Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Αφιερωμένο στους Άντρες




Αφιερωμένο στους ευζώνους που δεν εγκατέλειψαν το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη που βρίσκεται μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων. Αυτή η ήττα των σκοτεινών σκιών που κρύβονται για να τραυματίσουν τη Δημοκρατία είναι εξαιρετικά συμβολική και τη θεωρώ σημαντικότερη από τη σύλληψη των μελών της 17Ν. Αυτοί οι τρεις άντρες -οι δύο σκοποί και ο λοχίας- είχαν τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν την έκρηξη μιας βόμβας από πολύ κοντά και έμειναν εκεί!

Σημείωση:

Η περίεργη αυτή οργάνωση: "Συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς" έχει επιλέξει έως τώρα να χτυπήσει βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως ανήκει στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Όμως ο τίτλος, δεν σας θυμίζει τη διακήρυξη ενός πυρομανούς που είναι περήφανος για τη διαστροφή του και αναζητά πολιτικά ερείσματα για να τη στηρίξει; Η έννοια, πάλι της συνωμοσίας εμπεριέχει ιδεολογική ταύτιση των μελών της ομάδας αυτής που συναντάται μόνο σε ολοκληρωτικές νοοτροπίες περασμένων εποχών, αλλά και διασυνδέσεις της οργάνωσης με παράκεντρα εξουσίας. Παράλληλα, οι πρόχειρες όσο και κουτοπόνηρες πρακτικές της ομάδας αυτής (χρήση χυτρών μαγειρικής, προσβολή εθνικών συμβόλων), όπως επίσης και η δήλωσή τους πως θα ειδοποιούν με λεπτομέρειες σχετικά με το τόπο και το χρόνο που θα εκραγεί μια βόμβα για να μην υπάρχουν θύματα, επειδή "αγαπούν τους Έλληνες πολίτες" αλλά όχι την κοινοβουλευτική δημοκρατία, παραπέμπουν μάλλον προς την ακροδεξιά.
Όπως ανέφεραν και τα τηλεοπτικά δελτία επιλέχθηκε η ώρα της έκρηξης να συμπέσει με το χρόνο μετάδοσης των κεντρικών ραδιοτηλεοπτικών δελτίων. Γιατί; Κάποιος "παρα-δημοσιογράφος" το σχεδίασε; Σημειώστε επίσης ότι ο Γ. Καρατζαφέρης, δεν εκμεταλλεύθηκε αμέσως -όπως θα περίμενε κανείς- το θέμα που προσφέρεται για υπερεθνική προπαγάνδα. Γιατί έχασε την ευκαιρία; Μήπως για να μην εκτεθεί;
Οπωσδήποτε η Ελλάδα έχει μέλλον και αυτό μπορεί να εξυπηρετηθεί από τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο -με την εξαίρεση του "Συναγερμού"- που ούτε λαϊκός είναι ούτε βέβαια ορθόδοξος (με τη θρησκευτική έννοια). Σε κάθε περίπτωση, όπως και να το κάνουμε, το ΛΑ.Ο.Σ. δεν τονίζεται στη λήγουσα γιατί δεν αποτελεί λέξη αλλά συνοθήλευμα λέξεων -σκόπιμα επιλεγμένων- που να παραπέμπουν εκεί που στοχεύει το κόμμα, δηλαδή στον αγράμματο λαό.

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Η υπόριζη ποσότητα



Για τον σερβιτόρο είμαι ο πελάτης,
ο σκουπιδοφάγος που βγάζει κέρματα '
για τον εκπαιδευτή μια μάζα ακατέργαστη '
για μια όμορφη γυναίκα το θήραμα '
για έναν ιερέα ο κολυμπηθρόπληκτος '
για έναν τελετάρχη
ο οριστικά κρεμασμένος '
ο τελικά οριζοντιωμένος '
ο απόλυτος καταναλωτής.
Κανένας δεν ψάχνει κάτω από τη ρίζα μου '
με την πείρα του αδιαφορεί αν τα ξέρει όλα
ή όχι για μένα το «θάμνο».
Κάνει τις πράξεις για να επαληθεύσει
το αποτέλεσμα που προτιμάει
κι αγνοεί τη μορφή της υπόριζης ποσότητας.

Γιώργος Δημητρίου Χ.



Η εικόνα προέρχεται από τη διεύθυνση: http://sajwl.tripod.com/root34_5.jpg

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Ποίημα για τον καθημερινό άνθρωπο

.
Everest_News


(Πρωτότυπος τίτλος): Ποίημα για τον κάθε άνθρωπο


Θα σας παρουσιάσω
σιγά-σιγά
πλευρές
του εαυτού μου,
αν έχετε υπομονή και δείξετε ευαισθησία.
Θα ανοίξω συρτάρια
που συνήθως μένουν κλειστά
και θα βγάλω από εκεί ανθρώπους και τόπους και πράγματα,
ήχους κι οσμές και χρώματα,
έρωτες και απογοητεύσεις, ελπίδες και λύπες,
κομμάτια εδώ κι εκεί μιας ζωής πενήντα χρόνων
που αιχμαλώτισα στις χούφτες μου
και,
όπως το νερό που ετοιμάζομαι να ρίξω στο πρόσωπό μου κάθε πρωϊνό,
ράγισαν το βράχο κι
άνοιξαν το δρόμο προς τη μνήμη μου,
κατοικούνε στην καρδιά μου
-εγώ τ' ανασύρω για χάρη σας, να τα δούμε μαζί-
είναι ο εαυτός μου.
Αν δεν τα πάρετε στα σοβαρά,
αρνηθείτε τη σημασία τους
ή αν, χειρότερα, τα κρίνετε,
θα αρχίσω ήσυχα, σιγά-σιγά
να τα τυλίγω
σε μικρές βελούδινες θήκες,
όπως τα παλιά ασημένια και χρυσά νομίσματα,
θα τα τοποθετήσω
σε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο
Και θα το κλειδώσω.

John Wood 1974

(διασκευή Γιώργος Δημητρίου Χ.)

Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο του Alan Rogers, Η εκπαίδευση ενηλίκων, Αθήνα, Μεταίχμιο 1999, σ. 95.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Ο λαός και η αλήθεια

Σε μια πραγματική δημοκρατία, η κυβέρνηση, εκλέγεται από τον λαό, τα μέλη της προέρχονται από ανθρώπους του λαού και, αναλαμβάνει την ευθύνη να διοικήσει τη χώρα για χάρη του λαού. Με αυτό τον τρόπο όριζε τη δημοκρατία ο Λίνκολν.

Πρώτα-πρώτα, όλοι όσοι θέλουν να ονομάζονται δημοκράτες ή, συχνά, συναινούν να θεωρούνται ως τέτοιοι, για να εξυπηρετήσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα, δέχονται το κοινοβουλευτικό σύστημα ως αφετηρία των επιδιώξεών τους. Στη συνέχεια, ως άτομα που προέρχονται από τον λαό, νομιμοποιούνται να εκπροσωπήσουν άμεσα τον λαό με τη συμμετοχή και την επιλογή τους στις εκλογές κάθε δημοκρατικής χώρας.
Καταληκτικά, οι πολιτικοί που συμμετέχουν στις δημοκρατικές εκλογές διατείνονται ότι αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση της χώρας για να υπηρετήσουν το «καλό του λαού». Θεωρούν πως, ως άμεσοι εκπρόσωποι του λαού, γνωρίζουν ποιες είναι οι ανάγκες που πρόκειται να ικανοποιηθούν και οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν ώστε να αισθάνεται ο λαός, ασφαλής, δημιουργικός και ευτυχής.

Όμως, όπως γράφει ο Ρ. Ρούφος στο κείμενό του «Για χάρη του λαού» :
«Δεν υπάρχει αυτοτελές, απόλυτο κριτήριο για το τι είναι σε κάθε ιστορική στιγμή το «καλό του λαού», και για το αν μια κυβέρνηση το επιδιώκει σωστά ή όχι, αλλιώτικα θα αναθέταμε τις αποφάσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και θα περίττευε όλως διόλου η δημοκρατία».

Αλλά, τι είναι ο «λαός»;
Σύμφωνα με τους ορισμούς που καταθέτει ο Γ. Μπαμπινιώτης, λαός είναι:
«1. α. (γενικότερα) το σύνολο των πολιτών ενός κράτους ' το σύνολο των φυσικών προσώπων που έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους, ανεξάρτητα από γλώσσα, θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, ηλικία, κ.λπ. β. το σύνολο των ενεργών πολιτών ενός κράτους που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (το εκλογικό σώμα).
2. (ειδικότερα) το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.
3. (ο λαός ως έθνος) το έθνος, σύνολο προσώπων με κοινά χαρακτηριστικά (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις κ.λπ.
)».

Γίνεται φανερό, ότι η έννοια του λαού, ανάλογα με την εκδοχή που εκφέρεται κάθε φορά, αντιστοιχεί σε ευρέα ανομοιογενή σύνολα ανθρώπων, όπου κυριαρχούν υποσύνολα όπως οι κοινωνικές τάξεις, τα κοινωνικά στρώματα και οι ομάδες συμφερόντων (τραπεζικά, επιχειρηματικά, επικοινωνιακά των ΜΜΕ και εκκλησιαστικά).

Όπως σημειώνει ο Ρούφος:
«Μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο, μόνο η εκάστοτε πλειοψηφία θα κρίνει ποιο είναι το γενικό καλό και ποια κυβέρνηση θα το πραγματοποιήσει ευστοχώτερα, και θα ψηφίσει ανάλογα».

Εδώ, διαπιστώνεται μια στρέβλωση των δημοκρατικών διαδικασιών. Όσοι συμμετέχουν στις εκλογές ως υποψήφιοι βουλευτές, προϋποθέτουν πως γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιο ακριβώς είναι το «καλό του λαού», όπως επίσης, ποιοι είναι οι προσφορότεροι τρόποι για να το υπηρετήσουν, ακόμη και αν ο λαός διαφωνεί με την αντίληψή τους σχετικά με τον ορισμό που δίνουν ως προς το ποιό ακριβώς είναι το «καλό του».
Σύμφωνα με την αντίληψη των αυτόκλητων αυτών σωτήρων: «ο λαός δεν γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον του». Ο πολιτικός εκπρόσωπος είτε ανήκει σε μια φωτισμένη ελίτ, είτε είναι εκκολαπτόμενος δικτάτορας, είτε είναι πανεπιστημιακός ταγός, είτε λειτουργεί ως αυταρχικός γονέας που τιθασεύει το απείθαρχο παιδί του (στην περίπτωσή μας, τον λαό). Ο πολιτευτής, με την ψήφο κάθε πολίτη που συγκεντρώνει, θεωρεί πως εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την εξουσιοδότηση να χειριστεί τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα κατά την κρίση του!

Ολόκληρη λοιπόν η προσπάθεια κάθε πολιτευόμενου, επικεντρώνεται στο να πείσει τον πολίτη πως πρόκειται, εφόσον εκλεγεί, να υπηρετήσει τα συμφέροντά του. Αλλά τα συμφέροντα των διάφορων κοινωνικών ομάδων είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Στην περίπτωση αυτή, συνυπολογίζεται το δυναμικό των ομάδων - οι εργάτες είναι εκατομμύρια, και από την άλλη πλευρά, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι, μόνο μερικές εκατοντάδες, αλλά με απείρως μεγαλύτερη οικονομική ισχύ. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα συμφέροντα; Μα με την πολιτική των συμψηφισμών και μιας ιδιόμορφης ερμηνείας του «μέσου όρου» ' οι εργάτες θα δεχθούν να πάρουν χαμηλότερα ημερομίσθια, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης των αγορών, κάτω από την απειλή να απολέσουν την εργασία τους, και έτσι οι εργοδότες θα ζημιωθούν λιγότερο. Τη διαμεσολάβηση μεταξύ τους θα αναλάβει η κυβέρνηση που προέρχεται από τον λαό, αλλά όχι από τις χαμηλότερες τάξεις του λαού, κυρίως από τη λεγόμενη «μεσαία τάξη».

«Μέσος όρος», «μέση λύση», «μέσος άνθρωπος», «μεσαίος χώρος», «μεσολάβηση». Βρίσκεται η αλήθεια στον μέσο όρο; Ούτε ναι, ούτε όχι, γιατί η αλήθεια δεν είναι μία. Σύμφωνα με τη ρήση του Μαχάτμα Γκάντι: «Ο καθένας θα συνεχίσει να αναζητεί τη δική του αλήθεια», στη διάρκεια της ζωής του, επιδεικνύοντας «παθητική αντίσταση» ή στην περίπτωση των Ελλήνων, «ενεργητική ανοχή», με την έννοια μιας κοινωνικής επανάστασης και εξέγερσης που εξαντλείται σε έντονες προφορικές διαμαρτυρίες, και διαρκώς αναβάλλεται, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες που θα «εξασφαλίζουν» την επικράτησή της στο μέλλον!

Στην πορεία αναζήτησης της ατομικής αλήθειας, κάθε άνθρωπος, θα καλείται να ψηφίσει κάθε φορά, το λιγότερο κακό, αφού κανείς δεν του διασφαλίζει πως υπηρετεί το «καλό του!».

Βιβλιογραφία
Μπαμπινιώτης Γιώργος, (2002), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, σ. 991.
Ρούφος Ρόδης (1971) Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου, Αθήνα, Ίκαρος, σ. 174-179.
Η εικόνα βρίσκεται στη διεύθυνση: www.un.int/india/
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Τα παιδιά με τα κλαδιά

Ήταν το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 2009. Εκατομμύρια ζευγάρια μάτια παρακολουθούσαν μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων μια μικρή φωτιά να γιγαντώνεται και να καίει μεγάλες δασικές περιοχές γεμάτες πεύκα, ελιές, θάμνους αλλά και γεωργικές καλλιέργειες και σπίτια. Ένα ανθρωπάκι θα εμφανιζόταν μετά από μέρες στην οθόνη της τηλεόρασης και θα ψέλλιζε πως φταίνε τα πεύκα που μεταδίνουν τη φωτιά και όχι το χέρι των εμπρηστών που θέλησε να μετατρέψει σε οικοδομήσιμη μια δασική έκταση στον Μαραθώνα της Αττικής και τόσες άλλες περιοχές στην Ελλάδα.
Είμαστε πολύ καθυστερημένοι, φαίνεται, ως πολιτισμός, στην ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας -δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει μεταλλαγμένα φυτά που να μην καίγονται- και το κυριότερο δεν καταφέραμε να περιορίσουμε την ευθυνοφοβία των πολιτικών παραγόντων που φτάνει τα όρια της βλακείας και δείχνει να είναι μεταδοτική όπως και η «γρίπη των χοίρων» μεταξύ των ανθρώπων που τους μιμούνται, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Μπροστά στα μάτια των ανθρώπων στην Ελλάδα που, από ενεργοί πολίτες, έχουν μετατραπεί σε θεατές, τα τελευταία 20 χρόνια, από τους εξοντωτικούς ρυθμούς της καθημερινής ζωής αλλά και από την έλλειψη συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού, απελπισμένοι άνθρωποι κάνουν εκκλήσεις βοήθειας να έλθουν τα μέσα πυρόσβεσης να σώσουν τα φλεγόμενα σπίτια τους. Η απάντηση των δημοσιογράφων προς τους πυροπαθείς είναι πάγια: «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο, η άποψή σας ακούστηκε!» Είναι αυτή απάντηση της Τέταρτης εξουσίας -του Τύπου- που φέρεται ως να είναι Πρώτη, αλλά στα «δύσκολα» αποποιείται την πρωτοκαθεδρία της;

Ακούστηκε; Από ποιους; Από μια άβουλη και ανίκανη κυβέρνηση ή από τους παθητικούς θεατές που παρακολουθούσαν, κατά βάθος, ανακουφισμένοι, να καίγεται ένας περιβαλλοντικός χώρος της Αττικής που βρισκόταν μακριά από το δικό τους σπίτι;
Πέρα από τις σπασμωδικές κινήσεις των εναέριων μέσων και των επίγειων δυνάμεων της πυροσβεστικής που αυτοσχεδίαζαν -ελλείψει κεντρικού συντονισμού- μόνο μια ομάδα εθελοντών όλων των ηλικιών -κυρίως νέων- πάλευε με κλαριά να σβήσει μικρές εστίες φωτιάς που έκαιγαν θάμνους και ήταν οι μοναδικές φωτιές, μέσα στα ανθρώπινα μέτρα, που μπορούσαν πρακτικά να αντιμετωπιστούν.

Ο ελληνικός λαός ανέδειξε την τελευταία δεκαετία στην εξουσία, πολιτικούς του «συρμού», πολιτικούς ανάξιους, που περιφέρουν την απαξία τους καμαρωτοί σε τελετές, εγκαίνια και κομματικές συγκεντρώσεις και απαιτούν το σεβασμό μόνο και μόνο γιατί έχουν την εξουσία να τον επιβάλουν. Ένας μικρός «ηγέτης», αφράτος και αεράτος μέσα στο κοστουμάκι του, θέλει να βαδίζει «ανδρικά» -λέμε τώρα- αλλά δεν τα καταφέρνει πάντα! Κάπου ο βηματισμός του ξεφεύγει προς τα δεξιά και τον επαναφέρει με μικρές διορθωτικές κινήσεις που γίνονται όμως με τόση καθυστέρηση ώστε διαλύουν κάθε ίχνος αρχοντιάς.
Δεν υπάρχουν άξιοι άνθρωποι να αναλάβουν την εξουσία; Δεν είμαι βέβαιος. Πάντως, όλοι οι υποψήφιοι αρχηγοί της κυβερνητικής παράταξης είναι καλύτεροι και από την άποψη των πολιτικών προσόντων αλλά και από την άποψη της προσωπικότητας από τον σημερινό πρόεδρο της κυβέρνησης. Αλλά, δυστυχώς, το μόνο που επαναλαμβάνεται στην ιστορία φαίνεται πως είναι τα λάθη των πολιτικών, αλλά και των ψηφοφόρων. Μεταφορά πολιτικού κύρους και μετάγγιση πυγμής δεν μπορεί να γίνει μεταξύ πολιτικών ακόμη και όταν είναι συγγενείς, όπως στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ θείου και ανιψιού!


Έγραφε ο Α. Τερζάκης στο άρθρο του «Τα παιδιά με τα κλωνάρια»[1]:
«Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο, από δω κι εμπρός, ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατόρθωσες να «φτάσεις» δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς ανήκει στην ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι ν’ ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνη θα σε στηρίζει, όχι ο τίτλος».

Από την άλλη πλευρά, δεν πιστεύω πως τα παιδιά με τα κλαδιά που συμμετείχαν εθελοντικά στη δασοπυρόσβεση άφησαν τις καφετέριες -όπως ανέφεραν οι δημοσιογράφοι της τηλεόρασης- για να σώσουν το δάσος σε μια ξαφνική έκρηξη αυτοσεβασμού και αφύπνισης της περιβαλλοντολογικής συνείδησης, εκτός αν η φωτιά κατευθυνόταν προς την καφετέριά τους!

Όμως δεν είναι ώρα για πικρά αστεία.

Άλλη είναι η μερίδα των εθελοντών νέων που βοήθησαν ' είναι αυτοί που δεν φαίνονται, γιατί δεν προκαλούν και δεν προβάλλονται, αλλά συνηθίζουν να αγωνίζονται σιωπηλά, να ανασυνθέσουν τον κόσμο, πάνω σε μια νέα υγιή βάση.
Τους ευχαριστώ.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Η φωτογραφία ανήκει στην Eurokinissi και προέρχεται από τη συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος της Αθήνας στις 28 Αυγούστου 2009 και αναδημοσιεύεται από το http://www.in.gr/
[1] Τερζάκης, Α. (1963) Προσανατολισμός στον αιώνα (Δοκίμια). Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, σ. 157-161.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Οι "μέλισσες" και ο Κάλβος

Η γνώμη ενός αναγνώστη για το μυθιστόρημα που έγραψε η Πόλυ Χατζημανωλάκη, με τίτλο: «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάϊρ», Εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2008.

Γεννήθηκα 90 χρόνια ακριβώς από την ημέρα όπου ο ποιητής είχε «μια μικρή διαφωνία με τη γυναίκα του», την 1η Νοεμβρίου 1959, επειδή αν και άρρωστος ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ψηφίσει. Η μητέρα μου που βρίσκεται στην ίδια ηλικία θέλει να πάει να ψηφίσει στις επόμενες Ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009 και όχι μόνο. Αλλά ας ασχοληθούμε με τον «δικό μου» Κάλβο με την έννοια του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τη φυσική, πολιτική και ποιητική του παρουσία.
Οι σκέψεις, οι ανησυχίες και οι γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις - οι μέλισσες - του Κάλβου έχουν ανάγκη από ένα αντίστοιχο - όσο μπορεί να υπάρξει αντιστοιχία - παράδειγμα σύγχρονης ζωής - μια μελέτη περίπτωσης (case study) ή καταγραφή μιας ιστορίας ζωής– ώστε να γίνουν αρχικά αναγνώσιμες, ύστερα προσεγγίσιμες και τέλος οικείες στον σημερινό αναγνώστη-ερευνητή-βιβλιόφιλο. Αυτή τη σύνδεση θεωρώ πως επιχείρησε και κατάφερε να δημιουργήσει η συγγραφική αυτή προσπάθεια της Π. Χατζημανωλάκη με έναν ανάλαφρο, όσο και στέρεο τρόπο που μου θυμίζει τις σχοινένιες γέφυρες που συνδέουν τις όχθες ποταμών μέσα στην τροπική ζούγκλα των πόλεων.
Αντιλαμβάνομαι τις δύο κύριες φιγούρες τον Πέτρο Ασλάνογλου και τον Ιάκωβο Λογιάδη του μυθιστορήματος σε εναλλακτικούς ρόλους:
Παιδιού/εφήβου – ώριμου ενήλικα με στοιχεία παιδικότητας,
Μαθητή και δασκάλου,
Μοναχικού και κοινωνικοποιημένου,
Αναγνώστη και λογοτέχνη,
και ως «μετεμψυχώσεις»
του Κάλβου (σε νεαρή ηλικία) – και του ηλικιωμένου Κάλβου,
γιατί ο Κάλβος δεν ήταν ένα μόνο πρόσωπο και δεν μπορεί να αποδοθεί μέσα από μια μόνο κοινωνική ή πολιτισμική εκδοχή.
Καθώς διαβάζω το βιβλίο της κυρίας Χατζημανωλάκη, διαπιστώνω έναν παραλληλισμό ανάμεσα στη ζωή της μέλισσας ως "υπόδειγμα αυστηρότητας και αγνότητας...." και της ζωής του Κάλβου. Σε άλλο σημείο ο αναγνώστης καλείται να μην βλέπει "παρά την αγνή μορφή που οραματίζεται ελευθερία". Λάθη στη γλώσσα, και αρχαϊκοί τύποι μας μεταφέρουν την αγωνία του ποιητή, να δώσει διέξοδο σε κρυφά νοήματα και σημασίες. Ο Κάλβος οραματιζόταν την αναγέννηση της ελληνικής λογοτεχνίας και πίστευε ότι «η απόσταση που χωρίζει τα νέα ελληνικά από τα αρχαία» δεν είναι αγεφύρωτη και γι’ αυτό πρέπει να διανυθεί από τους εκπαιδευτικούς και τους λογοτέχνες, αξιοποιώντας στη νεοελληνική έκφραση αρχαίες λέξεις με τον τρόπο που «έκτιζαν και οι Έλληνες τις εκκλησιές τους χρησιμοποιώντας που και που ένα κιονόκρανο από ένα ναό του Απόλλωνα».
Αλλά γιατί ο Κάλβος, σύμφωνα με όλους τους μελετητές του έργου του, ήταν «δύστροπος, ιδιότροπος και αντικοινωνικός;». Όπως γράφει η Έλλη Αλεξίου: «Στα μικρά του χρόνια του έλειψε η σπιτική διαβίωση» και φαίνεται πως «θα μεγάλωσε μέσα σε οράματα μοναξιάς και αφροντισιάς». Διάβασα, επίσης, τις απόψεις άλλων μελετητών για τη μορφή και τη συμπεριφορά του Κάλβου ' τις καταλαβαίνω όλες, δεν υιοθετώ απόλυτα καμία, παρότι είμαι πλησιέστερα στην προσέγγιση του Καψάσκη.
Έχω την έντονη διάθεση να παρακαλέσω τους μελλοντικούς ερευνητές να τον αφήσουν στην ησυχία του εκεί που βρίσκεται ' μια τέτοια γοητευτική διαφορετικότητα που υλοποίησε η προσωπικότητα του ποιητή, είναι το γέννημα μιας βαθιάς πνευματικής καλλιέργειας και ενός απόδημου αναχωρητισμού που εκδηλώθηκε σε ένα εναλλασσόμενο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου περιπλανήθηκε ο Ανδρέας Κάλβος στη διάρκεια της ζωής του. Θα ανησυχούσα αν κάποιοι μελετητές του έργου του τον έβλεπαν ως έναν απόγονο των τροβαδούρων της Ευρώπης του Μεσαίωνα, όπου ως κοσμοπολίτης περιηγητής περιδιάβηκε πολλές χώρες τις Ευρώπης, έζησε έντονα τον έρωτα, τη δόξα, τη ζωή και πέθανε νέος ή / και «πλήρης ημερών» και κενός πνεύματος σαν Έλληνας αποξενωμένος από την αρχαία πολιτισμική παράδοση.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Το ιστολόγιο της Π. Χατζημανωλάκη βρίσκεται στη διεύθυνση: http://waxtablets.blogspot.com/

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Ένας Ευρωπαίος πολιτισμικός πρόσφυγας

«Όπως όλοι οι Ευρωπαίοι μεγάλωσα κι εγώ με την διδασκαλία ότι ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι εμείς, οι πολιτισμένοι του κόσμου είμαστε οι απόγονοι όλων αυτών των θαυμάσιων ανθρώπων όπως ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Φειδίας και χίλιοι δυο άλλοι. Και μάθαμε να λέμε «Δημοκρατία» και «πολιτική» και «οικονομία» και «θέατρο» και «ποίηση» και χίλιες δυο άλλες Ελληνικές λέξεις, και ποτέ δάσκαλος δεν μας είπε ότι είναι περίεργο πώς οι πολιτισμένοι λαοί, όπως οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, δεν βρήκαν στις τόσο πλούσιες γλώσσες τους λέξεις για να εκφράσουν τις πιο βασικές δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος: είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και τέρμα. Και δεν βρέθηκε δάσκαλος που να μας πει ότι μολονότι εμείς είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, υπάρχουν κάποιοι φτωχοί συγγενείς που λέγονται Έλληνες και ίσως νάναι και αυτοί απόγονοι των «δικών» μας αρχαίων προγόνων.
»Έτσι μεγάλωσα. Ύστερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, αποφάσισα να κάνω και εγώ ένα ταξίδι – προσκύνημα – στην πατρίδα του πολιτισμού «μου». Και ξεκίνησα για την Ελλάδα.
»Ήταν, όπως είπα, πριν δεκαπέντε χρόνια: ένα ωραίο πρωί του Ιουνίου, ξεμπαρκάρισα στην Ηγουμενίτσα, αρχή του προσκυνήματος.
»Με εντυπωσίασε το τοπίο, τρελλάθηκα με τα βουνά της Ηπείρου, με τα Γιάννενα, έμεινα με ανοιχτό στόμα στη Δωδώνη και νόμισα ότι άρχιζα να νοιώθω την Ελλάδα. Αλλά πριν φθάσω στην Πελοπόννησο και στην Αττική ξέχασα τοπία και αρχαιότητες, γιατί στο Αγρίνιο έπαθα το πρώτο «κοινωνιολογικό σοκ»:
» Ήταν απογευματάκι όταν έφτασα στην πλατεία του Αγρινίου, μόλις είχε τελειώσει η «σιέστα», ήδη ανοίγανε τα καφενεία και αποφάσισα να πιω ένα καφέ. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και βγήκα, κάθισα σε ένα τραπέζι και παράγγειλα. Αυτή τη στιγμή σηκώνεται από ένα άλλο τραπέζι ο μοναδικός άλλος πελάτης και έρχεται κοντά μου, κάθεται στο τραπέζι μου και αρχίζει να μου μιλάει. Δεν ήξερα τότε ακόμα ελληνικά και με το λεξικό που είχα στην τσέπη μου και με μερικές αγγλικές λέξεις που ήξερε ο συνομιλητής μου, σιγά-σιγά κατάλαβα τι θέλει ο άνθρωπος. Ήθελε να με γνωρίσει. Με ρώτησε από πού είμαι, τι δουλειά κάνω, αν είμαι παντρεμένος, αν ζουν οι γονείς μου και άλλα. Μου είπε ότι ο ίδιος είναι καπνεργάτης. Και τότε έπαθα το σοκ: Πώς γινόταν αυτό; Πώς είναι δυνατόν ένας εργάτης να μιλάει ελεύθερα με έναν αντιπρόσωπο της αστικής τάξης; Πώς μπορεί να ενδιαφέρεται χωρίς συμφέρον – γιατί ήξερε και αυτός, όπως εγώ, ότι ποτέ στη ζωή μας δεν θα ξαναϊδωθούμε – για κάποιον που θα έπρεπε ή να μισεί ή να φοβάται ή, τουλάχιστον, να νοιώθει απέναντί του ένα τέτοιο σύμπλεγμα κατωτερότητας, που να μην του έρθει ποτέ η επιθυμία να του μιλήσει. Γιατί σε μας, στις ευρωπαϊκές χώρες, αυτές είναι οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων…»
Αυτό το κοινωνιολογικό και πολιτισμικό σοκ ήταν η αφορμή για να παραμείνει τελικά μόνιμα στην Ελλάδα ο Αυστριακός Λαυρέντιος Γκέμερεϋ. Το απόσπασμα που παραθέτουμε ανήκει στην εισαγωγή του αξιοσημείωτου βιβλίου του «Η δύση της Δύσης. Η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός», που κυκλοφόρησε το 1977 και βρίσκεται ακόμη στα βιβλιοπωλεία. Στο βιβλίο αυτό ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ επιχειρεί να αναλύσει τον ζώντα ελληνικό πολιτισμό σε αντιπαράθεση προς τον αστικό και ορθολογικό πολιτισμό της Δύσης. Φθάνοντας στην Ελλάδα ο ίδιος, –διευθυντής τότε του «Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου» της Βιέννης με σπουδές Θεολογίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας, αλλά και ιερέας του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος–, άρχισε να μελετά την ελληνική πραγματικότητα για να διαμορφώσει μια πολιτισμική και ιστορική εικόνα ολότελα διαφορετική από κείνη που του είχαν μεταδώσει οι σπουδές του.
Εντυπωσιάζεται με τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες δεν παραδέχονται ταξικές διακρίσεις και γοητεύεται από τις ιδιορρυθμίες της ελληνικής νοοτροπίας: τον αυθορμητισμό, τη μόνιμη τάση προς το στιγμιαίο, την περιφρόνηση και απόρριψη κάθε οργανωμένης καταπίεσης, την έλλειψη κάθε συστήματος, δηλαδή μ’ αυτό που, με κάποια περιφρόνηση, ονομάζεται «Ρωμηοσύνη». Τον συγκλονίζει η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργεί κανένα σύστημα, όχι γιατί ο Έλληνας είναι υποανάπτυκτος όπως διατείνονται οι Ευρωπαίοι, αλλά γιατί ο Έλληνας αφήνει πάντα περιθώρια για το απρόβλεπτο και αποδέχεται το ανορθολογικό. Διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η «ελληνική ανθρωπιά» δεν είναι ηθική στάση επιβεβλημένη από κυριαρχικές μορφές, αλλά μια αναρχική διακύμανση ανάμεσα στα ατομικά και στα κοινωνικά συμφέροντα. Αποκτά πλέον τη βεβαιότητα ότι στην Ελλάδα βρήκε την παρουσία του αυτόνομου υποκειμένου, το οποίο στη Δύση δεν είναι εφικτό, παρά μόνο σαν αντικείμενο. Θέλει με το βιβλίο του να βοηθήσει τους Έλληνες να δουν τον, εξιδανικευμένο γι’ αυτούς, ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κριτικό μάτι και εύχεται να γλυτώσουν οι Έλληνες από τον εξευρωπαϊσμό, που τόσο επιθυμούν.
Ο Λαυρέντιος Γκέμερεϋ που είχε γεννηθεί το 1931 στο Γκρατς της Αυστρίας πέθανε πριν λίγα χρόνια στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δήλωνε, κατά την δική του έκφραση, «πολιτισμικός πρόσφυγας».
Δημήτρης Μαυρίδης

Αναδημοσιεύεται από τον τόπο: http://www.antibaro.gr/articles/identity/0409-mauridhs-prosfugas.html
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Το περιεχόμενο της εικόνας

Η εποχή μας λέγεται συχνά «εποχή της ταχείας πληροφόρησης» ή, με μια διάθεση υποβάθμισης της ποιότητας ζωής: «εποχή της εικόνας». Όμως, πάντα αδυνατούσα να κατανοήσω ποια κακή πρόθεση μπορούμε να προσάψουμε σε μια εικόνα καθαυτή ' ίσως, μόνο το γεγονός πως μπορεί να είναι άσχημη ή και αποκρουστική. Προσωπικά, με ενοχλεί η εικόνα που μιμείται με πρόχειρο αλλά και με εξεζητημένο τρόπο μια άλλη εικόνα και επαναλαμβάνει ένα πρότυπο τέχνης και τεχνικής παγιωμένο, κοινά αποδεκτό ' σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγει να γίνεται καθολικά βαρετό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναλαμβανόμενης τεχνοτροπίας ανά τους αιώνες είναι η βυζαντινή αγιογραφία. Η επαναλαμβανόμενη θεματική ιερών επεισοδίων της Βίβλου, οι αυστηρές έως βλοσυρές μορφές από τις οποίες έχει αφαιρεθεί επιμελώς κάθε ανθρώπινο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μορφές των καθημερινών ανθρώπων, παρουσιάζονται σαν να απεικονίζουν ανθρώπινες μορφές που δεν περπάτησαν ποτέ στη γη ανάμεσά μας και επομένως δεν μας συνδέει τίποτε άμεσα με αυτές. Η θρησκοληψία και ο θεοκρατισμός του Βυζαντίου, προβάλλεται μέσα από τις αναπαραστάσεις της τυπικής βυζαντινής αγιογραφίας που κοσμούν τους τοίχους των περισσότερων σύγχρονων ναών της Ελλάδας, ενώ απουσιάζουν εντελώς οι καλλιτεχνικές προτάσεις άλλων ορθόδοξων χριστιανικών Εκκλησιών όπως χωρών της ανατολικής Ευρώπης, της Αφρικής ή της Αμερικής. Η πλειοψηφία των αγιογράφων χρησιμοποιώντας τα ίδια χρώματα αλλά και πολύτιμα μέταλλα επιχειρούν να αποδώσουν την έννοια του απόμακρου και του εξωπραγματικού στις μορφές επειδή φαίνεται να θεωρούν πως το οικείο άγιο πρόσωπο και θέμα δεν αποκομίζει τον σεβασμό του χριστιανού.
Η απουσία των νέων ανθρώπων από την Εκκλησία, στις ημέρες μας, έχει θορυβήσει τους υπεύθυνους όχι ως καίριο γεγονός της απόρριψης των ηθικών και πολιτισμικών προτύπων που προβάλλονται από την κοινωνία αλλά ως απώλεια εσόδων. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και ως πολιτιστική επιχείρηση αν δούμε τη διαχείριση του χώρου των εκκλησιών στην Ελλάδα, το «θρησκευτικό προϊόν» οφείλει να γίνει περισσότερο ελκυστικό αν επιθυμούμε να ενισχυθεί από τους νέους ανθρώπους. Η Εκκλησία σήμερα για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας χώρος όπου πραγματοποιούνται ορισμένες τελετές (γάμοι, βαπτίσεις κλπ), ακούγονται ψαλμωδίες σε μια ακατανόητη γλώσσα περασμένης εποχής, ενώ στους τοίχους αναπαριστάνονται ασκητικές μορφές που μοιάζουν με ανθρώπινες -χωρίς να είναι- απουσιάζει η μουσική και κυριαρχεί η αίσθηση πως ο ναός δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εκκλησιαστικό μουσείο.
Ορισμένοι -ελάχιστοι- εμπνευσμένοι καλλιτέχνες όπως ο Τίνα Μάσχα, τηρώντας με προσοχή τις ισορροπίες ανάμεσα στα χαρακτηριστικά των Αγίων προσώπων της βυζαντινής αλλά και της δυτικής τέχνης, την ανατολική τεχνοτροπία της Ινδίας και της Κίνας αλλά και ίχνη της χρωματικής της αφρικανικής τέχνης, απελευθερώνει τα Άγια πρόσωπα από την τυπική βυζαντινή τεχνοτροπία και δίνοντάς τους μια πειστική απεικόνιση της πραγματικής -ανθρώπινης- όψης τους, επιτρέπει στις μορφές, όπως κινούνται μέσα σε άπλετο φως, να πλησιάσουν τον παρατηρητή ως γνωστά πρόσωπα που επιδιώκουν την προσέγγιση με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η αίσθηση του εξωπραγματικού και η πνευματική ενέργεια υποβάλλονται μέσα από το εκθαμβωτικό φως και τους πορφυρούς τόνους ' ο θεατής ελκύεται από την έκφραση των συναισθημάτων των αγίων προσώπων, που έρχονται προς το μέρος του με φιλική διάθεση και την τάση να ενισχύσουν την πίστη του ' όχι ως διώκτες της αμαρτίας ή ως αυτόκλητοι τιμωροί.
Η πρώτη επαφή με το έργο της Τίνας Μάσχα αφήνει τον θεατή έκθαμβο και αμέσως μετά, γαλήνιο, επειδή βρίσκει στον κάθε πίνακα εικόνες από όνειρα γνώριμα που ποτέ δεν είχε τολμήσει να φαντασθεί πως μπορούσαν να αποτυπωθούν με τέτοια φυσικότητα αλλά και τέτοια δύναμη πάνω στον καμβά. Η απελευθερωμένη από κάθε έννοια μίμησης ζωγραφική δημιουργία της Τίνας Μάσχα και η παρουσίαση ενός θρησκευτικού κοσμοπολιτισμού στο έργο της ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, ουσιαστικά, μια έννοια πνευματικής ανανέωσης, που αφορά κυρίως το περιεχόμενο των εικόνων, σήμερα αλλά και αύριο.

Ολοκληρώθηκε η έκθεση ζωγραφικής αγιογραφίας της Τίνας Μάσχα ' η έκθεση πλαισιώθηκε από εκκλησιαστικά αντικείμενα και χριστιανικά σύμβολα από την προσωπική Συλλογή της Γκαλερί Κουρντ - Κασσιανής 2 και Φαναριωτών (πάροδος Ιπποκράτους) - 114 71, Τel. +30 210 6426573, Fax +30 210 6426518, info@gallerykourd.gr και http://www.gallerykourd.gr/
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Απρίλιος 2009

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό

ΕΑΠ - Γιώργος Δημητρίου Χ. Αθήνα 13/5/2007


Η εργασία αυτή αποτελείται από δύο μέρη. Αρχικός σκοπός της εργασίας είναι να εξετάσει την έννοια του «φορντισμού» και του «μεταφορντισμού»[1] γενικά και να εκθέσει ορισμένες βασικές θέσεις και απόψεις στοχαστών που επιχειρούν να δείξουν σε γενικές γραμμές τα σημεία συνέχειας στα οποία συναντώνται και τα σημεία τομής στα οποία διαφοροποιούνται οι ανωτέρω έννοιες. Στη συνέχεια, θα επιχειρηθεί μια παράλληλη εξέταση των επιμέρους χαρακτηριστικών και μια σύγκριση των γνωρισμάτων του φορντισμού, του νεοφορντισμού και του μεταφορντισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρείται πως ο μεταφορντισμός αποτελεί την πλέον αξιόπιστη πρόταση οικονομικής ανάπτυξης και εργασιακής απασχόλησης στην εποχή μας.
Κατ’ αρχάς, ο Μπελ προτείνει το μοντέλο των «σταδίων ανάπτυξης» της κοινωνίας στο οποίο διακρίνει τρεις φάσεις της οικονομικής προόδου: την προβιομηχανική (λ.χ. γεωργία), τη βιομηχανική (λ.χ. μεταποίηση) και τη μεταβιομηχανική (λ.χ. παροχή υπηρεσιών), η οποία σκόπευε διαρκώς στην κατάκτηση νέων ευέλικτων μορφών παραγωγής.[2]
Όπως γράφει ο Giddens: «Απασχόληση ή δουλειά είναι η εργασία που παρέχεται ως αντάλλαγμα για ένα κανονικό ημερομίσθιο ή μισθό. Η εργασία είναι σε όλους τους πολιτισμούς η βάση του οικονομικού συστήματος, ή η οικονομία, η οποία αποτελείται από εκείνους τους θεσμούς που προνοούν για την παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών». [3] «Ένα από τα πλέον διακριτά χαρακτηριστικά του οικονομικού συστήματος των μοντέρνων κοινωνιών είναι η ανάπτυξη ενός εξαιρετικά σύνθετου και διαφορετικού καταμερισμού της εργασίας. Με άλλα λόγια, η εργασία είναι χωρισμένη σε ένα πελώριο αριθμό διαφορετικών επαγγελμάτων, στα οποία οι άνθρωποι ειδικεύονται».[4]
Όμως ενώ στις «παραδοσιακές κοινωνίες» οι άνθρωποι «ήταν οικονομικά αυτάρκεις» καθώς μπορούσαν να ικανοποιήσουν μόνοι τις ανάγκες τους, στις «μοντέρνες κοινωνίες» παρουσιάζεται μια «τεράστια εξάπλωση της οικονομικής εξάρτησης».[5]
Έτσι, παρουσιάστηκε η ανάγκη να χωριστεί η βιομηχανική οικονομία σε τρεις τομείς: στον «πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα». «Ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη «γεωργία, τα ορυχεία, την υλοτομία και την αλιεία. Στις πρώτες φάσεις της βιομηχανικής ανάπτυξης, οι περισσότεροι εργάτες βρίσκονται στον πρωτογενή τομέα». [6] Στη συνέχεια, η αυξημένη χρήση των μηχανών στα νεόκτιστα εργοστάσια οδηγεί πολλούς εργάτες στο δευτερογενή τομέα που ασχολείται με τη μετατροπή των πρώτων υλών σε «τυποποιημένα αγαθά», ενώ ο τριτογενής τομέας αναφέρεται κυρίως στην παροχή υπηρεσιών.[7]
Όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι μελετητές της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Δύσης κατά τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του, η οικονομική ανάπτυξη και η εργασιακή απασχόληση βασίστηκαν σε φαινόμενα όπως αυτά του φορντισμού, του τεϊλορισμού και του τογιοταϊσμού.
Σύμφωνα με τον Giddens, «φορντισμός είναι ο όρος» που προέρχεται από το επώνυμο του εμπνευστή του, Χένρυ Φορντ (1913) και «χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει το σύστημα της μαζικής παραγωγής που συνδέεται με την καλλιέργεια των μαζικών αγορών που αυτός δημιούργησε».[8] Παράλληλα, ο Αμερικανός Φρέντερικ Τέιλορ, εισήγαγε τον τειλορισμό: «μια προσέγγιση σε αυτό που ονόμασε επιστημονική διαχείριση και εμπλέκεται στη λεπτομερή μελέτη των βιομηχανικών διαδικασιών [εργασιών], ώστε να τις κατατμήσει σε απλές λειτουργίες που θα μπορούσαν να είναι χρονομετρημένες και οργανωμένες με απόλυτη ακρίβεια».[9] Ακόλουθα, ο Ιάπωνας Τογιόντα διαμόρφωσε τον λεγόμενο τογιοταϊσμό, δηλαδή ένα ανώτερο μοντέλο ανάπτυξης της παραγωγής το οποίο, κυρίως στα αρχικά του στάδια, εκτός από την «απόλυτη εμμονή στην εργασία και τις ατελείωτες ώρες που απαιτούσε», προέβλεπε πως το προσωπικό μέσα στις «εγκαταστάσεις της εταιρείας» θα «διοικούνταν όπως μια στρατιωτική μονάδα», υποφέροντας, κάτω από «χαμηλά επίπεδα υγιεινής» και «καταπιεστικές συνθήκες εργασίας».[10] Δηλαδή, ουσιαστικά ο φορντισμός επεκτείνει τον βιομηχανισμό στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις και οργανώνει με ορθολογικό τρόπο τις εργασιακές δραστηριότητες με τη συμβολή του τεϊλορισμού, ώστε να ικανοποιήσει την διαρκώς αυξανόμενη καταναλωτική ζήτηση.
Ως «βιομηχανισμός»[11] ή αλλιώς «βιομηχανοποίηση» ορίζεται «η συστηματική επιδίωξη αναπτύξεως της βιομηχανίας μιας χώρας», δηλαδή «η μετατροπή» της χώρας «από γεωργική σε βιομηχανική», η «μετατροπή της βιοτεχνίας σε βιομηχανία», «η εκμετάλλευση της πρώτης ύλης με βιομηχανικά μέσα», «η μαζική» παραγωγή τυποποιημένων «κοινωνικών και πνευματικών αγαθών» με αποτέλεσμα την απόδοση τεράστιων κερδών που μεγιστοποιούνται με την «εισβολή της τεχνολογίας» και την αύξηση της κατανάλωσης στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου.
Ως κατανάλωση[12] από τον άνθρωπο, ορίζεται «η απορρόφηση (αγαθού, προϊόντος, υπηρεσίας κ.λπ.) για την κάλυψη αναγκών» όπως αυτές της διατροφής, της ένδυσης, της υπόδυσης, της στέγασης, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κ.λπ.
Επίσης, ως μεταβιομηχανισμός[13] θεωρείται «η εποχή που ακολουθεί την υψηλής κλίμακας βιομηχανοποίηση (βιομηχανική εποχή), όπως θα εξεταστεί παρακάτω, ενώ, ως παγκοσμιοποίηση[14] ορίζεται «η δημιουργία μιας παγκόσμιας οικονομικής ζώνης, μιας παγκόσμιας αγοράς, όπου τα προϊόντα θα κινούνται ελεύθερα. η μετατροπή της οικουμένης σε μια ενιαία οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επικράτεια».
Κατά συνέπεια, «ο φορντισμός είναι μια βιομηχανική εποχή» η οποία χαρακτηρίζεται από νέα «συστήματα παραγωγής» που εγκαινίασε «ο Χένρι Φορντ» και «στηρίζονταν σε τέσσερις» βασικές «αρχές»: α) τυποποίηση των προϊόντων με τον ίδιο τρόπο στη γραμμή συναρμολόγησης, β) μηχανοποίηση ορισμένων καθηκόντων εργασίας των εργαζόμενων ώστε να εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο σκοπό παραγωγής ενός προϊόντος, γ) ανασχεδιασμός όσων καθηκόντων εργασίας των ανθρώπων δεν μπορούσαν να μηχανοποιηθούν μέσα από την «επιστημονική διαχείριση (τεϊλορισμός), και δ) «η γραμμή ροής» που επέτρεψε στους εργάτες να μην χάνουν χρόνο στις μετακινήσεις προς το προϊόν, αφού τώρα αυτό «περνούσε μπροστά» τους.[15]
Παράλληλα, όμως, ο φορντισμός επέβαλε την γραφειοκρατική δομή της εργασίας που υπηρετούσε την κεντρική διαχείριση και την ιεραρχία και βασιζόταν στην στελέχωση των εργοστασίων από ημι-ειδικευμένο εργατικό προσωπικό.[16] Με την προσθήκη νέων μηχανών στα εργοστάσια, το ανδρικό προσωπικό πλήρους απασχόλησης άρχισε να αντικαθίσταται σταδιακά από γυναικείο προσωπικό μερικής απασχόλησης με σκοπό την κερδοφορία.[17]
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το φορντικό μοντέλο παραγωγής που αρχικά εφαρμόστηκε στην αυτοκινητοβιομηχανία του Φορντ, έφερε μια επανάσταση σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων κατά τον 20ό αιώνα, από την τυποποίηση των τροφίμων έως ακόμα και την παραγωγή πλοίων, καθώς το υψηλό κόστος λειτουργίας των μηχανημάτων εξειδικευμένης χρήσης υπερκαλυπτόταν σε πολλαπλάσιο βαθμό από τη μαζική κατανάλωση που εξασφάλιζαν οι «προστατευόμενες εθνικές αγορές».[18]
Άλλωστε, αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι ο τεϊλορισμός με τον απόλυτο και λεπτομερειακό καταμερισμό των εργασιακών δραστηριοτήτων είχε δημιουργήσει εκείνη την εποχή έναν υψηλόμισθο απρόσωπο εργάτη απογυμνωμένο από κάθε εργασιακή δεξιότητα, ακόμη και από την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή του, με τέτοιο τρόπο ώστε να διαχωρίζει την πνευματική από τη χειρωνακτική εργασία.
Μια από τις πλέον άμεσες συνέπειες αυτών των πρακτικών του τεϊλορισμού ήταν να συγκροτηθεί ένα σύστημα από βιομηχανικά εργατικά συνδικάτα που μέσα από απεργίες και συγκρούσεις, διεκδικούσε μέσω διαπραγματεύσεων την αξιολόγηση των μισθολογικών επιπέδων των εργαζόμενων με βάση ανθρώπινα κριτήρια (περισσότερη ειδίκευση, ανάπτυξη πρωτοβουλιών) σε ολόκληρο το εύρος των οικονομικών και εργασιακών δραστηριοτήτων από τον πρωτογενή έως και τον τριτογενή τομέα.
Εφόσον το φορντικό μοντέλο συνέχισε να λειτουργεί ακολουθώντας τις πρακτικές του τεϊλορισμού, οι εργατικές αντιδράσεις εντάθηκαν, με αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της ζήτησης, τη μείωση της παραγωγικότητας, την «πτώση των κερδών» και την ακόλουθη «μείωση των επενδύσεων» στη βιομηχανία, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η απάντηση του φορντισμού σε αυτή την κρίση περιελάμβανε την «κατευθυνόμενη αύξηση της ζήτησης», τη συγκράτηση της κρατικής «εισοδηματικής πολιτικής» και την ανάπτυξη της δυνατότητας «πρόβλεψης της ζήτησης» μέσα από την εξειδίκευση των αγορών.[19] Η εξειδίκευση των αγορών, γίνεται από τους ερευνητές της αγοράς με καταμερισμό του αγοραστικού κοινού σε κατηγορίες ανάλογα με την ηλικία, το εισόδημα, το επάγγελμα, το είδος της κατοικίας, την εντοπιότητα και στηρίζεται στην παραγωγή καινοτομιών στην οργάνωση της ευέλικτης μεταποίησης προϊόντων που σε σημαντικό βαθμό διαμορφώνουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής.[20]
Ο μεταφορντισμός αντιπροσωπεύει ουσιαστικά την μετεξέλιξη του φορντισμού σε ένα αναβαθμισμένο σε σχέση με το παρελθόν τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Έτσι, ένα από τα κοινά γνωρίσματα του νεοφορντισμού και του μεταφορντισμού είναι ο συσχετισμός από τους νεοφορντιστές των νέων τεχνολογιών «με την εργασιακή αποειδίκευση» και την ταυτόχρονη αύξηση της συγκεντρωτικής διαχείρισης, ενώ οι μεταφορντιστές θεωρούν τις νέες τεχνολογίες ως μηχανισμό ανάπτυξης νέων δεξιοτήτων σε ένα εργατικό δυναμικό που μπορεί με αυτό τον τρόπο να εξελιχθεί σε πολυ-ειδικευμένο.[21]
Σχετικά με την κατανάλωση, ο Μάρεϋ τη συνδέει με τις «αλλαγές στον τρόπο που παράγονται αγαθά και υπηρεσίες εφόσον έχουν αμβλυνθεί τα παλαιότερα εθνικά ή τοπικά οικονομικά κριτήρια της κατανάλωσης με νέες πολυ-πολιτισμικές και πλουραλιστικές αντιλήψεις σε όλες τις χώρες της Δύσης.
Συνεπώς, οι νεοφορντιστές και οι μεταφορντιστές φαίνεται να συμφωνούν ότι οι ταξικές σχέσεις που διαμορφώνουν την ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, επιταχύνουν σήμερα τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομικής ζωής στα καθεστώτα συσσώρευσης. Με τον τρόπο αυτό, η «γνώση» και η «πληροφορία» που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτικές αγορές «συντονίζουν αποτελεσματικότερα την παγκόσμια ζήτηση» και επηρεάζουν άμεσα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.[22]
Είναι κοινή διαπίστωση πως ο νεοφορντισμός αποτελεί τη φυσική εξέλιξη του φορντισμού, ενώ ο μεταφορντισμός σηματοδοτεί την έναρξη της εποχής της πληροφορίας και της εντατικής εργασίας με σκοπό την κερδοφορία, ως απάντηση στην οικονομική κρίση που πλήττει έως τώρα τις οικονομικά ισχυρές χώρες της Δύσης.
Χαρακτηριστικό οικονομικό και εργασιακό φαινόμενο της εποχής του μεταφορντισμού είναι ο τογιοταϊσμός. Όπως ο Φορντ λέγεται ότι εμπνεύσθηκε το σύστημα παραγωγής που πήρε το όνομά του από τα «σφαγεία» ζώων στο Σικάγο,[23] έτσι στη συνέχεια και ο Τογιόντα, εμπνεύσθηκε το μοντέλο παραγωγής του τογιοταϊσμού από τον τρόπο λειτουργίας ενός αμερικανικού πολυκαταστήματος. Δηλαδή ο Τογιόντα «εφάρμοσε» στην ομώνυμη αυτοκινητοβιομηχανία του το λεγόμενο «σύστημα άμεσης ανταπόκρισης» μεταξύ των ανταλλακτικών και της γραμμής συναρμολόγησης, παράγοντάς τα αυθημερόν και τοποθετώντας τα δίπλα σε αυτή.[24] Με την σχεδίαση αυτή ο Τογιόντα κατάφερε να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό τον αριθμό των ανταλλακτικών και των λειτουργιών, ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξε ένα σύστημα αυτοματοποίησης και ελέγχων ποιότητας των προϊόντων που ελεγχόταν από ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Είναι, λοιπόν, σαφές ότι ο Τογιόντα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσλειτουργίες του τεϊλορισμού με την εισαγωγή νέων μεθόδων ελέγχου και οργάνωσης της εργασίας. Συγκεκριμένα, ο τογιοταϊσμός, σε απάντηση της απόλυτης και μονομερούς εξειδίκευσης των εργατών του φορντισμού και του τεϊλορισμού, δημιούργησε τον θεσμό του πολυειδικευμένου εργάτη, ο οποίος πέρα από τη «μεταποίηση» είχε επίσης τη δυνατότητα να εργάζεται για τη συντήρηση και τη βελτίωση των προϊόντων. αρμοδιότητες που ο φορντισμός ανέθετε στην κεντρική διαχείριση. Έτσι, στο μεταφορντισμό ο εργάτης καλείται να εργαστεί πλάι στις μηχανές και όχι στη θέση των μηχανών, όπως συνέβαινε με τον φορντισμό.[25] Επίσης, αυτό το ιαπωνικό σύστημα παραγωγής προέβλεπε την εξασφάλιση «εφ’ όρου ζωής» εργασίας, πρόνοιας και ασφάλειας στους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο να μην υπάρχει αντικείμενο διεκδίκησης από την πλευρά των εργοστασιακών εργατικών συνδικάτων προς το μέρος των εργοδοτών ήδη από το 1950.[26] Αναπτύχθηκε δηλαδή, στον τογιοταϊσμό, ένα σύστημα υψηλής εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων που στηρίζεται στη ρεαλιστική διαχείριση της εκπαίδευσης των ομάδων του εργατικού δυναμικού, σε αντίθεση με το φορντισμό και τον τεϊλορισμό, που χαρακτηρίζονται από ένα αντίστοιχο σύστημα χαμηλής εμπιστοσύνης ανάμεσα στους φορείς της παραγωγής.[27]
Πάντως, μια δυσλειτουργία στις μεταφορντικές εργασιακές σχέσεις προέκυψε από τη διαφοροποίηση ανάμεσα στους υψηλόμισθους εργαζόμενους που απασχολούνται σε κεντρικές εργοστασιακές μονάδες και σε αυτούς που βρίσκονται σε περιφερειακές και αμείβονται χαμηλά, καθώς έχουν να διεκπεραιώσουν λιγότερο σημαντικές εργασίες, ενώ τους παρέχεται υποβαθμισμένη ασφάλεια και πρόνοια.[28]
Μια άλλη χαρακτηριστική λειτουργία του μεταφορντισμού είναι οι αμφίδρομες σχέσεις που αναπτύσσονται «ανάμεσα σε πελάτες και προμηθευτές και σε ειδικευμένους παραγωγούς του ίδιου κλάδου», με αποτέλεσμα ο συνεργατισμός στις ιαπωνικές επιχειρήσεις να έχει αποφύγει τον αδυσώπητο ανταγωνισμό που υφίστανται οι χώρες της Δύσης, εφόσον έχουν υιοθετήσει σχεδόν αποκλειστικά τον φορντισμό και τον τεϊλορισμό, όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ.
Γενικά, στη λειτουργία τόσο του μεταφορντισμού όσο και του φορντισμού, μεγάλη σημασία δίνεται στην ευελιξία που οφείλουν να έχουν οι εργοστασιακές « εγκαταστάσεις», «τα μηχανήματα», «τα προϊόντα» και «η εργασία», με στόχο την επίτευξη της υψηλότερης δυνατής ποιότητας προϊόντων.
Πάντως, οι μεγάλες εταιρείες, στην εποχή του μεταφορντισμού, έχουν περισσότερο οριζόντιες ιεραρχίες, σε αντίθεση με την εποχή του φορντισμού, ενώ επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των αγορών με την αξιοποίηση νέων πληρο-φοριακών συστημάτων και μιας νέας πολυπολιτισμικής επιχειρηματικής προσέγ-γισης. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Τουρέν, στη δεκαετία του 1960, η νέα κοινωνική διαίρεση που προέκυψε από την σύγκρουση των θέσεων των τεχνοκρατών και των γραφειοκρατών του φορντισμού από τη μια και των εργατών, των φοιτητών και των ανέργων του μεταφορντισμού από την άλλη, οδήγησε στην εκδήλωση κοινωνικών κινημάτων, πέραν όσων αντιτίθονταν στον φορντισμό (π.χ. εργατικό, φοιτητικό, γυναικείο), όπως το περιβαλλοντικό - με ένα ευρύτερο πολιτικό και υπερταξικό χαρακτήρα.[29]
Σε αυτή την εργασία, παρουσιάστηκε πρώτα, η μορφή και τα κύρια στοιχεία του βιομηχανικού φορντισμού και νεοφορντισμού ως ανταγωνιστικού οικονομικού συστήματος που υιοθετήθηκε από τις χώρες της Δύσης, όπως για παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ και η Βρετανία, κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Ύστερα, αναλύθη-κε η ουσία και τα ειδικά χαρακτηριστικά του μεταβιομηχανισμού ή μεταφορντισμού ή πληροφορισμού, ως συνεργατικού-ανταγωνιστικού οικονομικού συστήματος, σε σχέση με τα αντίστοιχα στοιχεία του φορντισμού, όπως αναπτύχθηκε κυρίως στην Ιαπωνία μετά τα μέσα του 20ού αιώνα.
Καταληκτικά, υποστηρίχθηκε η θέση πως παρότι η μαζική βιομηχανία και οι μαζικές αγορές θεωρούνταν πριν από λίγα χρόνια κορυφαία επιτεύγματα της βιομηχανικής προόδου, φαίνεται να έχουν ήδη ξεπεραστεί από τη δυναμική εισβολή της πληροφορίας ως οργάνου έκφρασης μιας νέας μορφής οικονομικής νεωτερικότητας στην εποχή μας, καθώς ο φορντισμός δεν κατόρθωσε να επιδείξει την αναγκαία για την εδραίωσή του ευελιξία στην παραγωγή.

Βιβλιογραφία

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ
Hall S., Held D., McGrew A., Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 22003, σ. 249-323.
Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 2002, σ. 366, 856, 1080, 1296.

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ

Giddens, A. Sociology. Polity Press, Cambridge 1995, p.p. 294-295, 490-523.
[1] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 311-312.
[2] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 254.
[3] A. Giddens, 1995. Sociology. Polity Press, Cambridge, p. 491.
[4] A. Giddens, ο.π., σ. 491.
[5] A. Giddens, ο.π., σ. 491-492.
[6] A. Giddens, 1995. Sociology. Polity Press, Cambridge, p. 492.
[7] A. Giddens, ο.π., σ. 493.
[8] A. Giddens, ο.π., σ. 494.
[9] A. Giddens, ο.π., σ. 494.
[10] A. Giddens, ο.π., σ. 294-295.
[11] Γ. Μπαμπινιώτης , Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 2002,σ. 366.
[12] Γ. Μπαμπινιώτης , ο.π., σ. 856.
[13] Γ. Μπαμπινιώτης , ο.π., σ. 1080.
[14] Γ. Μπαμπινιώτης , ο.π., σ. 1296.
[15] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και
Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 311-312.
[16] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 270.
[17] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 252.
[18] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 312-313.
[19] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 315-316.
[20] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 316-318.
[21] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 279.
[22] S. Hall, D. Held, A. McGrew, ο.π., σ. 281.
[23] Giddens, A. Sociology. Polity Press, Cambridge 1995, p. 494.
[24] S. Hall, D. Held, A. McGrew, S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 318.
[25] Giddens, A. Sociology. Polity Press, Cambridge 1995, p. 499.
[26] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 319.
[27] Giddens, A. Sociology. Polity Press, Cambridge 1995, p. 498.
[28] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 320.
[29] S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική και Πολιτισμός, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 256-257.


Η εικόνα προέρχεται από τον τόπο: http://www.abcgallery.com/E/ernst/ernst3.html

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Ένα τραγούδι: αφιέρωμα στη μνήμη του Γιώργου Ζαμπέτα!

Στίχοι: Γιώργος Ζαμπέτας
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ζαμπέτας



Αποσπάσματα από έρωτες

Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου.
Εκείνη μονάχη της,
έψησε ένα καφεδάκι,
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη της,
πήρε τον πρώτο τόμο από
τ' απομνημονεύματά της,
ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα.
Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά
πράγματα. Μα σαν έφτασε στη
σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια
εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι
έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά,
έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν,
αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε
παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος εκ των υστέρων
απεδείχθη ακατάλληλος.
Κι έτσι "καθαρίσανε" ένα βράδυ
που το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.
Σελίδα 9 του εβδομηκοστού
τετάρτου τόμου.
Έγραφε οτι ήτανε καλοκαιριάκι
οτι είχε βγει στην παραλία
να κάνει το μπάνιο της.
Εκεί γνώρισε ένα νεαρό,
τον επλησίασε, ανταλλάξανε
μερικές κουβέντες και τον
ρώτησε για τ' όνομά του.
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι
Φριτς. Τον αγάπησε τρελά. Αλλά
σαν μπήκε το φθινόπωρο, αυτός
την πούλεψε για την πατρίδα του
και κείνη ξέμεινε μόνη της,
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε,
ράιτ θρου.
Σελίδα 6, Άρθρο Βου,
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου.
Έγραφε οτι πήγε και τον
εσυνάντησε και του είπε οτι
θα έπρεπε να γίνει ο γάμος.
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση και
προσδιορίστηκε Πέμπτη ώρα μηδέν
και τριάντα τρία πρώτα και
σαράντα εννέα δεύτερα.
Η μέρα πλησίασε,
εκείνη για να πάει να παντρευτεί,
μπήκε στο μπάνιο της,
έριξε τα αποσμητικά της,
τα απορρυπαντικά της, ντύθηκε,
φόρεσε το νυφικό ενώ απ' όξω
το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.

Αυτή είναι
η ιστορία μιας κυρίας.

-
Αποσπάσματα από Έρωτες (Part II) Πάρτη Του
-
Συστημένη επιστολή
Μετά το γάμο, δεν πέρασε πολύς καιρός
αυτός ένα βράδυ, πήρε δρόμο κι εξηφανίσθη
Οι λόγοι, της εξαφανίσεώς του
ήτανε τελείως μυστικοί
Εκείνη, πάλι ξέμεινε μόνη της
άναψε ένα τσιγαράκι, κίνγκ σάιζ
σηκώθηκε, πήγε ετάισε τους κύνας
τάισε και τας γαλάς
και καθήμενη στο ράντζο
απολάμβανε τη φύση
η οποία εκείνη τη βραδιά
ήτανε θλιμμένη, πολύ θλιμμένη
σκοτεινή και μαύρη
και η βρόχα έπιπτε ράι θρου
Πέρασαν χρόνια και χρόνια, κι αυτή τον
περίμενε
κι όλο τον περίμενε, ξαπλωμένη στην
ντιβανοκασέλα της
σηκώθηκε πήγε στο γκάρντεν, βγήκε απ' το
γκάρντεν
ξαναπήγε ξαναξάπλωσε, όταν ξαφνικά
άκουσε να χτυπάει το κουδούνι
Βγήκε και ήρθε αντιμέτωπη με τον ταχυδρόμο
Της έφερε ένα γράμμα συστημένο, από τα
μακρινά
Το πήρε με λαχτάρα, υπόγραψε στο κιτάπι
του
ταχυδρομικού διανομέα, το άνοιξε κι άρχισε
να το διαβάζει: Κεντρική Ευρώπη του μηνός τάδε,
ημέρα τάδε και ώρα τάδε και κάτι ψηλά,
κάθετος και παύλα
σου έρχομαι μετά από χρόνια, να σου πω το
γκουντ μόρνινγκ μου
με το χάου αρ γιού μου, να σου ρίξω κι ένα
αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου
για να καταλάβεις ότι μέχρι τώρα δεν σε
ξέχασα
αλλά οι ασχολίες μου με τα τέσσερα παιδιά
δεν μου επέτρεψαν να επικοινωνήσω τόσα
χρόνια μαζί σου
διότι ο ένας μου γιός σπουδάζει στην Ελβετία
πολιτικές επιστήμες
ο άλλος μου γιός είναι στο Μπερναμπούκο
σπουδάζει δερματολογία
η κόρη μου αντικιτέρρρρρρρρρ στη Γαλλία
και το μεγαλύτερο μου παιδί απ' όλα
πηγαίνει από την Ουρακοτάγκα στην Ουγκάντα
κι έχει ο Θεός κάποτε ίσως σε συναντήσω,
αμήν.
Εκείνη δάκρυσε για το χαμένο έρωτα
έκλεισε το γράμμα, αποκοιμήθηκε απάνω στο
γράμμα
με τις παλιές αναμνήσεις
ένα βράδυ που το φεγγάρι δε βγήκε
και η βρόχα έπεφτε ράι θρου.


Οι στίχοι προέρχονται από τον τόπο: http://www.stixoi.info/