλιθείς απτώτως».
Τέλος, το γενικό συμπέρασμα μου φαινόταν να είναι το θεόπνευστο εκείνο ρήμα, ὅτι «ἐν ἄλλοις πταίομεν, ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα».

(1903)

Ρητά

«Αυτό πουλάκι μ᾿, δεν είναι πράμα που θα κρυφτεί. Έχεις ψαλίδι για να κόψεις τις γλώσσες όλων των κοριτσιών; ... Και να τις κόψεις, πουλάκι μ᾿, άλλες θα φυτρώσουνε. Μια θα κόφτεις, δύο, τρεις, τέσσαρες θα βγαίνουνε... Δεν έχουν παιδεμὸ των γυναικών οι γλώσσες...»

Αλ. Παπαδιαμάντη “Της δασκάλας τα μάγια” 

Σημείωση:

Οι αληθινοί λογοτέχνες πιστεύω πως δεν χρειάζονται γλωσσική "μάσκα" (εννοώ την καθαρεύουσα) για να αποστασιοποιηθούν από τα καθημερινά γεγονότα, εφόσον η ψυχή τους παραμένει λαϊκή. Μεταφέροντας στη δημοτική γλώσσα αυτό το διήγημα και εκφράζοντας έτσι, με πιο γνήσιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θεωρώ πως δίνω ένα παράδειγμα "αποκατάστασης της αλήθειας"  σε ότι αφορά την προσφορά ενός καλού ανθρώπου στην ελληνική λογοτεχνία και κοινωνία.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Πηγή:

https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/343-03-52-mikra-psyxoloxia-1903

 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Η ψυχή των ανθρώπων - φαντασμάτων

 



Γυρεύοντας μια πρόφαση, τώρα στο τέλος της χρονιάς, για να μιλήσω για βιβλία και ανθρώπους, ηλικιωμένους και νεότερους, επιχείρησα μια αντιστοίχιση ανάμεσα στους τρεις παράγοντες που συμβάλλουν στη συμπαράσταση των ανθρώπων της τρίτης (;) ηλικίας, δηλαδή, το ίδρυμα (οίκος ευγηρίας), οι ίδιοι οι εξυπηρετούμενοι και το νοσηλευτικό προσωπικό, σε σχέση με τρία κείμενα: της Nellie Bly, του Νίκου Εγγονόπουλου και του Μανόλη Κορρέ, αντίστοιχα. 

Το ίδρυμα (Μανόλης Κορρές)

Ο οίκος ευγηρίας (συνήθως ένα ιδιωτικό ίδρυμα) είναι ένας θεσμός που έρχεται να συμπληρώσει την ανυπαρξία ανάλογων δημόσιων ιδρυμάτων φιλοξενίας και ιατρικής παρακολούθησης των ηλικιωμένων. Είναι αναπόφευκτο, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στις επιδιώξεις του ιδρύματος να προέχει το κέρδος και οι ηλικιωμένοι φιλοξενούμενοι να αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικοί επισκέπτες που ήρθαν απρόσκλητοι σε μια γιορτή και επιμένουν να γίνουν δεκτοί ως επίσημοι καλεσμένοι. Το προσωπικό σε αναλογία ένας/μία νοσοκόμος για 40 νοσηλευόμενους κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες να εξυπηρετήσει τους ανθρώπους. 

Οι ηλικιωμένοι ένοικοι (Νίκος Εγγονόπουλος)

Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωτικά και γερασμένοι. Όσοι δεν πάσχουν από άνοια και έχουν μόνο κινητικά προβλήματα μπορούν να συνεννοηθούν με το νοσηλευτικό προσωπικό και τους συγγενείς και φίλους που τους επισκέπτονται. Έχουν ευφυΐα, χιούμορ και οξύτατη αντίληψη και όλα αυτά τα χαρίσματα βγαίνουν στην επιφάνεια, εφόσον οι γύρω δείχνουν το ανάλογο ενδιαφέρον γι αυτούς.

Αν οι άλλοι αδιαφορούν γι αυτούς, κλείνονται βαθμιαία και σταθερά στον εαυτό τους και μετατρέπονται σε λίγο καιρό σε ανθρώπινες ψυχές - φαντάσματα που υπάρχουν αλλά δεν ζουν.

Η υπηρέτρια (Nellie Bly)

Αναζητώντας -υποτίθεται- εργασία υπηρέτριας σε γραφεία ευρέσεως εργασίας η πρωταγωνίστρια του αφηγήματος  περιγράφει με χαριτωμένο τρόπο τι σκέφτεται, πως ενεργεί και γιατί δεν ολοκληρώνει την ερευνητική της απόπειρα.

Ο υπηρέτης (Γιώργος Χατζηαποστόλου)

Η απόκτηση της ιδιότητας του υπηρέτη, όταν δεν έχει προηγηθεί η εκούσια επιλογή αυτού του ρόλου, από ένα άτομο -κυρίως γυναίκα, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση ενός άντρα- είναι μια δύσκολη απόφαση.  Η υπηρέτηση μπορεί όμως να εξελιχθεί, στην πορεία, σε μία άσκηση πειθαρχίας σε κανόνες, ενδυνάμωσης της θέλησης και, τελικά σε μια ιδιαίτερη μορφή ικανοποίησης από το ίδιο το άτομο που υπηρετεί, εφόσον, με τα χρόνια, κατανοήσει πόσο χρήσιμο μπορεί να φανεί στην ανακούφιση των ηλικιωμένων από πόνους και, τελικά, στην παράταση της ζωής τους.

 

Βιβλιογραφία

Nellie Bly, «Προσπαθώντας να γίνω υπηρέτρια». 1887. Quotidiana . Εκδ. Πάτρικ Μάντεν. 24 Jun 2008. 30 Dec 2023. Πηγή: http://essays.quotidiana.org/bly/trying_to_be_a_servant/

Νίκος Εγγονόπουλος, Ημερολόγιο 2007, ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος. Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής - (Η ψυχανάλυσις των φαντασμάτων), Έκδ. Εριέττα Εγγονοπούλου & Ύψιλον βιβλία 2006, σ.σ. 317.

Μανόλης Κορρές, Οίκος Ευγηρίας - "Η Ευτυχισμένη Δύσις", Εκδ. Κέδρος 1979, σ.σ. 144. Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=bSO8ZIzac_A

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

Ειρήνη - Ισότητα - Ανάπτυξη

Καλημέρα και καλό μήνα φίλες και φίλοι! 

Πριν από μερικές ώρες βρέθηκα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Δεν πρόλαβα την αρχή της εκδήλωσης (έφτασα στις 6). Μέτρησα 45 γυναίκες και 4 άνδρες (μαζί με τους ομιλητές). Από τις παρουσίες των ομιλητριών και των ομιλητών αναφέρω τις κυρίες Λογιάδου (Ε.Γ.Ε.) και Ιωαννίδη, την κυρία Δημαδάμα, την Ρωξάνη Βέη (πρώτη σε ψήφους δημοτική σύμβουλο στις πρόσφατες εκλογές), την Δώρα Χρυσικού (ηθοποιό), την κυρία Χατζηγιάννη (σκηνοθέτιδα) και από τους ελάχιστους κυρίους τον επικεφαλής της Επιθεώρησης Εργασίας (ανεξάρτητης πλέον αρχής) και τον κύριο Γιάννη Μαρκάτο. Συνταρακτική (από τις παρευρισκόμενες στο κοινό) η κυρία Σπαθιά που μας εξομολογήθηκε το πρόβλημά της με το αυτιστικό παιδί της και την αδιαφορία της πολιτείας γι αυτό. Από το τρίπτυχο: Ισότητα- Ειρήνη - Ανάπτυξη (διαρκή στόχο των εργαζόμενων ανδρών και -κυρίως- γυναικών) δεν νοείται ανάπτυξη χωρίς εξάλειψη της βίας. Δεν νοείται καλός μήνας με γυναίκες βιασμένες -με κάθε τρόπο- ή νεκρές. 

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Ζεστό ψωμί!



Την Κυριακή 22 Οκτωβρίου, στις 10:00 το πρωί,  είχα τη χαρά και την τιμή να βρεθώ στην εκδήλωση του Ομίλου Φίλων του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης: Θεόδωρου Παπαγιάννη, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, στην Αθήνα,   με θέμα την παρουσίαση των  στόχων  και  της  εκδοτικής  δραστηριότητας  του Μουσείου. Όπως υπενθύμισε, ο Πρόεδρος του Ομίλου Φίλων του Μουσείου Βασίλης Παπαϊωάννου, η εκδήλωση, με το ίδιο περιεχόμενο, θα επαναληφθεί προς το τέλος του 2023 και στην πόλη των Ιωαννίνων. Σημειώνεται ότι στην εισαγωγική παρουσίαση τόσο των διοργανωτών όσο  και των προσκεκλημένων της εκδήλωσης αρκούσε η επίκληση του ονόματος και του επωνύμου κάθε παρισταμένου και όχι η προσφώνηση "κύριος", γιατί όλοι ήσαν άξιοι άνθρωποι και δεν είχαν ανάγκη από την προστιθέμενη αξία του τυπικού αυτού τίτλου.

Μίλησαν πρώην πρυτάνεις, καθηγητές ελληνικών/ξένων πανεπιστημίων και λογοτέχνες. Διέκρινα τις ομιλίες του πρώην πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Μασσαλά και του λογοτέχνη κ. Βασίλη Γκουρογιάννη. Τελευταίοι ομιλητές ήταν οι κ.κ. Χ. Μασσαλάς συγγραφέας των έξι βιβλίων που εκτέθηκαν και ο Θ. Παπαγιάννης που συνέγραψε με τον κ. Μασσαλά το βιβλίο με τίτλο:  ‘’Στάσεις στο Χρόνο’’ και έκανε τα σκίτσα σε όλα τα βιβλία (και στο βιβλίο με τίτλο: "Προβληματισμοί" που παρουσιάζω επίσης). 

Θα ήθελα να σας αποκαλύψω πως η σειρά με την οποία προσεγγίζω κάθε νέα μου γνωριμία είναι: πρόσωπο (χροιά φωνής, τρόπος ομιλίας), φύλο (γλώσσα σώματος), όνομα, επώνυμο, καταγωγή, και μορφωτικό επίπεδο, πολιτική τοποθέτηση, κοινωνική ευαισθησία (εθελοντισμός, συμμετοχή στα "κοινά", φιλαλληλία). Συχνά, χρειάζεται να ξαναρωτήσω κάποιον άνθρωπο που γνωρίζω για πρώτη φορά το ονοματεπώνυμό του, γιατί όταν μου συστήνεται -ουσιαστικά δεν τον ακούω- καθώς έχω ήδη αρχίσει την ανάλυση της πρώτης εντύπωσης  του χαρακτήρα που έχω μπροστά μου.

Τον κύριο Θεόδωρο Παπαγιάννη μου τον είχε ήδη συστήσει ο αδελφός του στην είσοδο της Συνομοσπονδίας, ενώ τον κύριο Μασσαλά τον πρωτογνώρισα κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στον χώρο της εκδήλωσης. Αναρωτιόμουνα για τη σχέση του κυρίου Βασίλη Παπαϊωάννου και του Θεόδωρου Παπαγιάννη όταν παρατήρησα πως το επώνυμο του δεύτερου είναι μεταφορά του επωνύμου του πρώτου στη δημοτική και σε πτώση ονομαστική από τη γενική: (ο Ιωάννου έγινε Γιάννης). Είναι μια ιδιότυπη εκδοχή ενός καλλιτεχνικού ψευδώνυμου που -πρακτικά- δεν είναι ψευδώνυμο! Σπουδαιότερο επίτευγμά του, κατά τη γνώμη όλων, είναι η ίδρυση και λειτουργία του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης που υπάρχει στο χωριό Ελληνικό έξω από το Γιάννενα. Πρωτοτυπία του Μουσείου είναι πως πέρα από τους στεγασμένους χώρους, γλυπτά εκτίθενται και σε φυσικούς χώρους σε μια διαδρομή 4 χιλιομέτρων από την είσοδο του χωριού έως τους κεντρικούς χώρους του Μουσείου.

Το επώνυμο του κυρίου Μασσαλά μου θύμισε μια τουρκική λέξη που άκουσα από τον πατέρα μου το "maşallah" (μασαλά) και σημαίνει ετυμολογικά 'θέλημα θεού' ενώ είχε χρησιμοποιηθεί  παλιότερα ως (λαϊκότροποεπιφώνημα με το οποίο  εκφραζόταν  χαράευγνωμοσύνηεπιδοκιμασίαθαυμασμός.

Και αν για το όνομα και το επώνυμό του δεν φέρει καμιά ευθύνη κανένας και καμία από εμάς, γιατί του κληροδοτήθηκε από τους γονείς με τη γέννησή του, για τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει (θα μορφωθεί, θα εργαστεί, θα δημιουργήσει) κάποιος, φέρει μεγάλη ευθύνη.

Θα έλεγα πως φέρει την κύρια και αποκλειστική ευθύνη, αλλά πέρα από το γεγονός πως κανείς δεν μπορεί να "επιλέξει" τους γονείς του, έτσι δεν μπορεί να επιλέξει και τον τόπο γέννησής του. Έτσι, στην περίπτωση των ηπειρωτών, το φυσικό περιβάλλον που αντικρίζουν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους -ειδικά σε παλιότερες εποχές (19ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα)- ήταν από αφιλόξενο έως και εχθρικό, θα μπορούσε να πει κανείς, ειδικά σε περιόδους  πολιτικών και κοινωνικών αναταραχών. Παντού βουνά, έλλειψη πεδινών, καλλιεργήσιμων εκτάσεων, έλλειψη νερού και απουσία βατών δρόμων με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της κοινωνίας της Ηπείρου σε πολλές μικρές κοινότητες, κωμοπόλεις και χωριά που πολλές φορές δεν έχουν ούτε οπτική επαφή μεταξύ τους.

Ένα τέτοιο περιβάλλον αν δεν καταφέρει να συντρίψει κάθε ζωτική ανθρώπινη ενέργεια -και αρκετές φορές δεν το καταφέρνει- κάνει τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτά τα μέρη πιο δυνατούς, πιο επίμονους και -σε πείσμα των δυσκολιών- άκρως εργατικούς και δημιουργικούς.

Αν σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο ζωής, με τις μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στα χωριά και στα λίγα σχολεία των κωμοπόλεων, προστεθεί και η αλλοτινή αυταρχική και δασκαλοκεντρική εκπαίδευση, με τους δασκάλους σε ρόλο αφεντικού και τους μαθητές σε θέση δούλου, τότε το πλέγμα των εκπαιδευτικών σχέσεων γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό. Η βάναυση συμπεριφορά ενός δασκάλου απέναντι σε έναν μαθητή, όπως αναφέρεται σε ένα στιγμιότυπο της εξιστόρησης, μπορεί να οδηγήσει είτε σε οριστική απομάκρυνση του παιδιού από το σχολείο είτε σε εντοπισμό από το ίδιο το παιδί της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής κλίσης του. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί   Πώς; για όνομα του Θεού, οι άνθρωποι αυτής της πιο φτωχής γωνιάς της Ευρώπης, κατάφεραν να μορφωθούν, να μετακινηθούν στα Γιάννενα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού και να διακριθούν παντού:  "στ' άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα!"  

Η επιλογή ζωής για κάθε παιδί στους δύο προηγούμενους αιώνες, όπως προαναφέρθηκε, ήταν στεγνή και ωμή: Ή θα σπουδάσεις και θα γίνεις δάσκαλος κυρίως, μηχανικός, έμπορος, αρτοποιός, ή θα μείνεις βοσκός -γιατί ούτε γεωργός δεν μπορούσε να γίνει κάποιος με την απουσία εύφορων γαιών. Είναι ένα αντίστοιχο δίλημμα με αυτό που αντιμετώπισαν την ίδια εποχή οι νέοι των γενικά άγονων μικρών νησιών του Αιγαίου που στράφηκαν στη ναυτοσύνη: "Ή μηχανικός θα γίνω ή στην άμμο θ' απομείνω" που λέει το θλιβερό δημοτικό τραγούδι.

Είναι λοιπόν επόμενο να εκφράζουν οι άνθρωποι τον πόνο τους, με τη μουσική κλίμακα της πεντατονίας, τον θάνατο με τα μοιρολόγια και τη χαρά τους (σπανιότερα) με περήφανα δημοτικά τραγούδια. Οι πιο προικισμένοι από αυτούς στράφηκαν στην τέχνη: αρχιτεκτονική, γλυπτική, αργυροχρυσοχοΐα και λιγότερο, λογοτεχνία, θέατρο, ενώ οι πλούσιοι ενίσχυσαν με τις δωρεές και τις εθνικές ευεργεσίες τους το νεοσύστατο, τότε, ελληνικό κράτος (Ζάππας κ.ά).

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανθρώπων που όχι απλά επιβίωσαν ενός δυσμενούς, για την ανάπτυξη και τη διατήρηση της ανθρώπινης ζωής, περιβάλλοντος, αλλά και διέπρεψαν στην επιστημονική ή καλλιτεχνική τους καριέρα και συνεχίζουν, ήσαν και οι κύριοι Μασσαλάς και Παπαγιάννης, πανεπιστημιακός δάσκαλος και γνωστός γλύπτης, αντίστοιχα.

Στο πρώτο βιβλίο που διάβασα και υπογράφουν από κοινού οι προαναφερθέντες, "Στάσεις στον χρόνο.... (στην αρχή του κύκλου μας...)" το πρώτο πράγμα που προσέχει ο αναγνώστης που θα το πιάσει στα χέρια του είναι το μέγεθος του βιβλίου -μόλις 80 σελίδες, επιλέγοντας χρονικές στιγμές ως περισσότερο αντιπροσωπευτικές, ενώ άλλοι γράφουν αυτοβιογραφίες 500 σελίδων.  Την ειδική αίσθηση των αναμνήσεων που αναπλάθουν, τη μοιράζονται μαζί μας αυτοί οι δύο πνευματικοί άνθρωποι που ακριβώς επειδή είναι σοβαροί και έχουν να πουν πολλά, προτιμούν να παρεμβάλλουν μακρές (αλλά ιδιαίτερα εύγλωττες) παύσεις που παρασύρουν τον ευαίσθητο αναγνώστη σε ένα ταξίδι στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, με αγάπη και συμπάθεια αλλά όχι με παθητική νοσταλγία. Οι συγγραφείς θέλουν να τους καταλάβουν όσοι διαβάσουν τα κείμενα ' ούτε να τους λυπηθούν για όσα πέρασαν ούτε να τους θαυμάσουν για τη σημερινή τους κατάσταση ' δεν αποποιούνται τον παλιό τους εαυτό σαν ένα αξιολύπητο και φτωχό ξένο που πέρασε, έφυγε και δεν υπάρχει πια, αλλά τον αντιμετωπίζουν ως την έντιμη βάση ενός επιτυχημένου "οικοδομήματος". Τα κείμενα μοιάζουν περισσότερο με καθαρή δημόσια εξομολόγηση σε έναν καλό φίλο, παρά με μια  περισπούδαστη προσπάθεια εντυπωσιασμού του αναγνωστικού κοινού της λογοτεχνίας γενικότερα.

Στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο: "Προβληματισμοί" του κυρίου Μασσαλά, ο καλοπροαίρετος αναγνώστης έχει την έντονη αίσθηση πως έγινε δεκτός σε ένα γνωστό κόσμο που όμως  -ακριβώς επειδή δεν συνηθίζεται να προβάλλεται από πνευματικούς ανθρώπους και μέσα ενημέρωσης- είχε αρχίσει να πιστεύει είτε πως υπολειτουργεί είτε πως έχει αρχίσει να εκλείπει. Εννοώ τον κόσμο της πολιτικής πραγματικότητας και όχι τον κόσμο της κομματικής πρακτικής και της δημοσιογραφικής χειραγώγησης της ενημέρωσης.

Πρώτα απ’ όλα, το βιβλίο, όπως γράφει το εισαγωγικό σχόλιο, αφιερώνεται: "Στον Ενεργό Πολίτη". Στη συνέχεια, παραφράζω ένα μικρό μέρος από τον πρόλογο του βιβλίου όπου ο Περιφερειάρχης Ηπείρου (2021) Αλέξανδρος Καχριμάνης γράφει ανάμεσα σε άλλα και τα ακόλουθα:

Δεν είναι εύκολο να ζει κάποιος σήμερα σε μια κοινωνία που δηλώνεται ως ελεύθερη και δημοκρατική ' μάλλον επειδή κάτι τέτοιο είναι πάρα πολύ περίπλοκο. Θεωρώντας πως απλοποιούν αυτή την πολυπλοκότητα των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα κατάργησαν τις αστικές ελευθερίες των τυπικών ανοιχτών κοινωνιών ως κοροϊδία που απευθύνεται σε αφελείς πολίτες. Οι εχθροί της ελευθερίας δεν είναι όμως μόνο εξωτερικοί, αλλά μπορούν να εδράζονται και μέσα στους ίδιους του πολίτες που υποστηρίζουν την άνοδο απολυταρχικών πολιτικών και μάλιστα μέσα από την απόλυτα δημοκρατική διαδικασία των ελεύθερων εκλογών.

Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη: "...η δημοκρατία θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης".

Στη λειτουργία της δημοκρατίας η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά είναι υποχρέωση και χωρίς αυτή η δημοκρατία ακυρώνεται. Έτσι, στο σημερινό περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, κατανοώντας τη δημοκρατική μας ευθύνη, μέσα από τον δημόσιο διάλογο, οφείλουμε να έχουμε ως θεμελιώδη και αρχικό στόχο την ενεργοποίηση του πολίτη για συμμετοχή, γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να αποφύγουμε την παρακμή της δημοκρατίας".

Καταληκτικά, από την παρουσίαση των ομιλητών κράτησα μία λαϊκή φράση που μετέφερε ο λογοτέχνης κ. Βασίλης Γκουρογιάννης ως αντιπροσωπευτική του φτωχού εργαζόμενου ηπειρώτη όταν αισθανόταν την ανάγκη να επικαλεστεί τη βοήθεια της Ανώτερης Δύναμης κάτω από την ανάγκη της επιβίωσης, στους όρκους του:

- Μα τω Θεώ!

- Μα την Παναγία!
- Μα το ψωμί!

Πηγές:

Χρήστος Μασσαλάς, Προβληματισμοί, Εκδ. Νίκας - Όμιλος Φίλων Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης: «Θ. Παπαγιάννης» 2021, σ.σ. 128. 
Χρήστος Μασσαλάς, Θεόδωρος Παπαγιάννης, Στάσεις στον Χρόνο... (Στην αρχή του κύκλου μας...), Εκδ. Νίκας - Όμιλος Φίλων Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης: «Θ. Παπαγιάννης» 2022, σ.σ. 80.

Γιώργος Χατζηαποστόλου 

 

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Νοέμβριος: Ο ένατος μήνας που έγινε ενδέκατος

Τι σημαίνει η λέξη "Νοέμβριος;" 

Ο Νοέμβριος είναι ο ενδέκατος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου, με διάρκεια 30 ημερών 

Το όνομά του είναι ο εξελληνισμένος τύπος του λατινικού November, (από το novem, που σημαίνει εννέα 9). Στους αρχαίους Ρωμαίους το έτος άρχιζε από το μήνα Μάρτιο, αλλά αργότερα όταν προστέθηκαν και οι μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος (από τον αυτοκράτορα Νουμά Πομπήλιο), ο Νοέμβριος πέρασε τελικά στην 11η θέση, αν και τελικά κράτησε την αρχική του ονομασία. Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Νοέμβριος ήταν ο 5ος μήνας του αττικού έτους και είχε το όνομα «Μαιμακτηρίων». Το όνομα αυτό προέρχεται από ένα από τα ονόματα του Θεού Δία που ονομαζόταν και «Μαιμάκτης», δηλαδή θυελλώδης. Ήταν ο θεός των καιρικών συνθηκών και οι θνητοί έκαναν γιορτή προς τιμήν του για να εξασφαλίσουν με προσευχές την ευμένειά του, ώστε να μην είναι ο καιρός απειλητικός και επικίνδυνος για τον άνθρωπο και οι άνεμοι να μην είναι ιδιαίτερα σφοδροί. 

Η γιορτή αυτή ήταν τα λεγόμενα «Μαιμακτήρια». 

Ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Πτολεμαίος αναφέρουν στα έργα τους ότι η δύση του αστερισμού των Πλειάδων (της γνωστής Πούλιας) λίγο μετά τη δύση του ηλίου (περίπου στις 3 Νοεμβρίου) σηματοδοτούσαν την επιδείνωση του καιρού και το τέλος των θαλασσινών ταξιδιών, λόγω των ισχυρών ανέμων. Ο Νοέμβριος ονομάζεται από τον λαό και «Σποριάς», επειδή είναι κυρίως ο μήνας της σποράς των δημητριακών και των οσπρίων. Τον ονομάζουν όμως και «Μεσοσπορίτη», επειδή οι αγρότες σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας βρίσκονται στη μέση της σποράς, με σπαρμένα τα μισά χωράφια τους, έχοντας αρχίσει από τον Οκτώβριο-που και αυτός ονομάζεται Σποριάς. Άλλα ονόματα για το Νοέμβριο είναι και τα: «Βροχάρης» (για τις βροχές του), «Ανακατωμένος» (για τις ακατάστατες καιρικές συνθήκες του, αλλά και «Χαμένος» (από το χάσιμο της μέρας, μιας και είναι σε διάρκεια από τις μικρότερες του έτους, ενώ οι νύχτες του από τις μεγαλύτερες). 

Πηγή: https://www.skplakas.gr/2017/11/November.html

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Ειρήνη και Πόλεμος> τα σχέδια, τα χρώματα, τα λόγια


Μια ανάλυση ενός ομαδικού, παιδικού έργου τέχνης με θέμα: "Ειρήνη ή Πόλεμος" 

Όλα αυτά που γράφω είναι φανερό πως μπορείτε να τα δείτε κι εσείς, αλλά με συνεπαίρνει η χαρά της παιδικής απλότητας και της πρωτοτυπίας. Θεωρώ βέβαιο πως αυτή την ανάλυση που ακολουθεί δεν θα τη διαβάσει κανένα παιδί. Τα παιδιά ενδιαφέρονται να ζήσουν, να φανταστούν και να χαρούν, ενώ οι μεγάλοι ικανοποιούνται, στην καλύτερη περίπτωση με το να αντιληφθούν, να σημειώσουν και να καταλάβουν. 
Η δασκάλα, (μάλλον) γιατί οι δάσκαλοι είναι πολύ λιγότεροι στα δημοτικά σχολεία της χώρας, χώρισε ένα λευκό κομμάτι χαρτί στη μέση και το τοποθέτησε στην έδρα, σε ένα τραπέζι ή σε ένα από τα πρώτα θρανία μιας τάξης, πιθανότατα της πρώτης (το πολύ δευτέρας) δημοτικού. 
Εκείνη μάλλον στεκόταν όρθια ανάμεσα στα παιδιά γιατί η αρκετά ευθεία διαχωριστική γραμμή που χαράχτηκε με το χέρι (χωρίς τη βοήθεια χάρακα) δείχνει μια μικρή καμπύλη στο τέλος της, που υποδηλώνει αστάθεια στήριξης του σώματός της ή τα παιδικά κορμάκια ανάμεσα στα οποία κινήθηκε το χέρι ήταν πολύ κοντά μεταξύ τους και δεν επέτρεπαν στη δασκάλα μια ελάχιστη ελευθερία κίνησης.
Ύστερα, με μια διάθεση γκράφιτι "επί χάρτου", σχεδίασε τους τίτλους με τα πλαίσια των γραμμάτων σχηματισμένα για μεν την Ειρήνη με κόκκινο μαρκαδόρο, για δε τον Πόλεμο με σκούρο μαρκαδόρο και ζήτησε από τα παιδιά να τα γεμίσουν με όποιο χρώμα νομίζουν ότι ταιριάζει στις δύο έννοιες.
Τα διαδοχικά χρώματα που επιλέχθηκαν για την Ειρήνη ήταν: Βυσσινί, Πορτοκαλί, Ροζ, Γαλάζιο, Ροζ, Κόκκινο ' δηλαδή, χρώματα της Φύσης και της Ζωής, ενώ για τον Πόλεμο: θαμπό Πράσινο, γκρί, γκριζο-πράσινο, δηλαδή χρώματα της ερημιάς και του θανάτου. Φαίνεται ότι ο πόλεμος δεν προσφέρεται για την άνθιση χρωμάτων και τείνει να τα ομογενοποιήσει όλα σε αποχρώσεις του γκρι (πολύ λιγότερες από τις 50 που ανέλυε ο Αλμπέρ Καμύ ή από όσες θα μπορούσε να διακρίνει ψηλά από το αεροπλάνο του ο Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ).
Ας ξεκινήσουμε να παρατηρούμε μεγεθύνοντας από το αριστερό μέρος της εικόνας. Κάτω από τα πρώτα γράμματα της λέξης Ειρήνη είναι γραμμένη η λέξη αγάπη ' δεν βρίσκεται σε ευθεία γραμμή και το "Γ" έχει χαραχτεί με οριζόντια αναστροφή ' δεν έχει σημασία, το μήνυμα μεταδίδεται, άλλωστε η αγάπη χαρίζεται αυθόρμητα και δεν ακολουθεί γραμματικούς κανόνες. 
Κάτω από τη λέξη Αγάπη έχει γραφτεί η λέξη Χαρά που δείχνει να δανείζεται το τελικό Άλφα της από το μεσαίο Α της λέξης Αγάπη. Αυτή η απουσία του τελικού Α μοιάζει να προσφέρεται από τα παιδιά σ' εμάς τους ενήλικες για να τη συμπληρώσουμε με όποια στοιχεία ετυμολογικής φαντασίας μας προσέφερε η τυπική μας εκπαίδευση ' έτσι θα μπορούσε να είναι: Χάρ-η, Χάρμ-α, Χάρα-μαενώ αν πάει ο νους μας στο κακό, η λέξη Χάρ-ος που ταιριάζει όμως, πολύ, στο δεξιό μέρος της εικόνας.
Κάτω από τη λέξη Χαρά υπάρχει η λέξη Σχολείο. Στην αρχή μου έκανε εντύπωση αυτή η άμεση συσχέτιση Χαράς-Σχολείου, αλλά αμέσως σκέφτηκα πως στην αρχή της τυπικής εκπαίδευσης το σχολείο δεν έχει προλάβει ακόμα να καταστρέψει την παιδική δημιουργικότητα και φαντασία με την τυπολατρική νοοτροπία του και μοιάζει ακόμα ως μια φυσιολογική συνέχεια της "προ σχολείου" παιδαγωγικής ανάπτυξης του παιδιού, όπου η οικογένεια παίζει τον κύριο ρόλο. Το πρώτο γράμμα της λέξης είναι γραμμένο με το λατινικό "C" αντί με το ελληνικό τελικό "Σ" και το βρίσκω κατανοητό από την άποψη πως πολλά παιδάκια είναι ξενόγλωσσα ως προσφυγάκια και γιατί το συγκεκριμένο γράμμα απαιτεί σημαντική δεξιότητα που το χεράκι δεν έχει ακόμα αποκτήσει. Δίπλα στη λέξη ένα απλούστατο σχεδιάκι ενός σχολείου σε πράσινο πλαίσιο, με μια πόρτα ένα παράθυρο (το δημόσιο σπιτάκι του παιδιού, στην πραγματικότητα) με ένα κομμάτι ουρανού να έχει εισβάλλει στη στέγη και σε πρώτο πλάνο ένα παιδάκι με απλωμένα χέρια έτοιμα να αγκαλιάσουν όλο τον κόσμο. Αντί καπνού από την καμινάδα του σχολείου αναδύεται μια κόκκινη καρδιά! Χωρίς παραπέρα σχόλια!
Με δυσκολία διέκρινα, δεξιότερα μια χαμογελαστή φατσούλα που φαίνεται να σχεδιάστηκα ξανά καθαρά (με άνωθεν παρέμβαση).
Στη δεξιά πλευρά της εικόνας, σε επαφή με το όριο που χωρίζει στα δύο το έργο, βρίσκεται η φιγούρα ενός χαμογελαστού ξανθού κοριτσιού, με λουλούδια στα μαλλιά, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από την έξαψη της χαράς, ένα ροζ φόρεμα με ένα πράσινο και ένα γαλάζιο μανίκι, (σύμβολα της καταπράσινης γης και της θάλασσας) στολισμένο σε όλη του την έκταση με καρδούλες που καταλήγει σε δύο γαλάζια πόδια όπως αρμόζει σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που πάντα στηριζόταν στη γαλάζια της θάλασσα.
Η Ειρήνη, βέβαια, είναι γένους θηλυκού, γιατί διαφορετικά πως θα μπορούσε να γεννούσε αγάπη, χαρά, ευτυχία και ελευθερία;
Στο επίπεδο της γυναικείας φιγούρας της Ειρήνης και κάτω από το Σχολείο έχουν τοποθετηθεί: το Φαγητό, η Παιδική Χαρά (χωρίς διάστημα ανάμεσα στις λέξεις) ' η Χαρά, εξάλλου δεν έχει κενά διαστήματα, είναι συνεχής και έντονη και, τέλος τα Ρούχα. Δεν είναι περίεργο που τα παιδιά τοποθετούν τόσο χαμηλά στις ποιότητες της Ειρήνης τα Ρούχα, αφού πέρα από τις ανάγκες για προστασία από τις καιρικές συνθήκες (κρύο ή ζέστη), τα πράγματα αυτά έχουν καταλήξει -από τους μεγάλους- να θεωρούνται στοιχεία αυτοπροβολής και σημάδια υπογράμμισης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Πάντως, υπάρχουν και ορισμένα σύμβολα που δυσκολεύομαι να ερμηνεύσω:
Δίπλα στη φιγούρα της Ειρήνης υπάρχουν δύο μαύρες, μικρές στενόμακρες φιγούρες. Θα μπορούσαν να είναι δύο μαύρα παιδάκια (από χώρες της Αφρικής) ' ένα με τουλπάνι και ένα με βαμμένο ροζ μαλλί (αλλά αυτό εντάσσεται στις ιδιορρυθμίες της εφηβείας), δύο γλυπτά από έβενο μοντέρνας τεχνοτροπίας ή δύο καμμένα δέντρα στα οποία έχουν φυτρώσει ένα μανιτάρι (στο δεξιό) ή έχει τοποθετηθεί μια γυάλα με χρυσόψαρο (στο αριστερό). Χαίρομαι που δεν καταλαβαίνω, γιατί, έτσι, μου επιτρέπεται να φανταστώ.
Τέλος, στη βάση της αριστερής πλευράς του έργου, φαίνεται να υπάρχει ένας κίτρινος, μάλλον κομμένος, κορμός δέντρου από τον οποίο έχουν ξεπροβάλλει -πλαγίως- ένα πράσινο και ένα κόκκινο φύλλο. Μ' αρέσει όταν τα δέντρα παίρνουν την πρωτοβουλία να ανοίγουν μετά από ένα τέτοιο ακραίο κλάδεμα, όποια κι αν είναι η χρωματική επιλογή των φύλλων που θα βγάλουν.
Αν το σχηματάκι δεν είναι δέντρο θα μπορούσε να είναι ένα κερί που ανάβει -μόνο του- αφιερωμένο στο μέλλον της Ειρήνης.
Ας πάμε τώρα στο δεξιό μέρος της εικόνας. Ο Πόλεμος στα ελληνικά είναι γένους αρσενικού, όπως ο άνεμος, ο κεραυνός κτλ. Η φατσούλα της δυστυχίας μας προετοιμάζει για το τι θα ακολουθήσει. Η φιγούρα του είναι μικρότερη από αυτή της Ειρήνης, τα μαλλιά του είναι όρθια, από τον θυμό, την οργή και τη διάθεση επιβολής και εκδίκησης. Το πρόσωπό του δεν υπάρχει, ή, έτσι όπως είναι μαυρισμένο, βρίσκεται κρυμμένο πίσω από τους καπνούς των μαχών. Το σώμα του είναι βρεγμένο από το αίμα όσων θυσιάζονται στις προσταγές του ' βρίσκεται σε κίνηση ' δεν στέκεται. 
Οι έννοιες που συνοδεύουν την παρουσία του είναι: Λύπη, Πόνος και μια τρίτη (δυσδιάκριτη) θα μπορούσε να είναι Θάνατος. Στα πόδια του είναι γραμμένη με τεράστια γράμματα, ακανόνιστα από την ταραχή, τον τρόμο και τη δυστυχία που προκαλεί, η λέξη Φωτιά. 
Αριστερά από τη φωτιά ένας άδειος κύκλος και κάτω απ' όλα ο σταυρός του νεκροταφείου' "κάτω από την προσωπίδα ένα κενό" που έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης στον βασιλιά της Ασίνης. Γιατί να υπηρετεί κάποιος ένα κενό; Για να το νοηματοδοτήσει σύμφωνα με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και την εκδικητική ηθική του; 
Έστω! Θα αποκτήσει ποτέ μια τέτοια, μάταιη και ακαταλόγιστη, προσπάθεια σκοπό και περιεχόμενο;
Κι αν δεν μπορούμε να ανακτήσουμε την παιδική αθωότητα, ας κάνουμε, τουλάχιστον μια προσπάθεια να δούμε καθαρά.

Γιώργος Χατζηαποστόλου

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

Είναι δημιουργικό να μεγαλώνεις


Τρίτη ηλικία ή Πρώτη (από το τέλος;). 
Αν ο θάνατος, δεν είναι -πραγματικά δεν είναι- το τέλος, τότε η αρίθμηση των ηλικιών έχει νόημα μόνο αν μας βοηθάει να επικεντρωθούμε στη μελέτη των διαφόρων φάσεων της ζωής και σε τίποτε άλλο.
Κάθε παιδί που έρχεται στον κόσμο των ανθρώπων βρίσκει μια δεδομένη κοινωνική κατάσταση: συνήθως δύο γονείς, ίσως έναν παππού και μια γιαγιά (ή έναν ή και κανέναν από τους δύο), συγγενείς, μια γειτονιά, μια πόλη ή ένα χωριό, μια χώρα. 
Όλοι αυτοί οι χώροι διέπονται από κανόνες που θέσπισαν οι μεγαλύτεροι άνθρωποι και επιβάλλεται στους μικρότερους να τους ακολουθήσουν είτε συμφωνούν με αυτούς είτε όχι. Έτσι καθώς τα χρόνια περνάνε οι νέοι περιμένουν με ανυπομονησία να μεγαλώσουν για να είναι σε θέση να πάψουν να ακολουθούν πολλούς από τους κοινωνικούς κανόνες ή να θεσπίσουν δικούς τους. 
Όταν λοιπόν μια γενιά "έρθει στα πράγματα" δηλαδή ενηλικιωθεί, και εισέλθει στην αγορά εργασίας, αρχίζει και η ευθεία και κατά πρόσωπο αμφισβήτηση απέναντι στους μεγαλύτερους,  ειδικά προς τους ηλικιωμένους.
"Τι είναι αυτά που λέτε;" "Μα, που ζείτε;" "Καλά, εσείς δεν καταλαβαίνετε!" Την ίδια στιγμή, οποιαδήποτε σοφή κουβέντα βγει από το στόμα ενός ηλικιωμένου, αντιμετωπίζεται από τους νέους στην καλύτερη περίπτωση, ως μια αναλαμπή ευφυΐας ενός, κατά κανόνα, ανόητου ηλικιωμένου ανθρώπου. 
Οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι, που διαθέτουν μια σχετικά καλή υγεία, δεν είναι ανόητοι ' μπορεί να μην καταδέχονται να είναι μοντέρνοι, γιατί, ίσως κατανοούν πως ότι είναι τωρινό δεν είναι κατά κανόνα και καλύτερο από ότι προηγήθηκε, μόνο και μόνο επειδή είναι πρόσφατο. 
Στις μέρες μας το περιεχόμενο αντικαταστάθηκε από τη μορφή και η ουσία των ανθρώπων και των πραγμάτων από την εμφάνιση. Η όραση και η γεύση εκτόπισαν ως κυρίαρχες αισθήσεις και πρακτικά αντικατέστησαν την ακοή, και την όσφρηση. Επιλέγουμε φρούτα πεντακάθαρα και γυαλιστερά χωρίς φυσική αλλά με έντονη τεχνική γεύση ή χωρίς καθόλου γεύση. Δεν ακούμε τη γνώμη των επιστημόνων για τους κινδύνους από τη βιομηχανική επεξεργασία τροφίμων και ποτών ή πληρώνουμε πολύ ακριβά τα στοιχειωδώς υγιεινά, τα λεγόμενα "βιολογικά" τρόφιμα, ενώ όλα τα τρόφιμα θα έπρεπε να είναι βιολογικά και προσιτά σε όλους με χαμηλές τιμές.
Όλα αυτά τα κατανοούν οι σοφοί ηλικιωμένοι και προτιμούν να τα αγνοούν οι νεότεροι. Όσοι μεγάλοι σε ηλικία έχουν συμφιλιωθεί με τη γόνιμη διαδικασία της ωρίμανσης, χαίρονται τη ζωή τους διπλά: μία φορά γι αυτό που είναι καθαυτή, δηλαδή ήρεμη, δημιουργική και ελπιδοφόρα και μία γιατί αισθάνονται πως έχουν αποκτήσει ένα είδος "προφητικότητας" ως μια ατομική ικανότητα να προβλέπουν συναισθήματα, γεγονότα, καταστάσεις, αντιδράσεις, προοπτικές από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, έως τα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας ωρίμανσης που έχουν την ευκαιρία να παρατηρήσουν μετά στα παιδιά τους ' για δεύτερη φορά στα εγγόνια, ή, οι πιο τυχεροί, για τρίτη φορά και στα δισέγγονά τους.
Με την έννοια λοιπόν του πολύπειρου ερευνητή, του απελευθερωμένου (από μαθηματικές έννοιες) στατιστικολόγου, του δημιουργικού καλλιτέχνη, οι ώριμοι άνθρωποι όχι μόνο χαίρονται τη ζωή τους αλλά πραγματικά διασκεδάζουν με την ελαφρότητα και την απειρία των νέων, όχι για να τους κοροϊδέψουν, αλλά για να τους δείξουν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους πως η ζωή αποκτά νόημα μόνο όταν βιώνεις την ηλικία σου σε κάθε φάση της ζωής σου, είσαι ο εαυτός σου και βαδίζεις προς το τέλος της βιολογικής ζωής σου, ήρεμος και πλήρης. 

 Γιώργος Χατζηαποστόλου.

 

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Καλή πατρίδα, σύντροφε του "συντρόφου" και συντρόφισσα

 

Βλέποντας αυτή τη φωτογραφία, (από την ταινία του Λ. Ξανθόπουλου) σκέφτομαι τι ωραίο ζευγάρι θα ήταν ο Στέφανος και η Έφη σε μια ιδανική κοινωνία ' αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήρθε η ώρα να ζήσουμε και στην Ελλάδα -με χρονοκαθυστέρηση ως συνήθως- το κλείσιμο της εποχής των τελευταίων υπολοίπων των ιδεολογιών  και την περίοδο της ανίερης ανάμειξης των φ(ί)λων και των φ(ύ)λων. Τί γιώτα, τι ύψιλον ' ένα μπαστουνάκι (που λένε στα παιδιά) κολλάς στο (ι) και έγινε (υ).

"Η σημειολογία της καθημερινής ζωής", όπως θα έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο, ξεκίνησε σήμερα με την κυρία Αχτσιόγλου, να βγάζει βόλτα το αγοράκι της στην παιδική χαρά. Από την άλλη πλευρά ο κύριος Κασσελάκης βγήκε βόλτα με τον φίλο του ' ο φίλος του, με τη σειρά του, έβγαλε βόλτα -με το λουρί- ένα σκυλάκι, θηλυκό. Ο κύριος Κασσελάκης παρακολουθούσε ικανοποιημένος, λίγα βήματα πιο πίσω, τον φίλο που κρατούσε τον σκύλο (συγγνώμη, τη σκύλα). Έπειτα προβλήθηκε μια μικρή συνέντευξη που έδωσε η κυρία Αχτσιόγλου στους δημοσιογράφους που την περίμεναν και όπου ήταν ασυνήθιστα χαμογελαστή και προσηνής.  Ο κύριος Κασσελάκης δεν έδωσε συνέντευξη βγαίνοντας από το σπίτι του, (βιαζόταν να ψηφίσει, φαίνεται) ' μα χωρίς να βγάλει το κράνος του, καβάλησε το μηχανάκι που είχε καβαλήσει προηγουμένως ο σύντροφός του και κάθισε πίσω του (σωστά!).

Ύστερα, ανέλαβαν  να αναλύσουν τη στάση της μιας πολιτικού και του ενός οικονομολόγου, δύο δημοσιογράφοι του Open (ο ένας ήταν ο Σπύρος Χαριτάτος και μια κυρία που δεν συγκράτησα το επώνυμό της και ζητώ συγγνώμη γι αυτό). Τη συζήτηση  έτυχε να παρακολουθώ εκείνη τη στιγμή, σήμερα το πρωί. Η ανάλυση επιχειρήθηκε σε διάλογο με τρεις καλεσμένους:  έναν ακόμα δημοσιογράφο, έναν ευφυέστατο επικοινωνιολόγο (τον κύριο Πιστόλα) και έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο -απίστευτα φυσιολογικό για τα νέα μας ήθη-  νομίζω ήταν ο δρ. Καρούνης (;) (ζητώ συγγνώμη που δεν συγκρατώ με βεβαιότητα το επώνυμό του). 

Εξετάζοντας λοιπόν την εκρηκτική άνοδο στη δημοφιλία του κυρίου Κασσελάκη την απέδωσαν σε "θρίαμβο του στρατηγικού Μάρκετινγκ", ενώ την υποχώρηση της δημοτικότητας της κυρίας Αχτσιόγλου σε μη χρήση κανενός σύγχρονου επικοινωνιακού μέσου πέρα από αυτά της παραδοσιακής πεπατημένης: αγκαλιές, φιλιά, χαιρετούρες, χαμόγελα, προσεγμένο γυναικείο ντύσιμο και το ανάλογο θριαμβευτικό ύφος μιας υποψήφιας που δεν αναμένει από τις εσωκομματικές εκλογές τίποτα λιγότερο από μια απλή επικύρωση της "δεδομένης" και ολοφάνερης ανωτερότητάς της. Αυτά πριν από τον πρώτο γύρο των εκλογών. Ύστερα, ήρθαν οι σφήκες!  

Αλλά ποιά είναι τα κύρια επιχειρήματα των δύο συνυποψηφίων για την καταλληλότητά τους ο καθένας και η καθεμία  ως αρχηγού του κόμματος;

- Αχτσιόγλου: Έχω πολιτική εμπειρία!

- Κασσελάκης: Είμαι δυνατός ' μπορώ να νικήσω τον ("κύριο", δεν το λέει ευθαρσώς, αλλά εννοείται) Μητσοτάκη!

Εκφράζω την απορία ενός "κανονικού" πολίτη όπως εγώ (γιατί ούτε "απλός" ούτε "μέσος" πολίτης, θα έλεγα πως είμαι) :

-Αγαπητή κυρία Αχτσιόγλου, όποιος υποψήφιος έχει τα δικά σας προσόντα: επιτυχημένη οικονομολόγος, υψηλόβαθμη υπουργός σε προηγούμενη κυβέρνηση (και ελκυστική γυναίκα, επιτρέψτε μου να προσθέσω εγώ), δικαιούται να γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και "εν αναμονή" πρωθυπουργός;  Φέρεστε, σαν να σας "το χρωστάει" ο Ελληνικός λαός!  Ποιός σας έδωσε το δικαίωμα να στοχεύετε τόσο ψηλά; Μήπως ο πρώην πρωθυπουργός; Γιατί;

Δεν υπήρχαν άλλοι περισσότερο άξιοι υποψήφιοι να διεκδικήσουν την  αρχηγία του κόμματος, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του κυρίου Τζουμάκα που θα τον χαρακτήριζα ως τον "τελευταίο εν ενεργεία ιδεολόγο" που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ (της πρώτης τετραετίας διακυβέρνησης) του Ανδρέα Παπανδρέου;

- Αγαπητέ κύριε Κασσελάκη, (την προσφώνηση, μην την πάρετε 'τοις μετρητοίς,' συνεχίζουν να μου αρέσουν οι γυναίκες), γιατί θεωρείτε πως το σημαντικότερο προσόν ενός άντρα πολιτικού είναι η δύναμη και η ικανότητά του (κατά δήλωσή σας) να νικήσει έναν άλλο άντρα πολιτικό (τον κύριο Μητσοτάκη); Ζηλέψατε την πανομοιότυπη δήλωση του δεύτερου,  πριν από τις εσωκομματικές εκλογές του Συντηρητικού Κόμματος, όταν είχε δηλώσει ότι : μπορεί να νικήσει τον κύριο Τσίπρα; Είναι αγώνας  δρόμου οι εσωκομματικές διαδικασίες εκλογής νέου προέδρου (;), μήπως είναι αγώνας μποξ; (όπως έλεγε, για την πολιτική, ο αείμνηστος Ούλοφ Πάλμε). Άν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν χρειάζεστε ούτε τη νομιμοποίηση των κομματικών διαδικασιών, ούτε την εμπλοκή ενός μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού, σε προσχηματικές διαδικασίες ' απλά καλέστε τον "μισητό" αντίπαλο σε μονομαχία (όχι τηλεοπτική, κανονική, με όπλα τα χέρια) και ο λαός θα διαλέξει τον αξιότερο. Θεατές, σε κάθε περίπτωση, θα έχετε! Ο λαός, αφού δεν έχει άρτο, (γιατί είναι ακριβός, όπως και τόσα άλλα προϊόντα πρώτης ανάγκης), με χαρά θα στραφεί προς  τα θεάματα!

Ας πούμε και λίγα λόγια για την προσφώνηση: "Σύντροφε" και "Συντρόφισσα" που τόσο  συνηθίζουν μεταξύ τους οι "αριστερόχειρες" της πολιτικής. Αν και δεν με έχουν αποκαλέσει ποτέ έτσι, άκουγα την προσφώνηση πάντα με συμπάθεια, μέχρι τη στιγμή που ένας δεξιός συμφοιτητής μου με είχε προσκαλέσει μια μέρα στο σπίτι του για φαγητό το 2003. Πήγα γιατί δεν φοβάμαι τους ομοφυλόφιλους  ' απλά μου είναι από αδιάφοροι, έως ενοχλητικοί γιατί είναι συναισθηματικά ασταθείς και επομένως, δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στο λόγο  τους, ούτε στις "ηθικές αρχές" που άλλωστε  δεν έχουν. Εκεί, λοιπόν, μου γνώρισε τον "σύντροφό του". Βέβαια δεν επρόκειτο και πολιτικό συναγωνιστή, αλλά για ερωτικό ανταγωνιστή ' έτσι είναι αυτές οι σχέσεις! Σαν να μην έφτανε αυτό το παράδειγμα, τα τελευταία 20 χρόνια διαπιστώνω πως η ομοφυλοφιλία πέρα από προσωπική ερωτική επιλογή είναι και της μόδας. Δύο πολύ καλοί μου φίλοι από το κολέγιο φαίνεται να άλλαξαν ερωτικές προτιμήσεις, ή τέλος πάντων, διεύρυναν τις  ερωτικές τους επιλογές : ο Π. έγινε παθητικός και ο Ε. ενεργητικός. Αιτία και στις δύο περιπτώσεις θεωρώ πως είναι η αδυναμία του πρώτου να ξεπεράσει έναν αυταρχικό και αγράμματο πατέρα και του δεύτερου να μιμηθεί έναν απολυταρχικό πατέρα και να κυριαρχήσει επάνω στους άντρες του προσωπικού του (έχει επιχείρηση) αφού δεν κατάφερε να μετατρέψει μια γυναίκα με προσωπικότητα (τη γυναίκα του) σε ένα άβουλο πλάσμα που απλά θα εκτελεί εντολές, επειδή τις δίνει ένας "Άντρας".

Και αν οι πρώην φιλικές μου σχέσεις δεν ενδιαφέρουν κανέναν, τώρα μας προέκυψε, στο υψηλότερο πολιτειακό επίπεδο αυτή τη φορά, ένας υποψήφιος αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και εν δυνάμει πρωθυπουργός, που όχι μόνο θεωρεί τις σεξουαλικές του επιλογές απόλυτα "φυσιολογικές" αλλά, σχεδόν μας "χλευάζει" με τη γενική συμπεριφορά του στις τηλεοπτικές εμφανίσεις, γιατί δεν είμαστε κι εμείς "ίδιοι" με εκείνον! 

Η υπερβολική άνεση (έστω και πλαστή) στην επικοινωνία ' η διαρκής προβολή του "συντρόφου" και η συστηματική παρουσίαση της σχέσης των δύο ομοειδών μονάδων αυτής της δυάδας που τη λένε "ζευγάρι" θα γίνουν σύντομα αποδεκτές από τη μικροαστική,  ψευτο-πουριτανική ελληνική κοινωνία. Αυτό αναμένεται γιατί στο πίσω μέρος του μυαλού της η λαϊκή βάση της κοινωνίας μας έχει την ίδια πάντα ωφελιμιστική ηθική: "Δεν με νοιάζει τι κάνει καθένας στο κρεβάτι του, αρκεί να έχω ειρήνη, εργασία και οικονομική άνεση". Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί (όχι όλοι), είναι διεφθαρμένοι. Τουλάχιστον", σκέφτονται, -επιτρέψτε μου τη λαϊκή έκφραση- "να βγάλουμε κι εμείς καν' να φράγκο απ' αυτή την ιστορία...".


Κυρία και Κύριε,

τόσο δύσκολο σας είναι να ξεπεράσετε τους ατομικούς σας εγωισμούς και να δείξετε λίγο ενδιαφέρον για τα προβλήματα επιβίωσης αυτού του ταλαίπωρου λαού; Θεωρείτε πως  απαιτείται να τον τιμωρούμε τόσο σκληρά, με την καθημερινή ακρίβεια προϊόντων και αγαθών, επειδή δεν γνωρίζει να διακρίνει πολιτικούς χαρακτήρες και παρερμηνεύει διαρκώς πλαστές "αγαθές προθέσεις" ως δηλωτικές μιας θολής ιδεολογίας;

Καταλαβαίνω πως οι σπουδές σας σε μεγάλα πανεπιστήμια του δυτικού κόσμου, και όχι της ανατολικής Ευρώπης, σας διαμόρφωσε μια νοοτροπία κυριαρχική και μονοσήμαντη ' αλλά όπως θα έλεγε και ο αείμνηστος Λευτέρης Ξανθόπουλος, καλώντας σας να προσγειωθείτε στην ελληνική πραγματικότητα:  

"Καλή Πατρίδα, Σύντροφε [και Συντρόφισσα]!"

Γιώργος Χατζηαποστόλου


Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023

Η εκτεταμένη ανηθικότητα της πολιτικής εξουσίας και η περιστασιακή ηθική της αντιπολίτευσης

 

Έλαβα από έναν φίλο ένα μήνυμα στο Facebook που συνοδευόταν από αυτό το βίντεο, όπου αναρωτιέται, τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, ως πολίτες, στην εξυγίανση αυτής της κατάστασης. Από την τραγωδία του σιδηροδρομικού δυστυχήματος  στα Τέμπη έως τα πρόσφατα πλημμυρικά φαινόμενα στη Θεσσαλία, οι κύριοι πολιτικοί πρωταγωνιστές είναι πάλι οι ίδιοι.

Προσωπική διαπίστωση:  Δεν υπάρχουν εντελώς σάπια από τη μία πλευρά, και απόλυτα καθαρά πολιτικά κόμματα, από την άλλη. Θεωρώ πως η διαδικασία σήψης, όταν έχει προχωρήσει πέρα από ένα -άγνωστο σ' εμένα- ποσοστό, δεν είναι αντιστρέψιμη.

Η προσωπική μας συνείδηση και η κοινωνική μας ευαισθησία, είναι πάντα πίσω και πάνω από τα νομικά ερείσματα.   Αυτό που έπρεπε να κάνουν κοινωνικοί φορείς και πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης το έκανε ένας ιδιώτης (αυτή η κοπέλα). Η επιφύλαξή μου είναι πως η κίνησή της αυτή, δηλαδή, να καταγγείλει και να μηνύσει φαίνεται πως δεν ήταν καθαρά δική της πρωτοβουλία, αλλά εδράζεται σε μια κομματική επιδίωξη. Η γνωστή αμυντική στάση της κυβέρνησης απέναντι σε όποιον εναντιώνεται σ' αυτή με έργα και λόγια είναι: "Ποιά είναι αυτή που μιλάει; Τα λέει αυτά επειδή ανήκει στο τάδε κόμμα!" Άρα, αν κάποιος δεν ανήκει σε κανένα κόμμα -όπως εγώ- και ενεργεί με αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει!

Ανήκω σε αυτή την κατηγορία των μοναχικών προβάτων -όχι των λύκων- γιατί δεν είμαι επιθετικό "ζώο" ή "κυνηγός" άλλων "άγριων ζώων" όπως τα "κομματικά", και δεν με ενοχλεί καθόλου να είμαι μαύρο ' πάντως, δεν είμαι "τράγος" και επομένως δεν κινδυνεύω κάποια στιγμή να γίνω αποδιοπομπαίος.

Κατά τη γνώμη μου, με την καθημερινή μας πρακτική ζωής αντιτασσόμαστε στην όποια κυβερνητική αναλγησία, εγκληματική αδιαφορία και ανικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Βλέποντας την κοπέλα του βίντεο, η  γλώσσα του σώματος, όπως και η εκφραστικότητα του προσώπου, μου δίνει πληροφορίες που είναι πάντα -έως τώρα- αληθινές. Το κορίτσι έχει δίκιο, αλλά η καταγγελία της δεν είναι αυθόρμητη και προσωπική, αλλά καθοδηγούμενη και ετερόφωτη. Μακάρι, να είχαμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο αυτογνωσίας, ως λαός ώστε να αγανακτούμε και να επαναστατούμε ' να επαληθεύουμε τη ρήση ανθρώπων όπως ο Καζαντζάκης που διαμηνύει: έχω προσωπική ευθύνη για την σωτηρία του κόσμου ' αν δεν σωθεί ο κόσμος, εγώ έφταιγα που δεν τον έσωσα". 

Γιώργος Χατζηαποστόλου