liberation: not a gift, not a self-achievement, but a mutual process (απελευθέρωση: όχι ένα δώρο, όχι αυτο-επίτευγμα, αλλά μια κοινή πορεία)
Οι άνθρωποι, με το λόγο τους, αλλάζουν την πραγματικότητα δίνοντας ονόματα στα πράγματα και τις έννοιες. Ο διάλογος είναι μια γλωσσική μέθοδος που προκαλείται από την ανάγκη επικοινωνίας μέσα από την οποία οι άνθρωποι αποκτούν νόημα ως άνθρωποι. Ο διάλογος συνδέει τη σκέψη και την πράξη των διαλεγόμενων και χρησιμοποιείται ως εργαλείο που επιχειρεί να αλλάξει και να εξανθρωπίσει τον κόσμο. Ο διάλογος αυτός δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλή κατάθεση ή ανταλλαγή ιδεών ανάμεσα σε δύο άτομα με σκοπό οι ιδέες μόνο να καταναλωθούν. «Αλλά ούτε μπορεί να έχει την μορφή ενός επιχειρήματος εχθρικού, πολεμικής, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ανέλαβαν να ονομάσουν [την] πραγματικότητα ή να ερευνήσουν την αλήθεια, αλλά μάλλον αποσκοπούν στο να επιβάλουν τη δική τους αλήθεια στους άλλους. Και επειδή ο διάλογος είναι μια συνάντηση ανθρώπων που ονομάζουν την πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι μια κατάσταση όπου μερικοί ονομάζουν την πραγματικότητα για λογαριασμό άλλων. Είναι μια πράξη δημιουργίας. Δεν μπορεί να χρησιμεύει ως δόλιο όργανο για την εξουσίαση ανθρώπου από άλλον».
Η μόνη μορφή κυριαρχίας που επιτρέπεται στο διάλογο είναι ο έλεγχος της «πραγματικότητας από τους διαλεγομένους, η κατάκτηση του κόσμου για την απελευθέρωση των ανθρώπων». Απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει ο διάλογος είναι «μια βαθιά αγάπη για τον κόσμο και για τους ανθρώπους». [...] «Η αγάπη είναι συγχρόνως το θεμέλιο του διαλόγου και ο διάλογος ο ίδιος». —Πάουλο Φρέιρε, Η αγωγή του καταπιεζόμενου, μτφρ. Γιάννη Κρητικού (ανατύπωση Κέδρος, 2009, σ.103).
Τα μέρη του κειμένου μέσα στα εισαγωγικά αποτελούν αποσπάσματα από το άρθρο του Νεόφυτου Δημητρίου Ο Διάλογος είναι Αγάπη που αναδημοσιεύονται εδώ από τη διεύθυνση: http://www.phigita.net/~k2pts/blog/ όπου παρουσιάστηκε στις 9 Νοεμβρίου 2005.
Το κυνηγητό και το κρυφτό δεν ήταν από τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Πάντα μου άρεσε να περπατάω με τις ώρες σε δασικά μονοπάτια ή να παρατηρώ αρχαιολογικούς χώρους. Τα μονοπάτια δεν μπορούσα να τα βρω στην πόλη, αλλά χάρη στο Θεό της Ελλάδος, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο αρχαιολογικό πάρκο.
Παλιότερα κατέβαινα συχνά στο Μοναστηράκι τις Κυριακές το πρωί. Περιδιάβαινα, ψώνιζα βιβλία ή μικροπράγματα, παλιά ή και καινούργια. Εκείνη την εβδομάδα, επειδή ήταν άνοιξη είπα να κατεβώ Σάββατο -καλή ώρα- και άρχισα τη βόλτα μου από τη γνωστή διαδρομή: Σταθμός τραίνου-Πλατεία Μοναστηρακίου- Ηφαίστου - Άγιος Φίλιππος - Αδριανού - Θησείο - Διονυσίου Αρεοπαγίτου και επιστροφή. Καθώς γύριζα και μόλις είχα μπει στην Αδριανού, αισθάνθηκα ένα δροσερό αεράκι και μάλιστα αρωματισμένο να περνάει δίπλα μου και το άρωμα ήταν τόσο ελκυστικό που το ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άρωμα ανήκε σε μια ψηλόλιγνη φιγούρα που κινιόταν γρήγορα σαν ελάφι και χρειάστηκε να βιάσω το βήμα μου για να την προλάβω. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα δυό χαμογελαστά αντρικά πρόσωπα να με πλησιάζουν από δεξιά και αριστερά σαν να ήθελαν να με ρωτήσουν για "που τόβαλα;" ' ήταν η ακολουθία του "αερικού". Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει περισσότερο από όσο κάποιος που σέβεται τον προσωπικό χώρο του άλλου και σταμάτησα απότομα. Τα άτομα που με πλησίασαν σαν να κατάλαβαν τι αισθανόμουνα και χαμογέλασαν συγκαταβατικά, με κοίταξαν φιλικά και μόνο που δεν με χτύπησαν στην πλάτη να μου πουν συμπονετικά: "καταλάβαμε, κι εμείς το πάθαμε όταν γνωρίσαμε τη Μελίνα για πρώτη φορά!" Όπως καταλάβατε, το πρόσωπο που ακολούθησα για λίγα μέτρα μαγεμένος ήταν η Μελίνα Μερκούρη, που βέβαια αναγνώρισα όταν γύρισε να με κοιτάξει ήρεμη αλλά και απορημένη που διέκοψα για μια στιγμή την "έφοδό" της στο Μοναστηράκι ' γιατί φάνηκε κάπου να πηγαίνει βιαστική. Δεν μιλήσαμε ποτέ, δεν γνωριστήκαμε, αλλά αυτό με διευκολύνει να σας μεταφέρω τον αέρα της, μετά από τόσα χρόνια, τόσο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά όσο αξίζει σε μια ψυχή.
Αφιερωμένο στη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη (6 Μαρτίου).
Το 1909 µε βρέσκει πέντε χρονώ παιδάκι. Ήµουνα από τότες κιµπάρης. Σφιχτοδεµένος. Είχα πρώιµη ανάπτυξη. Παρατήραγα δεξιά αριστερά. Σφουγγάρι. Τα µάτια µου αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού. Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα, εκεί που μιλούσαν οι γέροι, οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα. Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες. Όταν ιστορούσανε. Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα. Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά. Επάγαινα στις γκάιντες, εκεί που τραγουδάγανε. Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι. Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε, μπαλωµένα φορήγαµε. Παπούτσια ούτε για δείγµα. Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι. Και µονοφόρι. Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο, το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει. Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς. Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια. Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή. Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε. Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης. Βούταγα µια βάρκα και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα. Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου. Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν. Είχα µονίµως µια φούντωση,. Έτσι ενθυµούµαι. Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο. Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά. Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες. Υπήρχαν και τα ντρίλια. Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά. Λόγω στολής. Τα γράµµατα τ' αγάπησα, τα 'παιρνα στον αέρα. Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας. Κιµωλίες µε το δελτίο, πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο. Βιβλία δεν είχαµε. Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου. Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία, ξαµολιόµουνα στα χωράφια και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα. Το 'λεγα πολλές φορές. Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα κι έβαζα και δικά µου µέσα. Ό,τι µου 'ρχότανε. Το µεγάλωνα. Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση, την έλεγα και την ξανάλεγα. Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα, του ξηγιόµουνα αβέρτα. Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη. Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο. Τους Άθλους του Ηρακλέους. Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες τους έβλεπα οµπρός µου. Και τις ναυµαχίες. Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα. Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν. Ταίριαξαν µε την ψυχή µου. Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού. Ήµαστε ζόρικοι. Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι. Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα. Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες. Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του. Και µε την βέργα του τον έδερνε. Να και τούτη, να και κείνη. Και του καρούλιαζε τα χέρια. Όταν έµαθα την αλφαβήτα, γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα. Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι. Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις. Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά. Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα. Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση. Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια. Από µικρό παιδάκι στα βάσανα. Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει, να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε. Πώς να θρέψει τρία παιδιά; Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει. Είχα κλίση στα γράµµατα. Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα, ξανάπαθα ζηµιά. Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους, Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά. Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος. Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία. Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα. Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα. Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης και ξέβγαινα όξω τες νύχτες, µπας και τους συναντήσω. Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις. Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα. Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912, επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη και άφησα το σχολείο για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά. Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα. Τον Λεονάρδο. Και τον Φραγκίσκο. Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε. Από δουλειά σε δουλειά, εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης. Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα. Τους τίτλους. Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια. Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».
Η σύγχρονη μεγαλούπολη στην οποία έχουμε μεγαλώσει ή ζήσει κάποια διαστήματα της ζωής μας οι περισσότεροι από εμάς, είναι ένα σαθρό σύστημα που φαίνεται να δημιουργήθηκε από την ανάγκη των ηρώων της να αυτοκαθοριστούν και συντηρείται από τη συνήθειά τους να επιβιώνουν.
Αν ξαναγυρίζονταν σήμερα γνωστές κινηματογραφικές ταινίες, ίσως να είχαν τίτλους όπως: «Επάγγελμα: τρομοκράτης» ή «Οι δύο μέρες του τρομοκράτη».
Οι ήρωες της Νατάσας Ζαχαροπούλου κινούνται με τρόπο άμεσο, καίριο για τις επιδιώξεις τους και απόλυτα κατανοητό για τον αναγνώστη και με τον τρόπο αυτό τον παρασύρουν να παρακολουθήσει τις δραστηριότητές τους από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του μυθιστορήματος βρίσκουν διέξοδο σε επικίνδυνα ή, πάντως, μη συμβατικά χόμπυ, ώστε να δώσουν νόημα και κατεύθυνση σε μια ζωή -στη ζωή τους- που τους επιβλήθηκε από τρίτους (γονείς, εξουσία, πολιτεία).
Η «ακτινογραφία μιας σκιάς» που κινείται στο σκοτάδι γίνεται οικεία έως και φιλική σε κάποιες στιγμές για τον αναγνώστη, γιατί η Ν.Ζ. δεν φοβάται τον άνθρωπο όσο σκοτεινές κι αν είναι οι απόψεις ή οι επιδιώξεις του, τον αναλύει και τον παραδίδει μέσα από μια ιδιόμορφη κάθαρση στον αναγνώστη ως εξημερωμένο άγριο ζώο της ζούγκλας που δεν απειλεί πλέον τη ζωή του, με χιούμορ και συμπάθεια. Η αστυνομική πλοκή αποτελεί τη σταθερή δομή του μυθιστορήματος και ο ερωτισμός τη συνεκτική ουσία προσώπων και συναισθημάτων.
Η συγγραφέας μέσα από την ιστορία που πλάθει, βρίσκει την ευκαιρία να κάνει επιλεκτικές επισημάνσεις και κριτικά σχόλια για τις σχέσεις των δύο φύλων, τον ρόλο κάθε φύλου στις κοινωνικές διεργασίες, τη θέση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και τη μοναξιά που περιβάλλει τα πρόσωπα του μύθου.
Η «συμμετοχή» μου στην πλοκή του μυθιστορήματος εξασφαλίστηκε αβίαστα από την πρώτη σειρά του έχοντας το πλεονέκτημα πως ήμουν εκ των προτέρων αόρατος και επομένως εξασφαλισμένος, ανεξάρτητα από το μέγεθος του κινδύνου που θα μπορούσα να διέτρεχα.
Έχω επομένως εξαιρετικά θετική γνώμη για το μύθο της ιστορίας και αν μου επιτρεπόταν να έχω άποψη για τον τίτλο θα έλεγα πως «Η ζωή είναι και εδώ» αλλά και αλλού, όμως εδώ, εξελίσσεται στην υλική της μορφή και επομένως οι διαδικασίες είναι και απτές και μετρήσιμες, ενώ ακόμη δεν έχουμε ανακαλύψει τρόπους να υπολογίζουμε με ακρίβεια το άυλο και ίσως να μην το καταφέρουμε ποτέ.
Αφιερωμένο στους ευζώνους που δεν εγκατέλειψαν το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη που βρίσκεται μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων. Αυτή η ήττα των σκοτεινών σκιών που κρύβονται για να τραυματίσουν τη Δημοκρατία είναι εξαιρετικά συμβολική και τη θεωρώ σημαντικότερη από τη σύλληψη των μελών της 17Ν. Αυτοί οι τρεις άντρες -οι δύο σκοποί και ο λοχίας- είχαν τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν την έκρηξη μιας βόμβας από πολύ κοντά και έμειναν εκεί!
Σημείωση:
Η περίεργη αυτή οργάνωση: "Συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς" έχει επιλέξει έως τώρα να χτυπήσει βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως ανήκει στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Όμως ο τίτλος, δεν σας θυμίζει τη διακήρυξη ενός πυρομανούς που είναι περήφανος για τη διαστροφή του και αναζητά πολιτικά ερείσματα για να τη στηρίξει; Η έννοια, πάλι της συνωμοσίας εμπεριέχει ιδεολογική ταύτιση των μελών της ομάδας αυτής που συναντάται μόνο σε ολοκληρωτικές νοοτροπίες περασμένων εποχών, αλλά και διασυνδέσεις της οργάνωσης με παράκεντρα εξουσίας. Παράλληλα, οι πρόχειρες όσο και κουτοπόνηρες πρακτικές της ομάδας αυτής (χρήση χυτρών μαγειρικής, προσβολή εθνικών συμβόλων), όπως επίσης και η δήλωσή τους πως θα ειδοποιούν με λεπτομέρειες σχετικά με το τόπο και το χρόνο που θα εκραγεί μια βόμβα για να μην υπάρχουν θύματα, επειδή "αγαπούν τους Έλληνες πολίτες" αλλά όχι την κοινοβουλευτική δημοκρατία, παραπέμπουν μάλλον προς την ακροδεξιά. Όπως ανέφεραν και τα τηλεοπτικά δελτία επιλέχθηκε η ώρα της έκρηξης να συμπέσει με το χρόνο μετάδοσης των κεντρικών ραδιοτηλεοπτικών δελτίων. Γιατί; Κάποιος "παρα-δημοσιογράφος" το σχεδίασε; Σημειώστε επίσης ότι ο Γ. Καρατζαφέρης, δεν εκμεταλλεύθηκε αμέσως -όπως θα περίμενε κανείς- το θέμα που προσφέρεται για υπερεθνική προπαγάνδα. Γιατί έχασε την ευκαιρία; Μήπως για να μην εκτεθεί; Οπωσδήποτε η Ελλάδα έχει μέλλον και αυτό μπορεί να εξυπηρετηθεί από τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο -με την εξαίρεση του "Συναγερμού"- που ούτε λαϊκός είναι ούτε βέβαια ορθόδοξος (με τη θρησκευτική έννοια). Σε κάθε περίπτωση, όπως και να το κάνουμε, το ΛΑ.Ο.Σ. δεν τονίζεται στη λήγουσα γιατί δεν αποτελεί λέξη αλλά συνοθήλευμα λέξεων -σκόπιμα επιλεγμένων- που να παραπέμπουν εκεί που στοχεύει το κόμμα, δηλαδή στον αγράμματο λαό.
Θα σας παρουσιάσω σιγά-σιγά πλευρές του εαυτού μου, αν έχετε υπομονή και δείξετε ευαισθησία. Θα ανοίξω συρτάρια που συνήθως μένουν κλειστά και θα βγάλω από εκεί ανθρώπους και τόπους και πράγματα, ήχους κι οσμές και χρώματα,
έρωτες και απογοητεύσεις, ελπίδες και λύπες, κομμάτια εδώ κι εκεί μιας ζωής πενήντα χρόνων που αιχμαλώτισα στις χούφτες μου και,
όπως το νερό που ετοιμάζομαι να ρίξω στο πρόσωπό μου κάθε πρωϊνό, ράγισαν το βράχο κι
άνοιξαν το δρόμο προς τη μνήμη μου, κατοικούνε στην καρδιά μου -εγώ τ' ανασύρω για χάρη σας, να τα δούμε μαζί-
είναι ο εαυτός μου. Αν δεν τα πάρετε στα σοβαρά, αρνηθείτε τη σημασία τους ή αν, χειρότερα, τα κρίνετε, θα αρχίσω ήσυχα, σιγά-σιγά να τα τυλίγω σε μικρές βελούδινες θήκες, όπως τα παλιά ασημένια και χρυσά νομίσματα, θα τα τοποθετήσω σε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο Και θα το κλειδώσω.
John Wood 1974
(διασκευή Γιώργος Δημητρίου Χ.)
Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο του Alan Rogers, Η εκπαίδευση ενηλίκων, Αθήνα, Μεταίχμιο 1999, σ. 95.
Σε μια πραγματική δημοκρατία, η κυβέρνηση, εκλέγεται από τον λαό, τα μέλη της προέρχονται από ανθρώπους του λαού και, αναλαμβάνει την ευθύνη να διοικήσει τη χώρα για χάρη του λαού. Με αυτό τον τρόπο όριζε τη δημοκρατία ο Λίνκολν.
Πρώτα-πρώτα, όλοι όσοι θέλουν να ονομάζονται δημοκράτες ή, συχνά, συναινούν να θεωρούνται ως τέτοιοι, για να εξυπηρετήσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα, δέχονται το κοινοβουλευτικό σύστημα ως αφετηρία των επιδιώξεών τους. Στη συνέχεια, ως άτομα που προέρχονται από τον λαό, νομιμοποιούνται να εκπροσωπήσουν άμεσα τον λαό με τη συμμετοχή και την επιλογή τους στις εκλογές κάθε δημοκρατικής χώρας. Καταληκτικά, οι πολιτικοί που συμμετέχουν στις δημοκρατικές εκλογές διατείνονται ότι αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση της χώρας για να υπηρετήσουν το «καλό του λαού». Θεωρούν πως, ως άμεσοι εκπρόσωποι του λαού, γνωρίζουν ποιες είναι οι ανάγκες που πρόκειται να ικανοποιηθούν και οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν ώστε να αισθάνεται ο λαός, ασφαλής, δημιουργικός και ευτυχής.
Όμως, όπως γράφει ο Ρ. Ρούφος στο κείμενό του «Για χάρη του λαού» : «Δεν υπάρχει αυτοτελές, απόλυτο κριτήριο για το τι είναι σε κάθε ιστορική στιγμή το «καλό του λαού», και για το αν μια κυβέρνηση το επιδιώκει σωστά ή όχι, αλλιώτικα θα αναθέταμε τις αποφάσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και θα περίττευε όλως διόλου η δημοκρατία».
Αλλά, τι είναι ο «λαός»; Σύμφωνα με τους ορισμούς που καταθέτει ο Γ. Μπαμπινιώτης, λαός είναι: «1. α. (γενικότερα) το σύνολο των πολιτών ενός κράτους ' το σύνολο των φυσικών προσώπων που έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους, ανεξάρτητα από γλώσσα, θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, ηλικία, κ.λπ. β. το σύνολο των ενεργών πολιτών ενός κράτους που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (το εκλογικό σώμα). 2. (ειδικότερα) το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. 3. (ο λαός ως έθνος) το έθνος, σύνολο προσώπων με κοινά χαρακτηριστικά (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις κ.λπ.)».
Γίνεται φανερό, ότι η έννοια του λαού, ανάλογα με την εκδοχή που εκφέρεται κάθε φορά, αντιστοιχεί σε ευρέα ανομοιογενή σύνολα ανθρώπων, όπου κυριαρχούν υποσύνολα όπως οι κοινωνικές τάξεις, τα κοινωνικά στρώματα και οι ομάδες συμφερόντων (τραπεζικά, επιχειρηματικά, επικοινωνιακά των ΜΜΕ και εκκλησιαστικά).
Όπως σημειώνει ο Ρούφος: «Μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο, μόνο η εκάστοτε πλειοψηφία θα κρίνει ποιο είναι το γενικό καλό και ποια κυβέρνηση θα το πραγματοποιήσει ευστοχώτερα, και θα ψηφίσει ανάλογα».
Εδώ, διαπιστώνεται μια στρέβλωση των δημοκρατικών διαδικασιών. Όσοι συμμετέχουν στις εκλογές ως υποψήφιοι βουλευτές, προϋποθέτουν πως γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιο ακριβώς είναι το «καλό του λαού», όπως επίσης, ποιοι είναι οι προσφορότεροι τρόποι για να το υπηρετήσουν, ακόμη και αν ο λαός διαφωνεί με την αντίληψή τους σχετικά με τον ορισμό που δίνουν ως προς το ποιό ακριβώς είναι το «καλό του». Σύμφωνα με την αντίληψη των αυτόκλητων αυτών σωτήρων: «ο λαός δεν γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον του». Ο πολιτικός εκπρόσωπος είτε ανήκει σε μια φωτισμένη ελίτ, είτε είναι εκκολαπτόμενος δικτάτορας, είτε είναι πανεπιστημιακός ταγός, είτε λειτουργεί ως αυταρχικός γονέας που τιθασεύει το απείθαρχο παιδί του (στην περίπτωσή μας, τον λαό). Ο πολιτευτής, με την ψήφο κάθε πολίτη που συγκεντρώνει, θεωρεί πως εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την εξουσιοδότηση να χειριστεί τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα κατά την κρίση του!
Ολόκληρη λοιπόν η προσπάθεια κάθε πολιτευόμενου, επικεντρώνεται στο να πείσει τον πολίτη πως πρόκειται, εφόσον εκλεγεί, να υπηρετήσει τα συμφέροντά του. Αλλά τα συμφέροντα των διάφορων κοινωνικών ομάδων είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Στην περίπτωση αυτή, συνυπολογίζεται το δυναμικό των ομάδων - οι εργάτες είναι εκατομμύρια, και από την άλλη πλευρά, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι, μόνο μερικές εκατοντάδες, αλλά με απείρως μεγαλύτερη οικονομική ισχύ. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα συμφέροντα; Μα με την πολιτική των συμψηφισμών και μιας ιδιόμορφης ερμηνείας του «μέσου όρου» ' οι εργάτες θα δεχθούν να πάρουν χαμηλότερα ημερομίσθια, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης των αγορών, κάτω από την απειλή να απολέσουν την εργασία τους, και έτσι οι εργοδότες θα ζημιωθούν λιγότερο. Τη διαμεσολάβηση μεταξύ τους θα αναλάβει η κυβέρνηση που προέρχεται από τον λαό, αλλά όχι από τις χαμηλότερες τάξεις του λαού, κυρίως από τη λεγόμενη «μεσαία τάξη».
«Μέσος όρος», «μέση λύση», «μέσος άνθρωπος», «μεσαίος χώρος», «μεσολάβηση». Βρίσκεται η αλήθεια στον μέσο όρο; Ούτε ναι, ούτε όχι, γιατί η αλήθεια δεν είναι μία. Σύμφωνα με τη ρήση του Μαχάτμα Γκάντι: «Ο καθένας θα συνεχίσει να αναζητεί τη δική του αλήθεια», στη διάρκεια της ζωής του, επιδεικνύοντας «παθητική αντίσταση» ή στην περίπτωση των Ελλήνων, «ενεργητική ανοχή», με την έννοια μιας κοινωνικής επανάστασης και εξέγερσης που εξαντλείται σε έντονες προφορικές διαμαρτυρίες, και διαρκώς αναβάλλεται, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες που θα «εξασφαλίζουν» την επικράτησή της στο μέλλον!
Στην πορεία αναζήτησης της ατομικής αλήθειας, κάθε άνθρωπος, θα καλείται να ψηφίσει κάθε φορά, το λιγότερο κακό, αφού κανείς δεν του διασφαλίζει πως υπηρετεί το «καλό του!».
Βιβλιογραφία Μπαμπινιώτης Γιώργος, (2002), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, σ. 991. Ρούφος Ρόδης (1971) Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου, Αθήνα, Ίκαρος, σ. 174-179.
Ήταν το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 2009. Εκατομμύρια ζευγάρια μάτια παρακολουθούσαν μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων μια μικρή φωτιά να γιγαντώνεται και να καίει μεγάλες δασικές περιοχές γεμάτες πεύκα, ελιές, θάμνους αλλά και γεωργικές καλλιέργειες και σπίτια. Ένα ανθρωπάκι θα εμφανιζόταν μετά από μέρες στην οθόνη της τηλεόρασης και θα ψέλλιζε πως φταίνε τα πεύκα που μεταδίνουν τη φωτιά και όχι το χέρι των εμπρηστών που θέλησε να μετατρέψει σε οικοδομήσιμη μια δασική έκταση στον Μαραθώνα της Αττικής και τόσες άλλες περιοχές στην Ελλάδα.
Είμαστε πολύ καθυστερημένοι, φαίνεται, ως πολιτισμός, στην ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας -δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει μεταλλαγμένα φυτά που να μην καίγονται- και το κυριότερο δεν καταφέραμε να περιορίσουμε την ευθυνοφοβία των πολιτικών παραγόντων που φτάνει τα όρια της βλακείας και δείχνει να είναι μεταδοτική όπως και η «γρίπη των χοίρων» μεταξύ των ανθρώπων που τους μιμούνται, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.
Μπροστά στα μάτια των ανθρώπων στην Ελλάδα που, από ενεργοί πολίτες, έχουν μετατραπεί σε θεατές, τα τελευταία 20 χρόνια, από τους εξοντωτικούς ρυθμούς της καθημερινής ζωής αλλά και από την έλλειψη συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού, απελπισμένοι άνθρωποι κάνουν εκκλήσεις βοήθειας να έλθουν τα μέσα πυρόσβεσης να σώσουν τα φλεγόμενα σπίτια τους. Η απάντηση των δημοσιογράφων προς τους πυροπαθείς είναι πάγια: «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο, η άποψή σας ακούστηκε!» Είναι αυτή απάντηση της Τέταρτης εξουσίας -του Τύπου- που φέρεται ως να είναι Πρώτη, αλλά στα «δύσκολα» αποποιείται την πρωτοκαθεδρία της;
Ακούστηκε; Από ποιους; Από μια άβουλη και ανίκανη κυβέρνηση ή από τους παθητικούς θεατές που παρακολουθούσαν, κατά βάθος, ανακουφισμένοι, να καίγεται ένας περιβαλλοντικός χώρος της Αττικής που βρισκόταν μακριά από το δικό τους σπίτι; Πέρα από τις σπασμωδικές κινήσεις των εναέριων μέσων και των επίγειων δυνάμεων της πυροσβεστικής που αυτοσχεδίαζαν -ελλείψει κεντρικού συντονισμού- μόνο μια ομάδα εθελοντών όλων των ηλικιών -κυρίως νέων- πάλευε με κλαριά να σβήσει μικρές εστίες φωτιάς που έκαιγαν θάμνους και ήταν οι μοναδικές φωτιές, μέσα στα ανθρώπινα μέτρα, που μπορούσαν πρακτικά να αντιμετωπιστούν.
Ο ελληνικός λαός ανέδειξε την τελευταία δεκαετία στην εξουσία, πολιτικούς του «συρμού», πολιτικούς ανάξιους, που περιφέρουν την απαξία τους καμαρωτοί σε τελετές, εγκαίνια και κομματικές συγκεντρώσεις και απαιτούν το σεβασμό μόνο και μόνο γιατί έχουν την εξουσία να τον επιβάλουν. Ένας μικρός «ηγέτης», αφράτος και αεράτος μέσα στο κοστουμάκι του, θέλει να βαδίζει «ανδρικά» -λέμε τώρα- αλλά δεν τα καταφέρνει πάντα! Κάπου ο βηματισμός του ξεφεύγει προς τα δεξιά και τον επαναφέρει με μικρές διορθωτικές κινήσεις που γίνονται όμως με τόση καθυστέρηση ώστε διαλύουν κάθε ίχνος αρχοντιάς.
Δεν υπάρχουν άξιοι άνθρωποι να αναλάβουν την εξουσία; Δεν είμαι βέβαιος. Πάντως, όλοι οι υποψήφιοι αρχηγοί της κυβερνητικής παράταξης είναι καλύτεροι και από την άποψη των πολιτικών προσόντων αλλά και από την άποψη της προσωπικότητας από τον σημερινό πρόεδρο της κυβέρνησης. Αλλά, δυστυχώς, το μόνο που επαναλαμβάνεται στην ιστορία φαίνεται πως είναι τα λάθη των πολιτικών, αλλά και των ψηφοφόρων. Μεταφορά πολιτικού κύρους και μετάγγιση πυγμής δεν μπορεί να γίνει μεταξύ πολιτικών ακόμη και όταν είναι συγγενείς, όπως στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ θείου και ανιψιού!
Έγραφε ο Α. Τερζάκης στο άρθρο του «Τα παιδιά με τα κλωνάρια»[1]: «Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο, από δω κι εμπρός, ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατόρθωσες να «φτάσεις» δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς ανήκει στην ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι ν’ ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνη θα σε στηρίζει, όχι ο τίτλος».
Από την άλλη πλευρά, δεν πιστεύω πως τα παιδιά με τα κλαδιά που συμμετείχαν εθελοντικά στη δασοπυρόσβεση άφησαν τις καφετέριες -όπως ανέφεραν οι δημοσιογράφοι της τηλεόρασης- για να σώσουν το δάσος σε μια ξαφνική έκρηξη αυτοσεβασμού και αφύπνισης της περιβαλλοντολογικής συνείδησης, εκτός αν η φωτιά κατευθυνόταν προς την καφετέριά τους!
Όμως δεν είναι ώρα για πικρά αστεία.
Άλλη είναι η μερίδα των εθελοντών νέων που βοήθησαν ' είναι αυτοί που δεν φαίνονται, γιατί δεν προκαλούν και δεν προβάλλονται, αλλά συνηθίζουν να αγωνίζονται σιωπηλά, να ανασυνθέσουν τον κόσμο, πάνω σε μια νέα υγιή βάση. Τους ευχαριστώ.
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Η φωτογραφία ανήκει στην Eurokinissi και προέρχεται από τη συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος της Αθήνας στις 28 Αυγούστου 2009 και αναδημοσιεύεται από το http://www.in.gr/ [1] Τερζάκης, Α. (1963) Προσανατολισμός στον αιώνα (Δοκίμια). Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, σ. 157-161.