Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Λευκό κρύσταλλο

αφιερωμένο στη Λίζα B.

Όσα παρακίνησα να έλθουν
κι όσα προσευχήθηκα να ζήσω,
ήρθαν και μου ζήτησαν ν’ αφήσω
όσα με τον έρωτά σου με καλούν.

Όμορφα χωρίσαμε το δείλι'
εγώ στο πεζοδρόμιο
κι εσύ στο κοσμοδρόμιο '
θυμάμαι, φίλησα το μέτωπό σου,
γιατί, αλίμονο - μισός -
τόσο μόνο μπορούσα,
να πλησιάσω, το μυαλό
που αγαπούσα.

Τα χείλη σου υγρά
μ’ αγκάλιασες μ’ ορμή,
το στόμα μου σημάδευες
μα βρήκες την πληγή
που φέρω χρόνια στο λαιμό'
κοντά στο φυλαχτό.

Βουβός ο πόνος, μα βαθύς,
τόσο, που αναρωτιέσαι
αν αντέχεις να πονάς στ’ αλήθεια
ή αν μονάχα έχεις ανάγκη να θυμάσαι
πόσο νωρίς απώθησες
της μοναξιάς το φόβο
που γέννησε το ρόλο,
τον ερωτικό.

Η αποπλάνηση αυτή
της δέσμευσης του έρωτα
το πάθος που πισωγυρνά σε χρόνο μυστικό,
αντέχουν να κρατήσουν μακριά
σαν ήχους γνώριμους,
αγαπημένους μετανάστες '
συναισθήματα κι εικόνες '
στηρίγματα, για ν’ απομείνεις όρθιος,
ώρες ατέλειωτες στο παραθύρι τ’ ανοιχτό,
ν’ αναπολείς στη δύση, την αστροφεγγιά,
τη μέρα που ο ήλιος βασίλεψε μικρός,
χωρίς ν’ αφήσει πίσω ούτε μια στάλα φως.

Γιώργος Δημητρίου Χ.
Οκτώβριος 2006

Η φωτογραφία προέρχεται από τον τόπο: http://www.fotosearch.gr/UNY791/u22453537/

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Σπαράγματα αθωότητας

Άρχισα να γράφω "ποιήματα" στην πρώιμη εφηβεία παρακινούμενος από την έντονη διάθεση να εξομολογηθώ και την ίδια στιγμή να εξωτερικεύσω τη σκέψη μου από το σκοτεινό βάθος της ψυχής κάτω από το φως του ήλιου και πάνω στο γραμμωμένο χαρτί.
Αφιερωμένη στην πρώτη αγάπη μου είναι μια σύνθεση αποσπασμάτων διαφορετικών ποιημάτων που όμως γράφτηκαν επειδή υπήρχε ένα κορίτσι: η Ειρήνη και επειδή είναι σήμερα μια γυναίκα. Χαρίζονται με καθυστέρηση μιας ζωής.

Η ανεξαρτησία του ανυπεράσπιστου

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα
χωρίς την εξάρτησή σου,
δεν ξέρω ν’ αντιμετωπίσω τη σκλαβιά σου '
να το ξέρεις πως κάποια στιγμή
που θα κουραστείς να με σκλαβώνεις,
θα σου ξεφύγω.

Ψέμματα! Θα ’μαι πάντα δίπλα σου,
πιο κοντά κι απ’ τους ελεύθερους.
Φοβάμαι αυτό το συναίσθημα '
δεν το ελέγχω '
λέω «σ’ αγαπώ»
από αμηχανία περισσότερο
κι από μια μακρόχρονη αποθυμιά.

Πολύ όμορφο, δεν είναι αλήθεια;
Μιλάω για τον έρωτα
που συμβιώνει με την επανάσταση
στο κορμί μιας ώριμης γυναίκας.
Κατάλαβες κυρά των προβάτων;
Δεν νίκησες την κυρά των λύκων '
δεν τα κατάφερες.
Θα σ’ ενοχλεί το διακριτικό φλερτ
και θα σε καταχτούν οι αλήτες!
Έχω ελπίδες.

Γυμνή, όπως σ’ άφησε η φύση,
λίγα φοράς και μ’ εμποδίζεις '
τι ν' αποκαλύψω, τι να πονηρευτώ;
Μόνο με την απλότητα της χειραφέτησης
μπορώ να αδιαφορήσω
για τη δελεαστική προσφορά σου!

Ιούλιος 1982

Το "άλλοθι"

Σου είπα καλημέρα και με τα μάτια σου με φίλησες.
Σου ζήτησα τα μάτια σου να κλείσεις κι αρνήθηκες.
Σε ρώτησα αν μ’ εμπιστεύεσαι και είπες: ' Όχι! '.
Τελικά, νομίζω, μέσα σ' έν΄ ανεμοσίφουνα σε φίλησα.
Όλα μπορούν να γίνουν μέσα στ' όνειρο!
Δεν το μετάνιωσε κανείς.
Μου είπες καλημέρα και σε φίλησα.

Πρέπει να είχα κάποια δικαιολογία
που σε φίλησα '
για κάποιο λόγο ήρθα να σε δω '
κάτι είπα στον εαυτό μου
για να τον πείσω να έρθει '
πόσο ωραία θα αισθανθώ αν σε φιλήσω '
πόσο θα πλησιάσω τη γυναικεία ομορφιά.
Πόσο ή τι;
Σκέφτηκα τι κινήσεις θα κάνω ακριβώς
καθώς θ’ αρχίσω να σε χαϊδεύω,
σκέφτηκα εναλλακτικές λύσεις αν αντιδρούσες
και στο τέλος φοβήθηκα την απόκρουσή σου.
Αποκαμωμένος,
βλέποντάς σε να μασάς τη δική μου μαστίχα,
θα αισθανθώ πραγματικά δυστυχής.
Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα να κάνω πολλά
αν ήθελα να βγω από το πιθάρι μου.

Σεπτέμβριος 1982
Η φωτογραφία προέρχεται από τον τόπο: http://www.ethnos.gr/

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Μάτια, διάπλατα ανοιχτά!

Δεν έχω πρόχειρη πρόφαση για να ασχοληθώ με τον Νίκο Ξυλούρη. Δεν είναι κάποια επέτειος που να αποδίδει κάποια συνάφεια στο μικρό μου κείμενο σε σχέση με ένα γεγονός που να τον αφορά. Όμως πάντα τον μεταφέρω στη μνήμη μου, όταν αναζητώ πρότυπα ζωής και τέχνης στο παρελθόν, γιατί έγινε πολύ φτωχό το ελληνικό καλλιτεχνικό παρόν. Αφού δεν μπόρεσα όσο μας συντρόφευε από κοντά, να του πω κάποιες σκέψεις μου, είπα να τις γράψω.

Πόσα χρόνια έχετε να δείτε ένα πρόσωπο καθαρό και ένα βλέμμα διάφανο όπως το νερό της πηγής που λίγοι έχουν τα μάτια της ψυχής τους ανοιχτά για να την ανακαλύψουν; Πόσο καιρό έχετε να δείτε έναν άντρα που να μην "παριστάνει" αλλά να "είναι", που να σε κοιτάει κατάματα χωρίς να χαμηλώνει το βλέμμα γιατί δεν έχει να κρύψει τίποτα;

Εγώ είδα έναν τέτοιο νέον άντρα πριν από λίγες μέρες πάνω στο τρακτέρ του, στο αποκλεισμένο από την αστυνομία λιμάνι του Πειραιά να βροντοφωνάζει προς τους αστυνομικούς, που τους έβλεπε φοβισμένους και σαστισμένους, παρατεταγμένους απέναντί του, χτυπώντας τη μαγκούρα του: "Αντισταθείτε μωρέεε!...."

Στερήθηκα την τύχη να γνωρίσω προσωπικά αυτό τον άνθρωπο, αλλά είχα το προνόμιο να τον ακούσω να τραγουδάει:

"Πώς να σωπάσω"
Στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ' άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

αλλά και να μιλάει σε μια ταινία, και να εξηγεί τα σύμβολα του τραγουδιού "αγρίμια":
"...τα αγρίμια δεν είναι τα άγρια ζώα του βουνού, είναι οι αντάρτες..." που έκαναν αντίσταση κατά των Γερμανών και ζούσαν στα βουνά της Κρήτης την εποχή του Μεγάλου Πολέμου.

Σήμερα οι "αντάρτες" είναι πλάσματα της φαντασίας των δημοσιογράφων και γι' αυτό τους "έδωσαν" χρώμα ώστε να ξεχωρίζουν από τους πραγματικούς. Τα τελευταία χρόνια είναι της μόδας οι "γαλάζιοι αντάρτες" που δηλώνουν πως διαφωνούν με πολιτικές αποφάσεις του κόμματός τους για να "συμφωνήσουν" αμέσως μετά, αφού κερδίσουν ανταλλάγματα μέσα από "διαπραγματεύσεις" με την ηγεσία του κομματός τους.

Στο πρόσωπο του Ξυλούρη, ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος ταυτίζονταν -δεν ερχόταν η μεγάλη καλλιτεχνική αξία να λειτουργήσει ως αντίβαρο ή ως άλλοθι στην ατομική μικροπρέπεια, προστυχιά και απαξία, που χαρακτηρίζει πολλούς κορυφαίους Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής μας - "άντρες" αλλά και γυναίκες. Οι άνθρωποι αυτοί ως δημιουργήματα των δισκογραφικών εταιρειών και δημόσια "υποχείρια", δεν μπορούν να δημιουργήσουν τίποτε άλλο από δημόσιες σχέσεις, για να ενισχύσουν την καριέρα τους.

Για τον Ξυλούρη η δυναμική συμμετοχή στην πολιτική δεν ήταν πράξη αντίστασης που άξιζε προβολής από τα ΜΜΕ ή απονομής τιμών και προνομίων, αλλά αυτονόητο, απλό και καθημερινό καθήκον και δεν μιλούσε ποτέ γι' αυτό.
Έκανε οικογένεια, αγαπούσε τη γυναίκα -τη δική του, τη μία, την μοναδική Ουρανία. Έκανε στον κόσμο δώρο τη φωνή του όπως και τη ζωή του που τη χάρισε στην οικογένειά του και στην Κρήτη!

"Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, η φωνή του Νίκου Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη "έντεχνη" δημιουργία επώνυμων συνθετών. Μέσα σ'αυτές τις επιλογές, μέλλεται η γνήσια Κρητική έκφραση και το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης ν'αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια, μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσο μεγάλοι και αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές και οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν."

Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή-αφιέρωμα στη μνήμη του, άκουσα έναν συμπατριώτη του, μεσόκοπο σήμερα, Κρητικό, να μονολογεί μπροστά στον φακό: "Εε.. αφού πήρε αυτό τον άνθρωπο, τόσο νέο... δεν υπάρχει Θεός!"

Συμμερίζομαι τη στενοχώρια του, καταλαβαίνω την πίκρα του, αλλά πιστεύω πως ο Θεός τον πήρε τόσο νέο γιατί ήταν έτοιμος να ταξιδέψει -έδωσε το δώρο της φωνής και της τέχνης του στους Έλληνες σε όλο τον κόσμο, χάρισε ένα πρότυπο ζωής στον Νεοέλληνα, έστω κι αν λίγοι το ακολουθούν σήμερα, γιατί "δεν πουλάει", και συνεχίζει να μας χαμογελάει διακριτικά από εκεί πάνω στα ψηλά, όπου συνεχίζει να ζει.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι δανεικό από την ιστοσελίδα: http://rotokritos.blogspot.com/2008/05/blog-post_12.html
όπου βρίσκεται μια περιεκτική παρουσίαση της ζωής του Νίκου Ξυλούρη


Μια σύντομη ταινία προέρχεται από τον τόπο: http://www.youtube.com/watch?v=8oekf7rRnUc

Οι στίχοι του τραγουδιού βρίσκονται στην ιστοσελίδα: http://www.stixoi.info/



Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Ε-ξημερώματα

Αφιερωμένο στην Ε.Ξ.
Κάθομαι στο κρεβάτι μου πού ήταν πάντα ξένο
κι απρόσκλητους νανούριζε γλυκά ερωδιούς
άγριους απ’ τον κόπο τους και όλο πεινασμένους
που έσβηναν στο σώμα μου τη δίψα τους να πιουν.

Ταξίδι στα ρηχά νερά πεπερασμένου πόθου
όπου τα πάθη δεν ριγούν ν’ αναγνωρίσουν λάθη
σε μαύρη τρύπα έριξαν κάθε βουβό μου φόβο
και μόνο να νικήσουμε απόψε με καλούν.

Να κοιμηθούν οι φύλακες προσμένω με μανία,
ν’ αρπάξω την καρδιά σου χωρίς να με μισούν
κι ύστερα να συρρικνωθώ ίσα με κόκκο σκόνης
να μπω στην αποστείρωση και να διαβώ κενός.

Μιλώ με θέρμη για έρωτα και αναιρώ την έλξη,
τη θέληση να καταπιώ το ψάρι μονομιάς
γιατί τ’ αγκάθια με τσιμπούν στη δεύτερή μου σκέψη
κι έτσι τ’ αφήνω ζωντανό στης γούρνας το βυθό.

Τον ύπνο σου ζηλεύω που σε κρατάει αγνή,
έτοιμη στην αναμονή αλλά χωρίς ελπίδα,
τα όνειρά σου τώρα εγώ πως ν’ ανταγωνιστώ
μια πρόφαση η αλήθεια σου και μια βαθιά ρυτίδα.

Μια σταματώ, μια ξεκινώ,
η άπωση κι η έλξη
στο νου μου παίζουνε κρυφτό
για μια μικρή σου λέξη.

Έλα! Δεν ονειρεύομαι. Πλανώμαι στην ομίχλη.
Χάνομαι να ξαναβρεθώ γιατί δεν θέλω να σου πω
πως στη σταχτιά μου θάλασσα με τα μεγάλα φύκη
δεν κολυμπούν άλλα πουλιά,
μονάχα εσύ κι η νύξη.

Και παίρνω την απόφαση να σε παραβιάσω,
να αποσύρω τα μαβιά του ελαφιού φτερά
τόσο γλυκά που στ’ όνειρο να θέλεις να περάσω,
να μοιραστούμε τρυφερά μια βόλτα στα νερά.

Το σώμα στο κρεβάτι μου κοντά του με καλεί
σ’ άγνωστο μονοπάτι θαρρώ έχω βρεθεί
η κάμαρά μου έγινε, κήπος νυχτερινός,
μα δεν καπνίζει η μοναξιά λίγο να ζεσταθώ.

Θέλω ν’ αλλάξω τη στολή της πρωινής δουλειάς,
να σε ξυπνήσω με φιλιά μιας άλλης αγκαλιάς,
να κάνεις πως κοιμάσαι και πως δεν με λυπάσαι,
για να φουντώσει ως τον ουρανό μέσα μου η φωτιά.

Με τη σιωπή στα χείλη κι ακοίμητη ψυχή
ο ουρανός θα στείλει μιαν άκριτη ευχή,
να με δεχτείς στο στρώμα πάλι όπως παλιά
εργένη που σε γεύθηκε μα πάντα σε ζητά.

Τη σκέψη μου σου έστειλα πριν να το μετανιώσεις
και όταν πήγα να σωθώ ήρθες να με γλιτώσεις,
με ένα χέρι στα μαλλιά κι ένα φιλί στο στόμα,
νομίζω πως με κέρδισες και με κρατάς ακόμα.

Εμπνευσμένο από το κείμενο
της Νατάσας Ζαχαροπούλου: "Ενα μεσημέρι"
Ιούλιος 2008

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Ψηφιδωτό με φιλιά

αφιερωμένο στη Γαλήνη Γκ.
και στη Βασιλική Κ.


Καθαρή φωνή, αμίλητη,
έξω από το πρόσωπο, δεν διστάζει να εκφωνεί λόγους,
κρύβει με κόπο τα συναισθήματά της,
ασκητική παρουσία, μη πληθωρική, παρότι γυναικεία '
θαρρώ τη λεν’ Γαλήνη '
έρωτας υπό έλεγχο, τιμόνι στην αγάπη,
τυπική αποστροφή «εκ του φυσικού».

Ψίθυροι ' υγρό πυρ από χείλη στενά
ορίζουν τον παράδεισο και τα μυστικά.
Ανήσυχη, ερμηνευτική και λεπτοκαμωμένη '
θαρρώ τη λεν’ Βασιλική
κι «από καθέδρας» έκρινε
και ζει ευτυχισμένη.

Άφαντος ο σωτήρας των ανέραστων '
δικαιώνεται στη σιωπηλή συνενοχή
θυτών που χαίρονται την ήττα τους,
μέσα σε μια νίκη επιβίωσης ανούσια.

Απ’ τα θηκάρια ξέφυγαν τα ξίφη στον καθρέφτη
κι ανάσαναν στον ήλιο αλλά και στη βροχή .
κάτω από την αψίδα τους τα άτομα ξυπνάνε
να ξαναγίνουν πρόσωπα πασχίζουν το πρωί
κι αναρωτιούνται φωναχτά μέχρι να ’ρθει το δείλι
αυτοί οι γνωστοί- άγνωστοι χαμογελούν γυμνοί.

Κάθε βήμα της γυναίκας της αμέτρητης οργής
που αργά και ταραγμένα εκδηλώνει τη σιωπή '
την εξέγερση σιμώνει του απρόκλητου οργασμού,
μα την αναβάλλει πάλι με τη δύναμη θνητού.

Παιδιά γεννούν μόνο όσοι τ’ αγαπούν '
άνθρωπο πλάθει το ανδρόγυνο κι όχι η γυναίκα μόνο,
δίδυμο που υπάρχει πέρα απ’ τον ερωτισμό '
ένωση που δεν διχάζεται μετά τον χωρισμό.

Πτώση που μοιάζει ελεύθερη από γέφυρα σχοινένια
που προσκυνά λυτρωτικά να φτάσει στο νερό '
άγκυρα που ξεχύνεται ν’ αγγίξει το βυθό
και παρασέρνει μονομιάς καδένα σιδερένια
που την προσέχει από ψηλά, πριγκίπισσα κερένια,
ν’ αυτοκτονεί ευθύγραμμα και λίγο κατά τύχη
να σημαδεύει μοναχά μ’ ασφάλεια και λήθη.

Μάτια κλειστά - ψυχή φουρτουνιασμένη
μέσα στην κοινωνικοποίηση αόρατη και ξένη
προσέχει και παραφυλά όποιον την απειλήσει
και απωθεί τον πειρασμό που θα την κατακλύσει '
ποτέ δεν θα τιμωρηθεί ' μα ούτε θα δικαιωθεί.
Τι λές; Θα βρει τη λύση;




Απρίλιος 2008

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Μήπως ξέχασες τα παπούτσια σου;

Πρωτότυπος τίτλος: "Παπούτσι από το Ιράκ κι ας είναι μπαλωμένο..."
Πήγε ο Μπους, λέει, στο Ιράκ επίσκεψη για να δει τα στρατευμένα νιάτα της πατρίδας του που παραμένουν για χρόνια πολλά σε ξένες πατρίδες για να διαδώσουν παντού στον κόσμο τον αμερικανικό πολιτισμό που βασίζεται στην ελεύθερη έκφραση της βούλησης! Κι εκεί που οργάνωνε με θαυμαστό τρόπο τις άναρθρες κραυγές του, ξαφνικά ο πρόεδρος δέχθηκε ένα ιρακινό παπούτσι! Για την ακρίβεια, απέφυγε διαδοχικά να δεχθεί, δύο παπούτσια - ένα αριστερό και ένα δεξί - που του πέταξε εξοργισμένος Ιρακινός δημοσιογράφος. Αμέσως μετά, οι σωματοφύλακες του προέδρου, "αγκάλιασαν" τον Ιρακινό και τον "βοήθησαν" να ξαπλώσει στο πάτωμα, ενώ αυτός φώναζε βρισιές και κατάρες κατά του προέδρου.
Ο πρόεδρος, ανακουφισμένος που απέφυγε τα ιπτάμενα παπούτσια, όπως όλοι οι σοβαροί ηλίθιοι, είπε ένα αστείο με άψογη Τεξανή προφορά που συνοδεύτηκε από χλιαρά γέλια των παρισταμένων. Οι άλλοι πάντως, παρακολουθούσαν έκπληκτοι την επίθεση που δέχθηκε ο πρόεδρος καθώς σε ένα ιερό χώρο όπως ο χώρος των συνεντεύξεων - λέμε τώρα - είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι βγάζουν τα παπούτσια τους πριν, και ποτέ αφότου εισέλθουν σε αυτόν.
Είναι αλήθεια ότι απογοητεύτηκα λίγο, όταν είδα πως και το δεύτερο παπούτσι δεν βρήκε στόχο! Από την άλλη πλευρά χάρηκα, γιατί κάτι τέτοια επεισόδια δίνουν καινούργιες ιδέες σε νέους ακτιβιστές για πρωτότυπους τρόπους διαμαρτυρίας.
Από την πλευρά των Αμερικανών, ο μελλοντικός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, κατήγγειλε τις ιρακινές βιοτεχνίες ότι κατασκευάζουν παπούτσια από ευτελή υλικά, που τα καθιστούν αναξιόπιστα όταν παλιώσουν αρκετά και ο ιδιοκτήτης τους αποφασίζει να τα "πετάξει".
Το περιστατικό, πάντως, ξεκίνησε νέα μόδα στην Υφήλιο, καθώς οι αντεξουσιαστές διαδηλωτές, αντί για πέτρες και αυγά πετάνε πλέον σκαρπίνια, μπότες και τσόκαρα, που όχι μόνο είναι πιο εύστοχα, αλλά δίνουν και ξεχωριστό "χρώμα" στα επεισόδια. Ήδη, στην Αθήνα, ομάδα κουκουλοφόρων λεηλάτησε γνωστά καταστήματα υποδημάτων για να μαζέψουν πυρομαχικά, μια και οι πέτρες στο Σύνταγμα είναι πλέον δυσεύρετες...
ΥΓ: Ο ιρακινός τρομοκράτης αποκάλεσε τον Πρόεδρο και "σκύλο", πράγμα που προκάλεσε την οργή όλων των σκύλων που παρακολουθούσαν συγκεντρωμένοι μπροστά στις τηλεοράσεις τους ανά την Υφήλιο την ομιλία του προέδρου...". Από εκείνη τη στιγμή αλλυχτούν ασταμάτητα, χωρίς να ακούνε τις ακαταπόνητες προτροπές των αφεντικών τους να ηρεμήσουν. Επιτέλους, και τον Μπους, ενώ μοιάζει με άνθρωπο, επανειλημμένως τον έχουν πει "γουρούνι", αλλά δεν το έκανε ζήτημα!
Γιώργος Δημητρίου Χ.
Η φωτογραφία προέρχεται από τον τόπο: http://news.pathfinder.gr/world/iraq/521278.html
Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύθηκε στο: http://peslac.pblogs.gr/2008/12/papoytsi-apo-to-irak-ki-as-einai-mpalwmeno.html τη Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008 1:29 μμ

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Όσοι δεν έχασαν την ικανότητα να κλαίνε

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008 8:47 πμ
Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα, ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μαs

Η ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ
ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ!
ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
Δεν είμαστε τρομοκράτες, "κουκουλοφόροι", "γνωστοί-άγνωστοι"
ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!
Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι ...;.
Κάνουμε όνειρα -μη σκοτώνετε τα όνειρά μας!
Έχουμε ορμή - μη σταματάτε την ορμή μας.
ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ! Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς.
Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη "βιτρίνα", παχύνατε, καραφλιάσατε,
___________________________________
ΞΕΧΑΣΑΤΕ! Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε,
Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. ΜΑΤΑΙΑ!
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε.
Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε δεν δημιουργείτε!
Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε.
ΥΛΗ ΠΑΝΤΟΥ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥΘΕΝΑ - ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ
Που είναι οι γονείς;
Που είναι οι καλλιτέχνες;
Γιατί δε βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν;
ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα,
ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μαs

Αναδημοσιεύεται από τον τόπο:
http://polygelio.pblogs.gr/2008/12/375227.html

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

"Ξεκλειδώνοντας" μια παλιά κλειδαριά

Το σύμβολο της εξουσίας (ο αστυνομικός) και της αντιεξουσιαστικής πάλης (ο νεαρός) συγκρούστηκαν και νίκησε ο δεύτερος. Ο νικητής δεν έζησε να χαρεί τη νίκη του. Η έλλειψη σεβασμού που έδειξε απέναντι στον ένστολο εκπρόσωπο της κρατικής εξουσίας έπρεπε να τιμωρηθεί και αυτό έγινε. Ο μικρός ενοχοποιείται γιατί είναι ύποπτος για τη δημιουργία ταραχών σε μια κοινωνία - την ελληνική - όπου όλοι οφείλουν να είναι ήρεμοι και ψύχραιμοι. Πρώτοι απ' όλους οι περισσότεροι από τους ηγέτες της πολιτικής εξουσίας δίνουν το καλό παράδειγμα, όντας σεμνοί και ταπεινοί - εξαιρούνται ορισμένοι υπουργοί (Παλιοκρασσάς, Τσιτουρίδης, Μαγγίνας, Ζαχόπουλος, Βουλγαράκης) και άλλοι που μου διαφεύγουν. Δεν πειράζει, δεν έχει νόημα να θυμόμαστε αυτά τα επώνυμα. Σημασία έχει να υπομένουμε τη φτώχια, την ανεργία και την ανελέητη φορολογία με στωϊκότητα. Η έκφραση του υπουργού της κυβέρνησης, μετά τα γνωστά γεγονότα, τα λέει όλα: "πρέπει να σταματήσουν οι ταραχές!". Με άλλα λόγια πρέπει να εξαληφθεί το σύμπτωμα, η αρρώστια δεν μας απασχολεί, αρκεί να μην έχει έντονα συμπτώματα. Η αρρώστια λέγεται ελλειμματική παιδεία, παγκοσμιοποιημένη αγορά εργασίας, στρεβλή κοινωνικοποίηση, ανίκανη πολιτική εξουσία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινούνται θύτης και θύμα. Καταλαβαίνω την αντίδραση των αντεξουσιαστών και υποστηρίζω το δικαίωμά τους να την ασκούν αλλά διαφωνώ με τα μέσα που χρησιμοποιούν, για να ενεργοποιήσουν την ελληνική κοινωνία: θίγουν το ατομικό συμφέρον των ανθρώπων που ανάμεσα στη σπασμένη βιτρίνα ενός μαγαζιού και τον θάνατο ενός ατίθασου παιδιού διαλέγουν το δεύτερο. Μια ακέραιη και λαμπερή βιτρίνα μπορεί να προσελκύσει το οικονομικό κέρδος και να θρέψει μια γυναίκα και ένα παιδί τουλάχιστον, δηλαδή δύο άτομα της οικογένειας του ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Τρεις ζωντανοί είναι προτιμότεροι από έναν πεθαμένο, ο οποίος μάλιστα είχε το "θράσος" να υποστηρίζει την ιδεολογία του σε μια εποχή όπου οι ιδεολογίες αναπτύσσονται μόνο σε ελεύθερες νησίδες της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτή των Εξαρχείων. Στην εποχή των πολιτικών συμψηφισμών ανάμεσα στις ατασθαλίες μεταξύ των δύο μεγάλων ελληνικών κομμάτων, αλλά και μεταξύ των μικρότερων, επιτρέψτε μου αυτό τον ανίερο συμψηφισμό.
(Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο in.gr)

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Τα χ(ε)ιλιο-ειπωμένα τραγούδια

ΞΕΝΗ ΦΥΛΛΑ: «Τα τραγούδια του πατέρα»

(Εκδόσεις "Αιγέας": Χίος 2005)


Σχετικά με τον πρόλογο του Δήμου Αβδελιώδη...

Όπως θυμάμαι από την προσωπική μου εμπειρία, πράγματι η δεκαετία του ’50 και ιδιαίτερα οι αρχές της δεκαετίας του ’60, όπου άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, είναι η τελευταία περίοδος που θυμάμαι τον λαϊκό πολιτισμό ζωντανό και λειτουργικό στη ζωή των ανθρώπων της εποχής στην Ελλάδα.
Προσωπικά έζησα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στην πόλη και, επομένως, αυτό το βιβλίο έρχεται να συμπληρώσει το κενό της γνώσης μου όσον αφορά την πολιτιστική δραστηριότητα των ανθρώπων της υπαίθρου εκείνη την περίοδο.
Οι πολιτιστικές δραστηριότητες των ανθρώπων της υπαίθρου, της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας, μέσα από τον κώδικα επικοινωνίας - τη γλώσσα - συντηρούν τα ήθη και τα έθιμα ως διαχρονικά μορφώματα μιας αρχαίας Ελλαδικής κουλτούρας. Το γλωσσικό ιδίωμα κάθε περιοχής την χαρακτηρίζει και ταυτόχρονα διατηρεί και μεταδίδει τα ζωντανά γλωσσικά στοιχεία και τα στοιχεία της κίνησης του ανθρώπινου σώματος στους θεατές και ακροατές που έρχονται στις θεατρικές παραστάσεις και που πρόκειται να τα παρακολουθήσουν και στο μέλλον.
Η παιδική ηλικία και η παιδική ψυχή όπως μεταφέρεται από τη γραφίδα της κυρίας Φύλλα μας μεταφέρει την εικόνα του κόσμου μέσα από την οπτική του μικρού παιδιού αλλά και του ώριμου παιδιού που πολλοί φέρουμε ακόμη μέσα μας.


Σχετικά με τον πρόλογο του Βασίλη Φίλια...

Η κυρία Φύλλα έχει αναπτύξει για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες έντονη πολιτιστική δράση και στη Χίο αλλά και στην Αθήνα μέσα από τη διεύθυνση των Χιακών Πολιτιστικών Σωματείων. Με μια συστηματική και λεπτομερή ξενάγηση σε κάθε γωνιά της γης της Χίου, όπου γεννήθηκε και ζει και η ίδια, μας μιλάει για μια Χίο «περασμένη» αλλά όχι «ξεπερασμένη» και μέσα από τις παιδικές της αναμνήσεις, μας αναβαπτίζει στην εν πολλοίς λησμονημένη παιδική μας αθωότητα.


Τα τραγούδια του πατέρα

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο όνειρο ή στην πραγματικότητα της χιακής γης που μοιάζει με όνειρο.
Έτσι όπως "απογειώθηκε" η αφήγηση της πρώτης ιστορίας του ομώνυμου βιβλίου της κυρίας Φύλλα, μου υπενθύμισε ότι το αγαπημένο μου μεταφορικό μέσο είναι το αεροπλάνο. Απολαμβάνω ιδιαίτερα τις στιγμές που μπαίνει πετώντας στα σύννεφα και μου δίνει την εντύπωση πως αναπαύεται σε πουπουλένιο πάπλωμα, αλλά ξαφνικά, ανάμεσα από μια αναπάντεχη τρύπα του σύννεφου βλέπω κάτω ένα κομμάτι στεριά ή μια «μερίδα» θάλασσα. Μέχρι αυτό το ύψος μπορώ να δω τα πράγματα από ψηλά, τόσο μόνο μπορώ να δω τον κόσμο από ψηλά και να ξεγελαστώ, πως για λίγες στιγμές, τον κρυφοκοιτάζω, τον «ελέγχω», παίζω, ασήμαντος εγώ, τον ρόλο του Θεού του Παντοκράτορα.
Ψιθυρίζω: «Αγναντεύαμε κάτω τα μικρά νησιά...... να βάζουν την παλάμη αντήλιο και να μας κοιτάζουν λαγνεμένα να περνούμε ψηλά». (χωρίς σχόλια). Τα τραγούδια του πατέρα φτάνουν έως τα βορειοδυτικά παράλια της Αφρικής, ως την Κύπρο και ως την Παλαιστίνη.
Διαπιστώνω μετά πως, όπως στον πρωταγωνιστή έτσι, και σ' εμένα αρέσει να σφυρίζω πρώτα την μελωδία κάθε τραγουδιού που αγαπώ και μετά να τραγουδώ τα λόγια.
Τον καιρό που υπηρέτησα στη Λέσβο, τις ατέλειωτες ώρες που αγνάντευα το πέλαγο – μια τρίγωνη φέτα γαλάζιο μεταξωτό ύφασμα - απλωμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα στήθη της ξερής γης που μας φιλοξενούσε, τραγουδούσα τραγούδια αγαπημένα. Άσματα από το «Άξιον Εστί» του Ο.Ελύτη και τραγούδια του Σ. Κουγιουμτζή, του Μ. Λοϊζου, του Μ. Χατζηδάκη, του Μ. Θεοδωράκη, του Β. Τσιτσάνη, του Μπαγιαντέρα και του Χατζηχρήστου, του Μ. Χιώτη και άλλων. Στα διαλείμματα του εκλεκτού ρεπερτορίου μου θυμόμουνα το «Νέο Κύμα», τον αθάνατο Νίκο Ξυλούρη, τη Μαρίζα Κωχ, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Λάκη Παππά, την Καίτη Χωματά, την Πόπη Αστεριάδη, τον Γιάννη Πουλόπουλο, την Αρλέτα, τη Ρένα Κουμιώτη. Πάντα έδινα μεγάλη σημασία στα λόγια των τραγουδιών που έγραψαν σημαντικοί ποιητές και στιχουργοί, όπως οι Βασιλειάδης, Παπαγιανοπούλου, Λειβαδίτης, Γκάτσος, Ελευθερίου, Παπαδόπουλος, Τριπολίτης, Νικολακοπούλου, Κατσούλης, Σούσης και άλλοι.

«Θεέ μου πρωτομάστορα μ΄ έκλεισες μέσα στα βουνά,
Θεέ μου πρωτομάστορα μ΄ έκλεισες μέσ’ στη θάλασσα!»

«Αχ! χελιδόνι μου πώς να πετάξεις
σ’ αυτό το μαύρο τον ουρανό,
αίμα σταλάζει το δειλινό και πώς να κλάψεις»

«Σε πεύκο ανέβηκα μεγάλο να δω που πήγε τα’ όνειρό μου,
μα εγώ δεν είδα τίποτ’ άλλο, από τον κουρνιαχτό του δρόμου...»

«Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι, γαλέρες έρχονται και πάνε,
ρεσάλτα κάνουνε οι μούτσοι κι οι πειρατές μεθοκοπάνε...
στο καπηλειό το λιμανίσιο....
Άχ! Θάλασσα, πικροθάλασσα, γιατί,
γιατί να σ’ αγαπήσω....»

«Βγήκανε τ’ άστρα κι οι κοπέλες με τα’ άσπρα
κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά.
Τα παλικάρια παρατάνε τα ζάρια
κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά.
Στου παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας
Κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς
εφτά τραγούδια θα σου πω για να διαλέξεις το σκοπό
που θα μου πεις, για να σου πω το σ’ αγαπώ».

«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο,
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Κοιμήσου Περσεφόνη, στην αγκαλιά της γης,
στου κόσμου το μπαλκόνι, ποτέ μην ξαναβγείς!
Εκεί, που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα,
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία,
άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα»

«Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός,
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός,
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά,
εγώ κι εκείνη – όνειρα, φιλιά –
το’ παιρν’ αγέρας κι η βροχή, μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά
και γλυκιά απαντοχή.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή,
πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας...»

«Πήρα τη στράτα κι έρχομαι,
μεσ’ στη βροχή και βρέχομαι,
στα σκαλοπάτια σου, εγώ σφυρίζω,
άνοιξε μέσα για να μπω
και στρώσε μου να κοιμηθώ.
......
Να με στεγνώσεις με φιλιά
Μέσ’ στη θερμή σου αγκαλιά
και μη μ’ αφήσεις πια να ξαναφύγω,
κοντά σου πάρε με να ζω
και στρώσε μου να κοιμηθώ»

«Αντιλαλούνε τα βουνά, σαν κλαίω εγώ τα δειλινά,
περνούν οι ώρες θλιβερές σ’ ένα παλιό ρολόι
κι εγώ τους αναστεναγμούς, τους παίζω κομοπολόι..»

«Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει,
η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι,
εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι»

«Η άμαξα μέσ’ στη βροχή, τράβα αμαξά μη μου βραχεί,
το κορίτσι πού’ ναι μέσα, όμορφο σαν πριγκηπέσα,
μη μου βραχεί.
Έβγα στην άσφαλτο αμαξά και στρίψε πάλι απ’ τη γωνιά.
Η βροχή όλο δυναμώνει, το κορίτσι μου κρυώνει,
μη μου βραχεί.
Τράβα αμαξά μου να χαρείς, όσο πιο γρήγορα μπορείς,
να μας πας για το τσαρδί μας, τη φωλίτσα τη δική μας,
τράβηξε βρε αμαξά»

«Πάρε με στο τηλέφωνο, λιγάκι να τα πούμε
και δώσ’ μου ένα ραντεβού για να συναντηθούμε.
Έστω κι απ’ το τηλέφωνο, στείλε μου τα φιλιά σου
και με τη φαντασία μου θα βρίσκομαι κοντά σου.
Πάρε με στο τηλέφωνο κι απ’ το γλυκό σου στόμα,
θέλω ν’ ακούσω να μου πεις
πως μ’ αγαπάς ακόμα!

«Περασμένες μου αγάπες
όνειρα που σβήσατε,
όσο μακριά κι αν πάτε, στη ζωή μου τριγυρνάτε
σαν χλωμά φαντάσματα,
περασμένες μου αγάπες του καιρού χαλάσματα.
Για δυό μάτια, για δυό χείλια κάποτε ξενύχτησα.
Ένιωσα ανατριχίλα, μέχρι της καρδιάς τα φύλλα,
σαν τα πρωτοφίλησα»

«Ήτανε μια φορά μάτια μου κι ένα καιρό
μια όμορφη κυρά αρχόντισσα, να σε χαρώ,
μια μικροπαντρεμένη.....»

«Αυτό τον κόσμο τον καλό, το χιλιο-μπαλωμένο,
βρε ράβε-ξήλωνε, ράβε-ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει.
Αυτό τον κόσμο τον καλό, άλλοι τον είχαν πρώτα,
βρε ράβε-ξήλωνε, ράβε-ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει.
Αυτόν τον κόσμο τον καλό,
σ’ εμάς τον παραδώσανε, γέλα φίλε μου, γέλα φίλε μου
δεν είναι και για λύπη!»

«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό,
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου,
σε τάσι αρχαίο μπακιρένιο, αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα!
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα!
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα!
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα!»
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει»

«Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό,
κάτι πλούσιο και παράξενο, σαν τοπίο του βυθού,
ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό
και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, για ν’ αποκοιμηθώ.
Αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά
και με φέρνουνε σε σένα, ναι, στα μέρη τα παλιά.
Στο γαλάζιο θρόνο σου, χρυσό μανδύα φοράς,
και σε δυό λιοντάρια ήμερα τα πόδια σου ακουμπάς».

[Το Ελληνικό Τραγούδι – ζωντανή πολιτιστική παράδοση – ζει και συνεχίζεται.....]

Έχω ακούσει για τις νεράιδες και τα ξωτικά που βούβαιναν τα παιδιά αλλά και μεγαλύτερους, όπως μου το θύμισε το βιβλίο της κυρίας Φύλλα.
Σημειώνω πιο κάτω: «Τα έξοδα της οικογένειας μεγάλωναν...» - την γνωρίζω αυτή την κατάσταση.
Προσέχω σε άλλο σημείο του κειμένου: «Λες και είχε ήδη ξενιτευτεί κι από μακριά νοσταλγούσε.....» - έτσι αισθάνομαι διαρκώς, εδώ και 25 χρόνια!
Διαβάζω για ένα αόριστο χαμόγελο του κεντρικού ήρωα της ιστορίας. Ναι! Το ξέρω αυτό το «αόριστο χαμόγελο», έτσι χαμογελάει η μητέρα μου, έτσι χαμογελώ κι εγώ.
Θυμάμαι πως όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική θητεία στη Μυτιλήνη πολλές φορές έβαλα το χέρι μου αντήλιο ή, ακόμα καλύτερα, κοίταζα με τα κιάλια, όταν ήθελα να δω κατά την Ανατολή, σαν να μπορούσα να διακρίνω γνωστά πρόσωπα, που μάλιστα είχα την αίσθηση ότι «με περιμένουν!», όχι μόνο οι «νεκροί» που έγραφε η Διδώ Σωτηρίου, αλλά και οι ζωντανοί, που ούτε υποπτεύονται την ύπαρξή μου! Φαίνεται ότι "Το γαρ πολύ του έρωτος, [με την πατρώα γη μου] γεννά παραφροσύνη...".
Τελειώνοντας την πρώτη ιστορία μπορείτε να αφεθείτε σε μια εξαιρετικά περιεκτική περιγραφή της ιστορίας της Ελλάδας και της Χίου σε δύο, μόλις, σελίδες. Διαβάζω: «Αγάλματα αρχαίων θεών αναδύονταν απ’ τη Μεσόγειο» και ανθολογώ πρόσωπα και καταστάσεις: ο Απόλλωνας, ο Ίκαρος, ο Προμηθέας, ο Οδυσσέας, ο Κυκλαδικός πολιτισμός, ο Τρωϊκός Πόλεμος, η Κύπρος, ο Μεγαλέξανδρος, ο Χριστός, οι Ρωμαίοι και η Ακρόπολη της Αθήνας, οι Βυζαντινοί, οι πειρατές, οι Φράγκοι, οι Τούρκοι, η Ελληνική Επανάσταση του 1821, η «ολόμαυρη ράχη» των Ψαρών του Σολωμού. Τα τραγούδια του πατέρα, η φωνή του, «μικρό άστρο» - το άστρο της Βηθλεέμ», ερχόταν «να σταθεί πάνω στο θόλο του σχίνου [της φλεγομένης βάτου] και να μου φανερώσει τη γέννηση του κόσμου».
Μια συγγραφέας που μπορείτε να την παρακολουθήσετε ευχάριστα, αν κι εσείς αφήσετε τη φαντασία σας να πετάξει πάνω από τη Μεσόγειο, παντού στους τόπους που την περιβάλλουν.
Γιώργος Δημητρίου Χ.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Ο Μαυρομάτης και ο "καταραμένος δράκος"

Πρωτότυπος τίτλος έργου:
"Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος".
Το βράδυ του Σαββάτου της 11ης Οκτωβρίου, ως καλεσμένος μιας αγαπημένης φίλης, είχα τη μεγάλη χαρά να παρακολουθήσω μια μοναδική παράσταση του Καραγκιόζη, χωρίς να πρόκειται για θέατρο σκιών! Ο γνωστός σε όλους «Καραγκιόζης» (τουρκική λέξη, στα ελληνικά σημαίνει μαυρομάτης) - κεντρικός χαρακτήρας του παραδοσιακού Ελληνικού και Τουρκικού Θεάτρου Σκιών - συχνά ταυτίζεται με το ίδιο το είδος θεάτρου που εκφράζει.
Στην Ελλάδα ο Καραγκιόζης, ως λαϊκός ήρωας εκπροσωπεί, το φτωχό, εξαθλιωμένο, κουτο-πόνηρο Έλληνα, που κατόρθωνε να επιβιώνει στο περιβάλλον της Τουρκοκρατίας και εξακολουθεί και σήμερα να επιβιώνει στο ανάλογο περιβάλλον της φτώχειας, της ανεργίας και της πολιτιστικής ευτέλειας που προωθεί η εν πολλοίς παγκοσμιοποιημένη αγορά.
Στην παράσταση ο Καραγκιόζης είναι πάντα καμπούρης και ξυπόλυτος, μένει σε παράγκα και συνδιαλέγεται με τον δουλοπρεπή όσο και ευέλικτο φίλο του Χατζηαβάτη που λειτουργεί ως μεσάζων ανάμεσα στον Καραγκιόζη (σύμβολο του φτωχού-λαϊκού χαρακτήρα) και στα σύμβολα της εξουσίας κυρίως τον Βελιγκέκα, (πρωτοπαλίκαρο του Πασά). Ο Πασάς κατοικεί σε παλάτι, απέναντι ακριβώς από το «σπίτι» του Καραγκιόζη και ο συμβολισμός είναι προφανής. Συμπαραστάτης στον αγώνα του Καραγκιόζη για επιβίωση είναι ο θείος του Μπάρμπα-Γιώργος (χαρακτήρας παραδοσιακός) που παραπέμπει στο επαναστατικό πνεύμα του 1821 που διατρέχει ακόμη κάθε Έλληνα. Τον καιρό του Καραγκιόζη ο Μπάρμπα-Γιώργος συνήθως έδερνε τον Βελιγκέκα και με τον τρόπο αυτό προστάτευε τον ανιψιό του από τον Πασά. Ο σύγχρονος Έλληνας (ο σκηνοθέτης) επαναστατεί ακόμη όταν προκαλείται κυρίως από Ξένους, και αμύνεται απέναντι στις αντιξοότητες αξιοποιώντας μέσα από τον χαρακτήρα του Μπάρμπα-Γιώργου τη ζωτικότητα που διακατέχει τους δραστήριους ανθρώπους της Ελληνικής επαρχίας. Η εκδοχή του Μεγαλέξανδρου, ενός από τα πολλά ευρήματα της παράστασης, όπως προβάλλεται, θα ικανοποιήσει ακόμη και τα γούστα του πιο απαιτητικού κοινού.
Τα θέματα της παράστασης κυμαίνονται από σκωπτικά και σατιρικά έως λυρικά και τραγικά, προκαλώντας στους θεατές, αυθόρμητο γέλιο, συγκίνηση και σε πολλές στιγμές ακόμα και ταύτιση τόσο με τον χαρακτήρα του Καραγκιόζη, όσο και τον αντίστοιχο του Μεγαλέξανδρου. Αυτή η συμπόρευση θεατρικών πρωταγωνιστών και θεατών συμβαίνει επειδή είναι ευανάγνωστη η παραπομπή των θεμάτων του έργου σε πραγματικές καθημερινές καταστάσεις που αφορούν τον κόσμο, σήμερα. Η συμπεριφορά του Καραγκιόζη δεν προβάλλεται ως πρότυπο προς μίμηση από τον σκηνοθέτη και δημιουργό της παράστασης Δήμο Αβδελιώδη, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο που αξίζει της προσεκτικής παρατήρησης κάθε θεατή, επειδή μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτή στοιχεία του χαρακτήρα του ζώντα και ενεργά. Συχνά είχα την αίσθηση πως παρακολουθώ σκηνές από αριστοφανική κωμωδία, που περνούσε στο κωμειδύλλιο, στιγματιζόταν από τραγικές πινελιές και δεν απομακρυνόταν στιγμή από μια απόλυτη πειθαρχία και συνέπεια στην υπηρέτηση του μύθου του έργου καθαυτού. Αυτή η σκηνοθετική ακροβασία ανάμεσα σε διαφορετικά είδη θεάτρου, παλιούς και νέους κώδικες υποκριτικής και τεχνολογικές καινοτομίες στη σκηνική παρουσίαση, είχε τη συμπαράσταση ενός κοινού όπου μπορούσε κανείς να διακρίνει όλες τις ηλικίες. Παρέστησαν τόσο «γνωστοί και επώνυμοι», όσο και «άγνωστοι και επώνυμοι».
Το έργο υπενθυμίζει στο κοινό πως έχει πολιτιστική παράδοση και κοινωνική ταυτότητα και υποδεικνύει με την λεπτότητα του καλοχτισμένου παραμυθιού, που είχε η παράσταση, πως μπορεί να έχει και την ανάλογη κοινωνική δραστηριοποίηση. Αν εγώ, που δεν συμπαθώ τον Καραγκιόζη και το Θέατρο Σκιών μαγεύτηκα και ταξίδεψα στο όνειρο που υλοποιεί επί σκηνής, ο σκηνοθέτης, με υπέροχους φωτισμούς, ζωντανή μουσική και κίνηση των ηθοποιών που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, σκεφθείτε πόσο πολύ θα διασκεδάσει έναν ευνοϊκότερα διατιθέμενο από εμένα θεατή. Πολύ χαίρομαι που ξεπέρασα τις στερεότυπες αντιλήψεις μου και «συμμετείχα» σε μια παράσταση όπου ένιωθα ότι οι ηθοποιοί με αγαπούσαν και εγώ τους καταλάβαινα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, πως τα τελευταία λόγια της παράστασης, που εκφέρονται από ολόκληρο τον θίασο επί σκηνής, δεν ακούγονται από τα πολλά χειροκροτήματα!
Ευχαριστώ τον κύριο Αβδελιώδη για το δώρο μιας τέτοιας παράστασης.


Η παράσταση στεγάζεται στο Θέατρο Βεάκη (Στουρνάρη 32 - απέναντι από το Πολυτεχνείο).

Γιώργος Δημητρίου Χ.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Η διαχείριση του Ελληνικού πολιτισμού

Για την εποχή της μελαγχολίας
"Η εξουσία σου χαμογελάει μόνο όταν πρόκειται να σου δείξει τα δόντια της"
Μάνος Στεφανίδης
Για κάποιους, λοιπόν, "πολιτισμός" δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κοσμική ευκαιρία για να συναντηθούν οι γνωστοί μεγαλοπαράγοντες, ν' ανταλλάξουν τα πιο ευκολοδιάβαστα σύμβολα του κοινωνικού τους prestige, που είναι βέβαια η σχέση με τας τέχνας και να προχωρήσουν έπειτα στις business και τους οικονομικοπολιτικούς τους διακανονισμούς.
Στα εικοσιπέντε χρόνια της υπηρεσιακής μου σχέσης με το ΥΠΠΟ.... [.....].... βλέπω τα ίδια γνωστά φθαρμένα και διεφθαρμένα πρόσωπα να "κάνουν παιχνίδι", κατά το χύδην λεγόμενο, και η νυν πολιτιστική νομενγκλατούρα να συνυπάρχει όλο και πιο θερμά με την προηγούμενη στο σταυροδρόμι που συναντιούνται ο σοσιαλισμός, η κοινοτοπία, ο κομφορμισμός και το συμφέρον.
Λυπάμαι τους εργάτες του πολιτισμού, που ελπίζουν και περιμένουν, τα εργαστήρια των νέων και προικισμένων δημιουργών, που είναι γεμάτα έργα τα οποία κανείς δεν θα δει ποτέ...
Βλέπετε, ζούμε στην εποχή της παντοδυναμίας των παραγόντων, στην εποχή της μελαγχολίας ... [όπου] κανείς ηγεμών δεν ενθουσιάζεται να ακούει δυσάρεστα πράγματα, τη στιγμή μάλιστα που κόλακες-οσφυοκάμπτες έχουν ήδη λάβει τις θέσεις τους για ν' αποδώσουν τιμές. [....] ο πολιτισμός χρειάζεται ρηξικέλευθες παρεμβάσεις και όχι διεκπεραίωση, ανθρώπους με πάθος και πάθη και όχι στυγνούς γραφειοκράτες ή θεωρητικούς της showbiz...
Ο πολιτισμός είναι ταυτόχρονα και μέσο και σκοπός, και αφορά συλλογικότητες αλλά και υποκείμενα, στο φαντασιακό όσο και στο οραματικό στοιχείο. [...] Από την εποχή της ρομαντικής εξέγερσής μας, το 1821, ο ελεύθερος στοχασμός αποτελεί σταθερό ζητούμενο. Αντ' αυτού η εκάστοτε πολιτική ηγεσία προωθεί τον πολιτισμό των "μεγάλων γεγονότων" [που κινούν] τον κυρίαρχο μηχανισμό [συνεπικουρούμενα από την] ευήθεια της τηλεόρασης αλλά και την εργαλειακή παιδεία που θερίζει δραματικά την ανυποψίαστη νεολαία.

Αναδημοσίευση από το FAQ 11 Σεπτεμβρίου 2008 (σ. 12)